Archive for Ιουλίου 2013

περί νομισμάτων

31/07/2013

Το 691 ο χαλίφης Αμπντ αλ Μαλίκ, για να πληρώσει τον φόρο υποτέλειας που όφειλε στη βυζαντινή αυτοκρατορία, επιχείρησε να στείλει χρυσά νομίσματα αραβικής κοπής. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ αρνήθηκε να τα δεχτεί ζητώντας βυζαντινά νομίσματα. Ο χαλίφης όμως επέμεινε λέγοντας πως δεν θα επέτρεπε πλέον την κυκλοφορία βυζαντινών νομισμάτων στις κτήσεις του.
Ήταν το ξεκίνημα ενός πολέμου συμβόλων που ξέσπασε μεταξύ Βυζαντίου και Ισλάμ. Στον πόλεμο αυτό οι Άραβες διεκδικούσαν την αναγνώριση του δικού τους νομίσματος ως ισότιμου με το βυζαντινό αντιλαμβανόμενοι τη σημασία που θα είχε αυτή η αναγνώριση τόσο στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους όσο και στην ίδια την ύπαρξη του κράτους τους.
Δεν γνωρίζουμε αν οι Βυζαντινοί δέχτηκαν τελικά τα νομίσματα του χαλίφη Αμπντ αλ Μαλίκ, πάντως μέσα σε λίγα χρόνια (μέχρι το 696-697) οι Άραβες είχαν πετύχει να αναπτύξουν το δικό τους νομισματικό σύστημα εκδίδοντας νομίσματα με αποσπάσματα από το Κοράνι.

Solidus-Justin_II-sb0391

Βυζαντινά νομίσματα επί εποχής Ιουστινιανού Β΄

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η γλώσσα που ήταν γραμμένα τα νομίσματα. Στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο τα νομίσματα ήταν γραμμένα στα λατινικά. Από τον 7ο αιώνα οι επιγραφές άρχισαν σιγά σιγά να εξελληνίζονται. Αρχικά αντικαταστάθηκαν τα F, L, R από τα αντίστοιχα ελληνικά Φ, Λ, Ρ. Γύρω στον 10ο αιώνα συναντάμε ελληνικές επιγραφές με λατινικά γράμματα: NICA, CYRIE ακόμη και λέξεις με λατινικούς και ελληνικούς χαρακτήρες ταυτόχρονα: PATHR, NICHFOΡ.

follis-leo_vi-sb1729Χάλκινο νόμισμα με τη μορφή του Λέοντος Στ΄ που βασίλευσε από το 886 ως το 912.

Οι ελληνικές επιγραφές άρχισαν να εμφανίζονται από την εποχή της βασιλείας του Ηρακλείου, ιδιαίτερα ο τίτλος «βασιλεύς». Από τον 9ο αιώνα και μετά ο τίτλος «βασιλεύς» συνοδεύεται από τη γενική «Ρωμαίων». Σε νόμισμα του Μιχαήλ Α΄ (811/13) συναντάμε για πρώτη φορά την επιγραφή «Βασιλεύς Ρωμαίων». Άλλος τίτλος που συναντάται συχνά στα νομίσματα είναι «δεσπότης», ο οποίος συνήθως αναφέρεται στον συμβασιλέα. Υπάρχει και ο τίτλος «Αύγουστος» ή «Αυγούστα». Για παράδειγμα το 790, την εποχή της συμβασιλείας Κωνσταντίνου και Ειρήνης (της Αθηναίας) κυκλοφόρησε νόμισμα με την όψη του Κωνσταντίνου από τη μία πλευρά και την επιγραφή «CONSTANTINOS bAS» (η συντομογραφία bas συμβολίζει τον τίτλο «βασιλεύς») και από την άλλη πλευρά την όψη της Ειρήνης που συνοδευόταν από την επιγραφή «HRHNI AVCUTA». Λίγο αργότερα, μεταξύ 829 και 832, την εποχή της βασιλείας Θεοφίλου, συναντάμε αργυρό νόμισμα με την επιγραφή «+ΘΕΟFILOS DЧLOS XRISTЧ PISTOS En AVTO bASILEЧS ROMAION» ενώ σε άλλο νόμισμα υπάρχει η επιγραφή «CVRIEbOHΘHTOSODOVLO» (Κύριε βοήθει τω σω δούλο). Κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο οι ελληνικές επιγραφές εκτοπίζουν πλήρως τα λατινικά γράμματα όπως φαίνεται στην παρακάτω επιγραφή:

320900_304901249631221_1747206469_n«Μανουήλ Δεσπότης Πορφυρογέννητος»

ΠΗΓΕΣ:

M. ANGOLD «ΒΥΖΑΝΤΙΟ»

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ:
ΟΙ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΣΤΑ ΧΡΥΣΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ

Advertisements

ο παράδεισος των ευνούχων

26/07/2013

Για να πετύχει πραγματικά στη ζωή του ένα αγόρι η φρόνηση απαιτούσε να το ευνουχίσουν, γιατί το Βυζάντιο ήταν ο παράδεισος των ευνούχων. Ακόμα και οι ευγενέστεροι γονείς δεν δίσταζαν να ακρωτηριάζουν τους γιους τους, για να βοηθήσουν την εξέλιξή τους και ούτε υπήρχε σ’ αυτό καμιά ντροπή. Ο ευνούχος δεν μπορούσε να φορέσει αυτοκρατορικό στέμμα ούτε, φυσικά, να μεταβιβάσει κληρονομικά δικαιώματα. Κι εκεί ακριβώς βρισκόταν η δύναμή του. Ένα αγόρι, που είχε γεννηθεί πολύ κοντά στον θρόνο, μπορούσαν μ’ αυτό τον τρόπο να το εξουδετερώσουν και να το αφήσουν ύστερα να προχωρήσει όσο του άρεσε.

Έτσι ο Νικήτας, ο νεαρός γιος του Μιχαήλ Α΄, ευνουχίστηκε μετά την πτώση του πατέρα του, και αργότερα, παρά την επικίνδυνη καταγωγή του, έφτασε να γίνει πατριάρχης με το όνομα Ιγνάτιος. Έτσι και ο Ρωμανός Α΄ ευνούχισε, όχι μόνο τον νόθο γιο του, τον Βασίλειο, που σαν παρακοιμώμενος κυβέρνησε για αρκετές δεκαετίες την αυτοκρατορία, αλλά και τον μικρότερο νόμιμο γιο του, τον Θεοφύλακτο, που τον προόριζε για πατριάρχη.
Μια μεγάλη αναλογία από τους πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης ήταν ευνούχοι. Ιδιαίτερη εύνοια υπήρχε για τους ευνούχους και στις πολιτικές υπηρεσίες, όπου ο ευνούχος κάτοχος ενός τίτλου είχε το προβάδισμα από τον μη ευνούχο ομοιόβαθμό του και όπου πολλές υψηλές θέσεις μόνο ευνούχοι μπορούσαν να τις πάρουν. Ακόμα και αρχηγοί του στρατού και του στόλου ήταν πολλές φορές ευνούχοι. Ο Ναρσής τον 6ο αιώνα και ο Νικηφόρος Ουρανός τον 10ο είναι ίσως τα λαμπρότερα παραδείγματα. Ο Αλέξιος Α΄ είχε ένα ευνούχο ναύαρχο, τον  Ευστάθιο Κυμινειανό, και μετά την καταστροφή του Ματζικέρτ ένας ευνούχος, ο Νικηφόρος Λογοθέτης, προσπάθησε να αναδιοργανώσει τον στρατό.

Λίγες θέσεις όμως, όπως του επάρχου της Πόλης, σύμφωνα με την παράδοση, δεν μπορούσαν να τις έχουν ευνούχοι. Μόνο ωστόσο όταν το Βυζάντιο άρχισε να μολύνεται από τις δυτικές αντιλήψεις περί φύλου και ιπποτισμού, άρχισε να θεωρείται και ο ευνουχισμός ατιμωτικός. Στην πραγματικότητα η χρησιμοποίηση των ευνούχων και μιας ισχυρής υπαλληλίας που τη διεύθυναν ευνούχοι ήταν το κυριότερο όπλο του Βυζαντίου κατά των φεουδαρχικών τάσεων που επιδίωκαν να συγκεντρώσουν όλη τη δύναμη στα χέρια μιας κληρονομικής αριστοκρατίας, τάσεων που τόσο κακά έκαμαν στη Δύση. Η δύναμη των ευνούχων στη βυζαντινή ζωή προερχόταν από το γεγονός ότι αποτελούσαν μια ιθύνουσα τάξη στην οποία ο αυτοκράτορας μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη. Ούτε υπάρχει ένδειξη ότι ο περιορισμός των φυσικών τους ικανοτήτων διαστρέβλωνε τον χαρακτήρα τους. Σε όλη τη βυζαντινή ιστορία οι ευνούχοι δεν φαίνονται να είναι ούτε πιο διεφθαρμένοι και ραδιούργοι, ούτε λιγότερο δυναμικοί και πατριώτες από τους αρτιμελείς συναδέλφους τους.

Στις κατώτερες τάξεις οι ευνούχοι ήταν σπανιότεροι, παρ’ όλο που η ιδιότητα του ευνούχου μπορούσε να βηθήσει έναν γιατρό στην εξάσκηση του επαγγέλματός του, γιατί έτσι μπορούσε να πηγαίνει σε μοναστήρια και σε νοσοκομεία γυναικών.

ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ

η γυναίκα που έγινε «βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων»

25/07/2013

Μεγάλο λάθος έκανε ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ που συγχώρεσε τη μάνα του και την έκανε ξανά συμβασιλέα του. Ακόμα μεγαλύτερα όμως ήταν τα λάθη του κατόπιν, τα οποία τον έκαναν μισητό σε στρατό και λαό και τελικά του στοίχισαν τον θρόνο.

Πρώτα πρώτα διέταξε τη φυλάκιση και τύφλωση του Αλέξιου Μουσουλέμ, του στρατηγού που τον είχε βοηθήσει να πάρει την εξουσία μετά τον παραγκωνισμό του από την Ειρήνη.
Ο στρατός της Αρμενίας -πιστός στον Μουσουλέμ- στασίασε και ο Κωνσταντίνος, με εκστρατεία του, συνέτριψε την ανταρσία και τιμώρησε με απίστευτη σκληρότητα τους στασιαστές, στιγματίζοντας, για παραδειγματισμό, το πρόσωπο χιλίων στρατιωτών με τη φράση «Αρμενίακος επίβουλος».

Από την εκδικητική του μανία δεν γλίτωσαν ούτε οι πέντε θείοι του -που η Ειρήνη τους είχε χρίσει με το ζόρι ιερείς-, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για απόπειρα συνωμοσίας. Ο Κωνσταντίνος καταδίκασε τον μεγαλύτερο σε τύφλωση και τους άλλους τέσσερις σε ακρωτηριασμό (γλωσσότμηση).

Το γεγονός όμως που έκανε τον λαό να ξεσηκωθεί  εναντίον του ήταν η απόφασή του να χωρίσει την νόμιμη σύζυγό του -αναγκάζοντάς την μάλιστα να κλειστεί σε μοναστήρι- για να παντρευτεί την ερωμένη του, την Θεοδότη. Το σκάνδαλο που ξέσπασε ήταν χωρίς προηγούμενο. Από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις μακρινές επαρχίες έφτασε ο απόηχος της γενικής κατακραυγής. Ιδιαίτερα αντέδρασαν οι εικονολάτρες μοναχοί που χωρίς σταματημό «κατακεραύνωναν τον δίγαμο άσωτο αυτοκρατόρα». Ο Κωνσταντίνος υπέπεσε σε νέο λάθος και προσπάθησε να σταματήσει τις αντιδράσεις με διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες μοναχών.

Την τεταμένη κατάσταση εκμεταλλεύτηκε η Ειρήνη, που τον Ιούλιο του 797 οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του γιου της και συνέλαβε τον Κωνσταντίνο. Οι άνθρωποί της τον φυλάκισαν στο Μέγα Παλάτιο και, στην αίθουσα της Πορφύρας όπου είχε γεννηθεί, μετά από διαταγή της ίδιας της μητέρας του, τον τύφλωσαν.

Έτσι η Ειρήνη πραγματοποίησε το όνειρό της, να βασιλεύσει μόνη της, τολμώντας να κάνει κάτι αδιανόητο, κάτι που δεν είχε προηγούμενο ούτε επόμενο για το Βυζάντιο, να πάρει αυτή -μια γυναίκα- τον τίτλο του αυτοκράτορα και να υπογράφει τις Νεαρές ως «Ειρήνη, μέγας βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων».

Πέντε χρόνια αργότερα, το 802, η Ειρήνη έχασε, μετά από συνωμοσία τον θρόνο της από τον Νικηφόρο Α΄.

ΠΗΓΕΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΛ “ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ”, Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: ΕΙΡΗΝΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ

Κωνσταντίνου και Ειρήνης

24/07/2013

Τον καιρό που η Ειρήνη παντρεύτηκε τον γιο του αυτοκράτορα συμπληρώνονταν 40 χρόνια από τότε που είχε ξεσπάσει η εικονομαχία, μια διαμάχη που εκτός από θεολογική ήταν και μια πάλη ανάμεσα στην κοσμική εξουσία και τον κλήρο.

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ μαχόταν με σφοδρότητα τους εικονολάτρες και ιδιαίτερα τους μοναχούς. Με δικές του αποφάσεις τα περισσότερα μοναστήρια είχαν καταστραφεί ενώ οι μοναχοί τους ήταν εκδιωγμένοι ή φυλακισμένοι. Η Κωνσταντινούπολη είχε αδειάσει από μοναχούς.
Η Ειρήνη, αν και καταγόταν από μια επαρχία που υποστήριζε την εικονολατρία, δεν τόλμησε -τουλάχιστον στην αρχή- να φανερώσει τα πραγματικά της αισθήματα.

Το 775 πέθανε ο Κωνσταντίνος Ε΄ και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του, Λέων Δ΄. Αμέσως χαλάρωσαν τα μέτρα εναντίον των εικονολατρών, χωρίς όμως να αλλάξει σε γενικές γραμμές η πολιτική της αυτοκρατορίας. Αυτό φάνηκε τον Απρίλιο του 780 όταν άτομα του στενού περιβάλλοντος της Ειρήνης συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι λάτρευαν εικόνες. Ύποπτη θεωρήθηκε και η ίδια η Ειρήνη.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (780) πέθανε και ο Λέων Δ΄. Ο γιος του, Κωνσταντίνος ΣΤ΄, ήταν τότε μόλις 10 ετών και η Ειρήνη, ως κηδεμόνας του γιου της, έγινε αυτοκράτειρα. Ο Λέων Δ΄είχε πέντε ετεροθαλείς αδελφούς (γιοι του Κωνσταντίνου Ε΄) που ήταν φιλόδοξοι και ιδιαίτερα δημοφιλείς στον λαό της Κωνσταντινούπολης και οι οποίοι φαίνεται πως προσπάθησαν να συνωμοτήσουν. Η Ειρήνη -που δεν ήταν διατεθειμένη να χάσει τα ηνία της εξουσίας- εξόρισε τον μεγαλύτερο στην Χερσώνα ενώ υποχρέωσε τους υπόλοιπους τέσσερις να χειροτονηθούν ιερείς και μάλιστα τους ανάγκασε να πάρουν μέρος -ως ιερείς- στην επίσημη λειτουργία της Αγίας Σοφίας, τα Χριστούγεννα του 780, μπροστά σε όλο τον λαό της βασιλεύουσας.

Στη συνέχεια η Ειρήνη άρχισε τη σταδιακή αντικατάσταση όλων των συνεργατών του συζύγου της. Στις θέσεις τους προώθησε συγγενείς της και έμπιστους φίλους, κυρίως ευνούχους όπως τον Σταυράκιο που τον έκανε λογοθέτη του δρόμου, ένα αξίωμα ισάξιο του πρωθυπουργού.
Μαζί με τους συνεργάτες άλλαξε και η πολιτική της κυβέρνησης. Στην Ανατολή σταμάτησε ο πόλεμος ενώ στη Δύση επιχειρήθηκε προσέγγιση τόσο με τον Πάπα όσο και με τον Καρλομάγνο και βέβαια οι εικόνες επανήλθαν στη θέση τους, τα μοναστήρια άρχισαν και πάλι να λειτουργούν και οι καλόγεροι εμφανίστηκαν και πάλι στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης.

Όμως ο στρατός της αυτοκρατορίας παρέμενε προσηλωμένος στην πολιτική του Κωνσταντίνου Ε΄, του «ένδοξου αυτοκρατόρα» και το 790 στασίασε αναγνωρίζοντας ως μόνο βασιλιά τον γιο της Ειρήνης, τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄. Ο Σταυράκιος και όλοι οι ευνούχοι του Παλατιού εξορίστηκαν και η Ειρήνη περιορίστηκε στο ανάκτορο του Ελευθερίου. Η τιμωρία της δεν κράτησε πολύ. Δυο χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος ανακάλεσε τη μητέρα του και την αποκατέστησε πλήρως. Η βασιλεία έγινε πάλι «Κωνσταντίνου και Ειρήνης». 

ΠΗΓΕΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΛ «ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ», Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: ΕΙΡΗΝΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ

 


Ειρήνη η Αθηναία (Ι)

23/07/2013

Προς τα τέλη του έτους 768, η ατμόσφαιρα στην Κωνσταντινούπολη ήταν πανηγυρική: η βυζαντινή πρωτεύουσα γιόρταζε τον γάμο του επίδοξου διαδόχου της Αυτοκρατορίας, του Λέοντα, γιου του Κωνσταντίνου Ε΄.

Το πρωί της 1ης Νοεμβρίου, ένας στολίσκος από επίσημα πλοία πολυτελώς στολισμένα με λαμπερά μεταξωτά υφάσματα κατέπλευσε στο ανάκτορο της Ιέρειας, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, για να παραλάβει τη νεαρή αυτοκρατορική μνηστή και να την οδηγήσει στο Βυζάντιο, όπου λίγες ώρες αργότερα έκανε την επίσημη είσοδό της.

Ύστερα από μερικές εβδομάδες, στις 18 Δεκεμβρίου, στη Μεγάλη Αίθουσα του Αυγουστείου στο Μέγα Παλάτιο, παρουσία σύσσωμης της Αυλής, οι δύο βασιλείς έστεψαν την καινούρια αυγούστα. Καθισμένοι στους χρυσούς τους θρόνους, με συνεπίκουρο τον πατριάρχη, ο Κωνσταντίνος και ο γιος του αφαίρεσαν το πέπλο που έκρυβε το πρόσωπο της μέλλουσας αυτοκράτειρας, πέρασαν τη μεταξωτή χλαμύδα πάνω από το μακρύ χρυσαφένιο της φόρεμα, τοποθέτησαν το στέμμα στο κεφάλι της και κρέμασαν στ’ αυτιά της τα αυτοκρατορικά κοσμήματα με τα πολύτιμα πετράδια. Κατόπιν, στον ναό του Αγίου Στεφάνου, οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας υπέβαλαν τα σέβη τους στη νέα αυγούστα. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε στον λαό, στο προστώο της αίθουσας των δεκαεννέα Ακουβίτων (κλινών), και δέχτηκε τις επευφημίες των καινούργιων υπηκόων της. Τέλος, συνοδευόμενη από την πολύχρωμη ακολουθία των πατρικίων, των συγκλητικών, των κουβικουλαρίων και των κυριών επί των τιμών, επέστρεψε στον ναό του Αγίου Στεφάνου, όπου ο πατριάρχης Νικήτας τέλεσε την επίσημη γαμήλια τελετή και τοποθέτησε τα νυφικά στέμματα στα κεφάλια των δύο νεονύμφων.

Ο γερο-αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄, αμείλικτος πολέμιος των ιερών εικόνων, όταν προΐστατο των τελετών της στέψης και φορούσε το διάδημα των καισάρων στο κεφάλι αυτής της νεαρής γυναίκας, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ετούτη η βασίλισσα έμελλε να καταστρέψει το έργο της ζωής του και ότι, τελικά, η δυναστεία του θα έχανε τον θρόνο εξαιτίας της.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΛ «ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ»
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ

Ο Κωνσταντίνος Ε΄ ήταν γιος του Λέοντα Γ΄ του Ίσαυρου, που έσωσε το Βυζάντιο από την αραβική εισβολή του 717-718. Μάλιστα γεννήθηκε το 718, τη χρονιά δηλαδή που οι Άραβες έλυσαν την πολιορκία και αποχώρησαν ηττημένοι από την Κωνσταντινούπολη.
Ο Κωνσταντίνος Ε΄ ήταν σφοδρός πολέμιος των εικόνων και γι’ αυτό ονομάστηκε υβριστικά από τους εικονόφιλους «Κοπρώνυμος». Πεθαίνοντας το 775, παρέδωσε στον διάδοχό του μια πανίσχυρη αυτοκρατορία η οποία όμως μαστιζόταν από την εμφύλια διασπαστική έριδα της εικονομαχίας.

τιμητικά αξιώματα

22/07/2013

Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τα τιμητικά αξιώματα «αξίας διά βραβείων» γιατί η απονομή τους γινόταν στη διάρκεια τελετής κατά την οποία ο αυτοκράτορας έδινε στο τιμώμενο πρόσωπο ένα αντικείμενο που συμβόλιζε το νέο του αξίωμα (π.χ. ο σπαθάριος έπαιρνε ένα σπαθί, ο στράτωρ ένα χρυσό μαστίγιο).

Το τιμητικό αξίωμα (ύπατος, δισύπατος, σπαθαροκουβικουλάριος, μάγιστρος, πραιπόσιτος κ.λ.π.) ήταν ισόβιο αλλά όχι κληρονομικό και έδινε, σε όποιον το είχε, το δικαίωμα να εισέρχεται στο παλάτι, να παρίσταται σε διάφορες τελετές και να έρχεται έτσι σε προσωπική σχέση με τον αυτοκράτορα. Επίσης -το σημαντικότερο- συνοδευόταν από ετήσιο μισθό που πληρωνόταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα στους αξιωματούχους. Η συνήθεια αυτή -που ως ένα σημείο ήταν κατάλοιπο του παρελθόντος- στήριζε τη δημόσια οικονομία και αποτελούσε το σύστημα με το οποίο ο αυτοκράτορας πραγματοποιούσε συνεχώς εσωτερικά δάνεια. Κι αυτό γιατί για να αποκτήσει κανείς ένα τιμητικό αξίωμα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στο κράτος ένα σημαντικό ποσό το οποίο δεν μπορούσε πια να του επιστραφεί. Σε αντάλλαγμα έπαιρνε το ισόβιο αξίωμα και δικαιούνταν κάθε χρόνο να εισπράττει τον μισθό του. Για παράδειγμα ένας πρωτοσπαθάριος (που ήταν υψηλό αξίωμα) τον 10ο αιώνα έπρεπε να καταβάλει από 12 ως 18 λίτρες χρυσού και εισέπραττε μία λίτρα το χρόνο (δηλαδή μια απόδοση που κυμαινόταν μεταξύ 5,5% και 8,3% του αρχικού κεφαλαίου).
Στα κατώτερα αξιώματα η απόδοση του κεφαλαίου ήταν χαμηλότερη (περίπου 3,25%). Συνεπώς η απόκτηση ενός τιμητικού αξιώματος ήταν ταυτόχρονα και ένας τρόπος για επένδυση χρημάτων. Η ετήσια απόδοση ήταν ανάλογη προς τον νόμιμο τόκο και φυσικά ήταν εγγυημένη από το κράτος. Το μειονέκτημα ήταν ότι το αρχικό κεφάλαιο που είχε δοθεί στο κράτος χανόταν οριστικά, ενό ο μισθός πληρωνόταν μόνο στον δικαιούχο και όχι στους κληρονόμους του.

Ο δικαιούχος του τιμητικού αξιώματος είχε και άλλα σημαντικά οφέλη, κοινωνικά και οικονομικά. Ξεχώριζε από τον κοινό λαό μια και γινόταν «έντιμος» (είχε «τιμήν» σε αντίθεση προς τους «ατίμους» που δεν είχαν αξίωμα), είχε προνομιακή μεταχείριση στις δημόσιες υπηρεσίες και στα δικαστήρια (π.χ. απαγορευόταν να βασανιστεί για να ομολογήσει ένα έγκλημα, εκτός της προδοσίας), ενώ αν ξεπερνούσε τον βαθμό του πρωτοσπαθαρίου γινόταν αυτόματα μέλος της συγκλήτου και ανήκε πλέον στη βυζαντινή αριστοκρατία. Επιπλέον έμπαινε στο παλάτι και μπορούσε πια να διεκδικήσει υψηλές θέσεις στη δημόσια διοίκηση, από τις οποίες ο πλουτισμός του ήταν εξασφαλισμένος.

Για να αποκτήσει κάποιος ένα τιμητικό αξίωμα, έπρεπε πρώτα να δώσει την έγκρισή του ο ίδιος ο αυτοκράτορας και βέβαια υπήρχαν κατηγορίες πολιτών που δεν είχαν δικαίωμα να αποκτήσουν τιμητικό αξίωμα: οι απελεύθεροι, οι εγκληματίες, οι μίμοι, οι αιρετικοί, και τέλος οι έμποροι και οι βιοτέχνες οι οποίοι θεωρούνταν ότι ασκούν ταπεινό επάγγελμα εξαίτιας του κέρδους που επεδίωκαν. Με λίγα λόγια, ως τον 11ο αιώνα, η βυζαντινή αριστοκρατία προερχόταν από τους πλούσιους ιδιοκτήτες ακινήτων.

Από τον 11ο αιώνα, κατά τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου, νέα αξιώματα εμφανίστηκαν, τα οποία άρχισαν να μοιράζονται αφειδώς ακόμα και σε εμπόρους και βιοτέχνες. Με τη μεγάλη διάδοσή τους όμως τα αξιώματα έχασαν την αξία τους μέχρι την οριστική τους κατάργηση, το 1081, από τον Αλέξιο Κομνηνό.

ΠΗΓΗ:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

αυτοκράτορας

17/07/2013

Το γεγονός ότι η Βυζαντινή αυτοκρατορία μπόρεσε να διατηρηθεί χίλια εκατό χρόνια οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις αρετές που είχε το πολίτευμα και η διοίκηση. Λίγα κράτη υπήρξαν οργανωμένα με τρόπο που να ταιριάζει τόσο πολύ με την εποχή και που να είναι τόσο προσεκτικά προσανατολισμένος στο να αποτρέπει την παραμονή της εξουσίας σε χέρια ανίκανων.

Ο αυτοκράτορας, από την εποχή του Διοκλητιανού, κυβερνούσε μόνος. Αυτός ήταν η ύπατη εξουσία του κράτους. Μπορούσε να διορίζει και να απολύει όλους τους κρατικούς λειτουργούς κατά την κρίση του. Ο έλεγχός του στα οικονομικά ήταν απόλυτος. Ήταν ο μόνος που είχε το δικαίωμα να θεσπίζει νόμους. Ήταν ο ανώτατος αρχηγός όλων των στρατιωτικών δυνάμεων της αυτοκρατορίας και επιπλέον η κεφαλή της εκκλησίας, ο Μέγας αρχιερεύς. Η πολιτική του και οι ιδιοτροπίες του διαμορφώνανε τη μοίρα εκατομμυρίων υπηκόων του.

Ωστόσο, παρ’ όλο που ο συνταγματικός έλεγχος για την εξουσία του δεν υπήρχε, η απολυταρχία του αυτοκράτορα ήταν περιορισμένη. Αναγνώριζε πάντα την υποχρέωσή του να σέβεται τους θεμελιώδεις νόμους του ρωμαϊκού λαού. Και κάπου πολύ βαθιά υπήρχε πάντα η ιδέα ότι η κυριαρχία ανήκε στον λαό και ο λαός είχε εκχωρήσει την εξουσία του στον ίδιο τον αυτοκράτορα.

Οι εκλέκτορες του αυτοκράτορα ήταν η σύγκλητος¹, ο στρατός και ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Έπρεπε πρώτα να επευφημηθεί ο αυτοκράτορας από τα τρία αυτά σώματα και ύστερα ακολουθούσε η τελετή της στέψης. Ήταν τότε απόλυτος μονάρχης, για όσον καιρό η διοίκησή του ήταν ικανοποιητική. Αν όμως αποδεικνυόταν ανίκανος, αποιοσδήποτε από τους εκλέκτορές του είχε το δικαίωμα να ανακηρύξει άλλον αυτοκράτορα. Συνήθως αυτό το έκανε ο στρατός ή ένα μέρος του στρατού, όπως στην περίπτωση του Φωκά, του Λέοντος του Ισαύρου, του Λέοντος του Αρμενίου και πολλών άλλων, σε όλη τη βυζαντινή ιστορία. Και αν ο αυτοκράτορας, που είχε υποδειχτεί με αυτό τον τρόπο, κατόρθωνε να πείσει τη Σύγκλητο και τον λαό της Κωνσταντινούπολης να τον παραδεχτούν, ο σφετερισμός της εξουσίας ήταν πια νόμιμος. Καμιά φορά, ωστόσο, η εκθρόνιση του αυτοκράτορα ήταν αποτέλεσμα αυλικής συνωμοσίας. Στην περίπτωση αυτή ο σφετεριστής έπρεπε να κάνει διάφορες μηχανορραφίες, για να εμφανιστεί σαν υποψήφιος της συγκλήτου και να επευφημηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τα στρατεύματα που εδρεύανε στην Κωνσταντινούπολη, όπως στην περίπτωση του Νικηφόρου Α΄ και του Μιχαήλ Α΄.

Από τον 7ο αιώνα η στέψη γινόταν στην Αγία Σοφία, μπροστά στη Σύγκλητο και σε εκπροσώπους του στρατού και του λαού, που επευφημούσαν τον νεό αυτοκράτορα μέσα και έξω από την εκκλησία.

¹Στα τέλη του 7ου αιώνα η σύγκλητος ξέπεσε και τελικά καταργήθηκε επί Λέοντα ΣΤ΄.

ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ
αποσπάσματα από το βιβλίο του «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ