Archive for Οκτώβριος 2009

η νεολαία μας χάλασε …αλλά από το 1928

30/10/2009
 «Η αγραμματοσύνη των νέων …του 1928»

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος προσπαθεί να εξηγήσει την αγραμματοσύνη των νέων του 1928:

Αθήναι, 29 Δεκεμβρίου 1928

Αγαπητοί μου,

Ακόμα μιλούν εδώ – και παντού υποθέτω, – για τις εισαγωγικές εξετάσεις που έγιναν φέτος στο Πανεπιστήμιο. Φαίνεται πως οι υποψήφιοι «ακαδημαϊκοί πολίτες» τα ‘καναν θάλασσα στα γραπτά. Έγραψαν όλες τις ανοησίες μ’ όλες ανορθογραφίες του κόσμου. Έφριξαν οι εξεταστές τους, έφριξαν κι όσοι είδαν, στις εφημερίδες, δείγματα της φοβερής αυτής «αγραμματοσύνης». Κι είπαν: Πού πάμε; Τα παιδιά μας λοιπόν δεν μαθαίνουν πια γράμματα; Βγαίνουν από το Γυμνάσιο ξύλα – κούτσουρα; Και θέλουν να μπουν στο Πανεπιστήμιο… (…)

Ποιος φταίει τώρα; Τα παιδιά που δεν διαβάζουν; Οι δάσκαλοι που δεν τα μαθαίνουν, αγράμματοι ίσως κι αυτοί άλλο τόσο; Τα καινούργια εκπαιδευτικά προγράμματα; Τα καινούργια βιβλία; Η καινούργια γλώσσα; Τι;
Πολλοί, φυσικά, τα ‘ριξαν όλα στη γλώσσα, στην κακομοίρα τη Δημοτική. Αφότου, είπαν, μπήκε στα σχολεία αυτή η παλιογλώσσα, τα παιδιά δε μαθαίνουν ελληνικά. Ούτε ορθογραφία, ούτε σύνταξη, ούτε τίποτα! Κι απάνω σ’ αυτό το μοτίβο, οι εφημερίδες έγραψαν ένα σωρό, – ή να πω καλύτερα επωφελήθηκαν να γράψουν στις εφημερίδες εκείνοι που μισούν και πολεμούν τη Δημοτική. Αλλά δε γίνεται πιο κακόπιστο από το τελευταίο τους αυτό επιχείρημα! Γιατί λίγα χρόνια έχει που μπήκε η Δημοτική, στις πρώτες τάξεις μόνο του Δημοτικού. Οι απόφοιτοι του Γυμνασίου, που έδωσαν φέτος εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο, δεν την έφτασαν. Όταν, εδώ και δέκα ή δώδεκα χρόνια, πηγαίναν στο Δημοτικό, μάθαιναν κι αυτοί αμέσως, απευθείας την αρχαία, με τα περίφημα ία και ωά. (…)

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ «ΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ – ΣΑΣ ΑΣΠΑΖΟΜΑΙ ΦΑΙΔΩΝ» Εκδόσεις ΑΔΕΛΦΟΙ ΒΛΑΣΣΗ

 

Ένα θεριό που δεν ξέρει πως είναι θεριό είναι η νιότη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

Νεότης χωρίς ζωηρότητα δεν εννοείται, δεν είναι νεότης.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ «ΠΑΤΟΥΧΑΣ»

 

Ποιος μπορεί να τα βάλει με το σεισμό, με τη φωτιά, με τα νιάτα;

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»

 

Τους νέους τους σαγηνεύουν οι αρνήσεις περισσότερο από τις θέσεις, το γκρέμισμα περισσότερο από την ανοικοδόμηση.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ «Η ΖΩΗ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ»

 

«Νεανικό έθιμο στην Αθήνα του 1930»

Στα 1930, ο Παύλος Νιρβάνας αναφέρεται σ’ ένα περίεργο έθιμο των μαθητών της εποχής:

Ένα από τα πιο χαριτωμένα βυζαντινά μνημεία των Αθηνών βρέθηκε, κάποιο πρωί απ’ αυτά, μουντζουρωμένο στην ανάγλυφη πρόσοψή του, με μελάνια. Και μουντζουρωμένο, όπως φαίνεται, ανεπανόρθωτα, γιατί ο πορώδης λίθος των αναγλύφων του ρούφηξε βαθιά το χρώμα. Να ξυστεί και να καθαριστεί, χωρίς δεύτερη ζημία, χειρότερη απ’ την πρώτη, είναι αδύνατον. (…)

Αλλά στη θλιβερή αυτή ιστορία υπάρχει και θλιβερότερο ακόμα. Γιατί την ανίερη καταστροφή δεν την έκαναν χυδαίοι βάνδαλοι, ούτε έγινε, αθέλητα, από τυχαίο περαστικό. Την έκαναν, συνειδητά και θεληματικά, τα παιδιά του γειτονικού σχολείου, σπάζοντας απάνω στον τοίχο του μνημείου τα καλαμάρια τους. Δεν είχαν, βέβαια, λόγους ιδιαίτερης έχθρας κατά του μνημείου. Ακολούθησαν, απλούστατα, ένα μαθητικό έθιμο καινούριας δημιουργίας, που εμείς οι παλαιότεροι δεν το γνωρίσαμε στην εποχή μας. Το έθιμο να σπάζουν τα παιδιά τα καλαμάρια τους, στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Και είναι χρόνια τώρα, που, ακολουθώντας το νεαρό έθιμο, εξακολουθούν να τα σπάζουν μ’ έναν πανηγυρικό τρόπο, πότε στους τοίχους των σχολείων και πότε στους τοίχους των διπλανών σπιτιών. Αυτή τη χρονιά τα σπάσανε πάνω στο γειτονικό τους μνημείο. Του χρόνου μπορεί να τα σπάσουν, επισημότερα, απάνω στα μάρμαρα του Παρθενώνα ή του Ερεχθείου. Ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ ένα έθιμο και στη δύναμή του, όταν μάλιστα το έθιμο αυτό το διαχειρίζεται η ωραία και αβάσταχτη ορμή της παιδιάτικης ηλικίας; (…)

Η παιδεία, λοιπόν, στην Ελλάδα – δεν υπάρχει καμιά δυσκολία να βγάλει κανείς το συμπέρασμα – είναι ένα είδος σκλαβιάς. Για το παιδί που δε γνώρισε ακόμα άλλες σκλαβιές, είναι η μεγάλη σκλαβιά. Και τα χρόνια του απάνω στα θρανία περνούν με το όνειρο ενός λυτρωμού. Ενός λυτρωμού, που λαχταρά να τον πανηγυρίσει, σπάζοντας το καλαμάρι του, με μια ωραία απελευθερωτική ορμή, απάνω στον τοίχο της φυλακής του. Αλλά είναι σκλαβιά, λοιπόν, η παιδεία; Θα έπρεπε, αντίθετα, να είναι η απολύτρωση. Γιατί η παιδεία είναι που σπάζει τα δεσμά της αμάθειας και της πρόληψης, ανοίγοντας μπροστά στις ψυχές των νέων ελεύθερους φωτεινούς ορίζοντες. (…)

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ «Η ΣΚΛΑΒΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ» άρθρο στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 85, 1/7/1930

 

Οι νέοι αυτό που πολεμούν το βλέπουν όπως είναι, και αυτό που υπερασπίζονται, όπως θα ήθελαν να είναι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ «Η ΖΩΗ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ»

 

Το μοναχό δώρο που ο Θεός χαρίζει ακριβοδίκαια σ’ όλους τους ανθρώπους: τα νιάτα!

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ «ΤΟ ΡΕΜΠΕΛΙΟ ΤΩΝ ΠΟΠΟΛΑΡΩΝ»

 

Στα νιάτα οι λέξες είναι γιομάτες από ψίχα, από χυμό και φωτιά. Κατόπι αδειάζουν λίγο – λίγο κι απομένουν κούφια τσόφλια. 

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ «Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» 

 

Μη θα εγίνετο ποτέ ουδαμού επανάστασις, εάν δεν υπήρχαν της νεότητος η τόλμη και η απειρία;

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΙΚΕΛΑΣ «ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ»

 

Οι νέοι θέλουν τους ανθρώπους να είναι μόνο δυο ειδών… Ή όπως είναι το είδωλο που πλάσανε κατ’ εικόνα και ομοίωση του εαυτού τους… Ή όπως είναι εκείνοι που περιφρονούν… Βλέπουν μόνο αυτά τα δυο είδη ανθρώπων και δεν βλέπουν όλα τ’ άλλα.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ «ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ»

 

«Μαθηταί …εξοκείλουσι»

Στα 1882 η εφημερίδα ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ στηλιτεύει τη διαγωγή κάποιων …ζωηρών μαθητών της εποχής:

Μαθηταί τινες ανήθικοι εν τοις κατά την συνοικίαν του αγίου Αθανασίου παντοπωλείοις του Δημητρίου και Αχιλλέως κατά πάσαν εσπέραν εξακολουθητικώς συνερχόμενοι, εις διάφορα ατοπήματα εξοκείλουσι. Προς δε τας εκείθεν διερχομένας νεάνιδας ασχημόνως εκφραζόμενοι, αυτοδικαίως προκαλούσι τα πικρά παράπονα των πέριξ εντίμων οικογενειών διά την τοιαύτην επιλήψιμον αυτών συμπεριφοράν, τας χρηστάς του δημοσίου ελπίδας ούτω διαψεύδοντες εν παντελεί βεβαίως άγνοια των γονέων, κηδεμόνων και των διδασκάλων αυτών, ων την σύντονον μέριμναν φιλαδελφέως επικαλούμεθα προς άρσιν του τοιούτου σκανδαλώδους ατοπήματος εν ου δέοντι, αποφεύγοντες να στηλιτεύσωμεν δημοσίως σήμερον τα ελλόγιμα αυτών ονόματα.

εφημερίδα ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 21/4/1882 από το βιβλίο «Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΥΠΟΣ» Εκδόσεις ΚΕΝΤΡΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

Η ψυχή του εφήβου μοιάζει με σφαίρα γεμάτη από ύλες εκρηκτικές, που όσο περισσότερο την περισφίξετε, τόσο δυνατότερα κι επικινδυνωδέστερα θα εκραγεί!

ΜΙΛΤΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΣ από επιστολή του στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (30/1/1931) από το βιβλίο του Π.Δ.ΠΑΝΤΑΖΗ «ΜΙΛΤΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΣ – Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ» Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ

 

 

Advertisements

ιστορίες από τον πόλεμο του 1940-41

26/10/2009

Alexandrakis-Proelasis

Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) «Προέλασις»

 
«Αξίζει να είναι κανείς Έλληνας τις μέρες αυτές»

2 Νοεμβρίου 1940

Θαυμάσιοι καιροί (δυστυχώς, γιατί βοηθούν τους αεροπόρους του εχθρού). Η Αθήνα διατηρεί μια όψη εορτάσιμη. Κόσμος πολύς χυμένος στους δρόμους, κίνηση εξαιρετική. Περνούν μονάδες του στρατού που πηγαίνουν στο μέτωπο. Οι φαντάροι τραγουδούν, το πλήθος χειροκροτεί και ζητωκραυγάζει.
Αξίζει να είναι κανείς Έλληνας τις μέρες αυτές.

 

 7 Φεβρουαρίου 1941

Συνάντηση με τον Κώστα Λυκιαρδόπουλο, που έμεινε στη γραμμή ενάμιση μήνα και έπαθε κρυοπαγήματα. Μου διηγείται διά μακρών τις περιπέτειές του, τη μεγάλη επίθεση στην οποία έλαβε μέρος και το πώς δε βάσταξε η καρδιά του να τραβήξει απάνω στους Ιταλούς που έφευγαν σαν λαγοί.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ «ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Θαμμένοι στο Μνήμα της γριάς

Άμα φτάσαμε στο Μνήμα της Γριάς λύσσαγε η χιονοθύελλα. Έπαιρνε το χιόνι, το σκούπιζε, τ’ ανεμοστροβίλιζε, το σκόρπαγε ξανά κάτω, για να το ξαναπάρει και να το πετάξει σαν χτύπημα απάνω μας. (…)

Κι άξαφνα ακούμε ντουφεκιές. Ντουφεκιές που δεν έρχονται από πουθενά, από καμιά μεριά. Τι νάναι; Ιταλοί; Μέσα σ’ αυτό το χαλασμό σκάσανε μύτη οι άτιμοι; Δεν γίνεται. Αμ τότε; Τότε είναι δικοί μας που ρίχνουνε να τους ακούσουμε. Μα πού νάναι; Είναι θαμμένοι. Θαμμένοι βαθιά στο χιόνι που ολονυχτίς έπεσε και τους έθαψε. Η κωνική σκηνή του λοχαγού σκεπάστηκε ολότελα. Και σκάβομε, σκάβομε, αδιάκοπα και γρήγορα. Σε λίγο φαίνεται ο κώνος της σκηνής, ύστερα φαρδαίνει η τρύπα και μετά ώρα πολλή φτάσαμε στην πόρτα. Πετιέται ένας λοχαγός -ένας Σταματίου. Μοιάζει τρελός.
-Προφτάσετε μωρέ παιδιά! Κοντέψαμε να σκάσομε!
Ο δοιμιρίτης μας ρώταει αν έχει τίποτε να διατάξει.
-Τους ξεθάψατε όλους; ρωτάει ο λοχαγός.
-Δεν ξέρουμε. Ξεθάψαμε τη σκηνή σας κι άλλα πέντε μεγάλα αντίσκηνα.
-Πέντε μόνο; Τρεχάτε σ’ εκείνο το έλατο από κάτω. Κάνετε γρήγορα! Κι άμα ξεσκεπάζετε το αντίσκηνο σκίζετέ το να μπαίνει ο αέρας.
Φωνάζει μέσα στην καταιγίδα για να τον ακούσουμε. Ο αέρας παίρνει τα λόγια του, τα σκορπίζει μέσα στο χιόνι, τα παγώνει μόλις βγουν από το στόμα.
Κι εμείς τρέξαμε όπως μπορούσαμε μέσα στο χιόνι, τρέξαμε στο δέντρο, και σκάψαμε σαν δαιμονισμένοι, σκάψαμε σαν τρελοί, και σκίσαμε τ’ αντίσκηνο να μπει αέρας. Και μπήκε ο αέρας, και βρήκε πεθαμένα κορμιά, δρόσισε χείλια πρησμένα και χάιδεψε δάχτυλα γαντζωμένα στ’ αντίσκηνο που δεν είχαν προφτάσει να τ’ ανοίξουν. Έξι κορμιά παγωμένα, κουλουριασμένα, πέτρινα. Σ’ ένα άλλο αντίσκηνο, πιο τυχεροί και πιο γνωστικοί, αν μπορείς να πεις γνώση αυτό που κάνανε, τρύπησαν το αντίσκηνο και πέρασαν ένα μάνλιχερ μέσ’ από το χιόνι. Τράβηξαν μια σφαίρα κι ύστερα βγάλανε το κινητό ουραίο. Κι απ’ αυτή την τρυπίτσα της κάννης, την τρυπίτσα των εξίμισι χιλιοστών, όλη νύχτα μπήκε η ζωή σ’ αυτό το παγωμένο σκοτάδι τους. Ο λίγος αυτός αέρας, ο ελάχιστος, τούς έζησε ώρες κι ώρες κι άμα μπούκωνε η κάννη απ’ το χιόνι τραβούσαν μια σφαίρα και καθάριζε.
Ξέρω πως αυτό εδώ που είπα δεν θα το πιστέψετε. Όμως έτσι είναι. Κι αν ρωτήσεις άλλους που έτυχαν να είναι σ’ αυτό το Μνήμα της Γριάς, τα ίδια θα σου πούνε. Ναι! Ζήσαν άνθρωποι νύχτες ολόκληρες έτσι δα. Με το στόμα κολλημένο στο παγωμένο σίδερο του ντουφεκιού παίρνοντας την ανάσα τους απ’ τα εξίμισι αυτά χιλιοστά. Κι άμα μπούκωνε η κάννη από το χιόνι τραβούσαν μια σφαίρα και καθάριζε.

ΑΓΓΕΛΟΣ Σ. ΒΛΑΧΟΣ «ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ» Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ 

 

mar9

Χρήστος Καπράλος (1909-1993) «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ» (μέρος της ζωφόρου)

 

«Η ανοιξιάτικη επίθεση»

Η μεγάλη ανοιξιάτικη επίθεση των Ιταλών, η επίθεση της 10ης Μαρτίου, όπως τη λέγαμε εμείς, που τόσο διθυραμβικά την προαναγγέλνανε τόσον καιρό και που σ’ αυτή στήριζαν τις ύστατες ελπίδες τους, είχε αρχίσει – πραγματικά φοβερή. Το πολεμικό τους υλικό ήταν άφθονο και το ρίχνανε αφειδώς. Το δικό μας, γλίσχρο, αγωνιώδες, προβληματικό, μα σε κάθε ελληνικό στήθος είχε ριζώσει μια βουβή αμετάκλητη απόφαση: «Δε θα περάσουν». (…)
…με τα μηχανήματά μας υποκλοπής, μ’ αυτά τα συνεχή ραδιοτηλεφωνήματα και τηλεγραφήματά τους, παρακολουθούσαμε και βλέπαμε καλά την κατάστασή τους. Τις απεγνωσμένες εκκλήσεις τους για βοήθεια, την άμεσή τους ανάγκη από τραυματιοφορείς, από υγειονομική υπηρεσία, και από πολεμικό υλικό, τις δικαιολογίες τους «εν αμαρτία» για την ομίχλη που εμποδίζει κάθε ορατότητα, τη σχεδόν αδιάκοπη αλλαγή κι αντικατάσταση των Διοικητών τους, τους νεκρούς, τους τραυματίες, και τις εσπευσμένες, αγωνιώδεις τους αιτήσεις για όλμους! για όλμους! για όλμους! και για εντονότερη, συνεχή, ακατάπαυτη και ιδίως πιο αποτελεσματική δράση του Πυροβολικού τους. Και, προσοχή! Προς Θεού, προσοχή! – τους χτυπάει πολλές φορές αυτούς τους ίδιους!
Μα και τα δικά μας τηλεφωνήματα που λάβαινα τη νύχτα, είχαν κι αυτά μέσα τους όλη τη δραματικότητα της στερνής απόφασης με σφιγμένα δόντια. Υ λ ι κ ό ! Υ λ ι κ ό ! γυρεύανε από παντού. Όλα τελειώνουν, οι εφοδιοπομπές είναι ανεπαρκείς, υπάρχουν τμήματα που σε λίγο θα εξαντλήσουν το τελευταίο τους φυσίγγιο. Και τότε ήταν οι κατεπείγουσες διαταγές να παρθούν όλα, ανεξαιρέτως όλα τ’ αυτοκίνητα, από κάθε μονάδα, όπου και να βρίσκεται, όποια και να ‘ναι – Πυροβολικό, Μηχανικό, Αεροπορία, Όρχος – και να μη μείνει ούτε ένα, ό,τι και να ‘ναι, όποιο σαράβαλο και να ‘ναι, που να μην κατέβει να φορτώσει στα Γιάννενα και να τραβήξει ολοταχώς μες στα όλα για πάνω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ «ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΠΟΤΑΜΙ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

 

 «Γράμματα στο μέτωπο»

Ήταν ένα μεγάλο δέμα που όταν κάπως ανοίχτηκε άφησε να παρουσιαστεί ένα μεγάλο στενόψηλο ντενεκεδένιο κουτί. Γράμματα έλεγε ο Γιατρός που τώρα παιδευότανε με το καπάκι του, γράμματα, δόξα το Θεό, λαβαίνει τόσα και κάθε μέρα, που δεν προφταίνει ν’ απαντάει, που δεν επαρκεί. Η Μιμή, η Λέλα, η Μαρία, η Καίτη – μα πού να θυμηθεί όλη αυτή την ταξιαρχία του! Και το πιο αστείο είναι που δεν τις ξέρει, που δεν τις έχει δει ποτέ στη ζωή του. Μια ξαδέρφη του του τα σκάρωσε όλα αυτά όταν κάποτε της έγραψε πως θα ‘θελε, έτσι για να περνάει λίγο η ώρα, ν’ αλληλογραφήσει με καμιά άγνωστη δεσποινίδα. Και το γράμμα του, από χέρι σε χέρι, του ‘φερε όλο τούτο το τσούρμο, που, όπως μας είπε , δεν επαρκεί για να το ικανοποιήσει. Και στην πρώτη απάντησή του τις έβαλε όλες να αυτοπεριγραφούν – κι εκεί να δεις γλέντι όταν έφτανε μια μια η περιγραφή! Μάτια, χείλια, κορμοστασιά, ξανθές και μελαχρινές και μια κοκκινομάλλα – κι άλλη που είναι αισθηματική, κι άλλη πάντα υπέρ της χειραφετήσεως και της προόδου και του ελεύθερου έρωτα ακόμη, κι άλλη που θα ‘θελε να ‘ναι εδώ πάνω μαζί μας για να πολεμάει στα βουνά, σαν την Μπουμπουλίνα!

Δεν ξέρετε, κύριε Μπεράτη, εσείς που είσαστε νεοφερμένος εδώ, τι γλέντι γίνεται μ’ αυτά τα γράμματα! Αν έχετε καμιά καλή ιδέα, αύριο, στην απάντηση, να μας την πείτε. Δεν ξέρετε τι δούλεμα τους κάνω, με τι χιούμορ τους τα γράφουμε όλα. Και προχτές τους έγραφα για το χαρέμι από φαλαγγίτριες που έχει ο καθένας μας και πόσο τις περιποιούμαστε όλοι μας αφού τις δίνουμε και το αίμα μας ακόμη – κι έτσι δεν έχουμε καμιά ανάγκη του ελευθέρου τους έρωτος που ας κάθεται ν’ αλωνίζει και να μαραίνεται στην Αθήνα, αφού όλα τα ομορφόπαιδα είναι εδώ. Φαλαγγίτριες; Δεν ξέρω; Μα βέβαια έτσι τις έχουμε βαφτίσει προ καιρού εδώ τις ψείρες μας, τ’ αγαπημένα μας αυτά κι απαραίτητα διακριτικά μας ζωύφια, που στοματάκι έχουν και μιλιά δεν έχουν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ «ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΠΟΤΑΜΙ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

Alexandrakis-KsafnikaMesTiNyhta

Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) «Ξαφνικά μέσα στη νύχτα»

 

«Ο Μακαρονάς να είναι Μίσκο»

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στη «Βραδυνή» της 29ης Οκτωβρίου 1940:

Αλλ’ ο Κλεόβουλος δεν έφυγε αμέσως για τα σύνορα. Οι περισσότεροι όμως φίλοι του έφυγαν: Ο «θηριώδης» Θεοδωρής, ο γιγαντόσωμος Πέτρος, ο οποίος έχει βαπτισθή υπό του Κλεοβούλου «Μέγας Πέτρος», ο Ακάκιος, ένας άλλος φίλος και συνάδελφος του Κλεοβούλου, ο Λευτέρης ο Χορευταράς και άλλοι πολλοί. Ο Κλεόβουλος τους αποχαιρέτησε ηρωικώς:
-Εις το καλόν, παμφίλτατοι, τους είπε. Και ο καθείς εξ υμών να προσκομίση έναν μακαρονά αιχμάλωτον.
Αίφνης εθυμήθη μια παλιά πασίγνωστη ρεκλάμα και στρεφόμενος στον συνάδερφό του, τον Ακάκιο, του εφώναξε:
-Ακάκιε: Μη ξεχάσεις ο Μακαρονάς να είναι Μίσκο…

Η ΠΕΝΝΑ Χ «ΤΟ 24ΩΡΟ ΤΟΥ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ» Εφημερίδα Η ΒΡΑΔΥΝΗ, Τρίτη 29/10/1940

 

Σ’ ένα τέτοιο στένεμα, πίσω απ’ τη γωνιά του βράχου, χωρίς ακόμη να τους βλέπουμε, ακούσαμε ποδοβολητά και φωνές. Σε λίγο ξεμπουκάρανε τα πρώτα τους μουλάρια. Ήμαστε ακριβώς στα από κάτω μέρη της Γκάυτσας κι ο βομβαρδισμός εξακολουθούσε ακατάπαυτα. Οι φάλαγγές μας σταματήσανε η μια απέναντι στην άλλη. Ήταν αδύνατο να περάσουνε ούτ’ αυτοί, ούτ’ εμείς, και το χειρότερο: ήταν αδύνατο να στρίψουμε τα μουλάρια. Αρχίσανε φωνές, καυγάδες. Σχεδόν περνώντας κάτω απ’ τις κοιλιές των μουλαριών μας, εγώ κι ο Νώντας φτάσαμε στο κεφάλι της δικής μας φάλαγγας. Το ‘να μουλάρι μας είχε κολλήσει πάνω στ’ άλλο κι ήτανε αδύνατον εδώ να κρατήσεις καμιά απόσταση, όπως ο Ταγματάρχης κι η Λογική είχανε συμβουλέψει.
Έφτασα ως τον αξιωματικό της άλλης φάλαγγας. Καλά, τι θα γίνει τώρα που μπερδευτήκαμε έτσι;
Πάντως αυτός μεταφέρει βαρέως τραυματισμένους και το καταλαβαίνω καλά κι εγώ πως έπρεπε να περάσει.
Βεβαίως, να περάσει. Θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν.
Αχ! Θεέ μου, πώς γίνηκαν όλ’ αυτά! Πώς καταφέραμε, βοηθώντας όλοι μαζί, ν’ ανεβάσουμε όλα τα μουλάρια μας στα δίπλα μας βράχια για ν’ αφήσουμε ελεύθερο αυτό το μονοπάτι! Από πάνω μας εκεί στην άκρη άκρη της κορφής που ελάχιστα απείχε, οι εκρήξεις των οβίδων ήταν όλο και πιο συνεχείς, έτσι σα να σε πλησιάζει όλο και πιο πολύ μέσα σ’ ένα εφιάλτη κάτι το αναπόδραστο. Κι η άλλη φάλαγγα, γυρίζοντας τη βράχινη γωνιά, άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας.
Ξεδιπλωνότανε με βόγγους, με βλαστήμιες, με φωνές. Με κομμένα χέρια, με σπασμένα πόδια, με τυλιγμένα αιμόφυρτα κεφάλια, τους είχανε επάνω στα μουλάρια γιατί δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Όπως μπορούσαν τους κρατούσαν από δω κι από κει δυο στρατιώτες, κι εκείνοι γέρναν ακατάπαυτα πότε μπρος, πότε πίσω, δεξιά, αριστερά, κι όλο βογγούσαν, όλο δάγκαναν τα χείλια τους. Τα πρόσωπά τους ήτανε μαύρα και πελιδνά. Τα μάτια τους μας κοιτούσαν σα να μη μας βλέπανε. Ήταν χαμένα, πυρετώδη, στιγματισμένα με αίμα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ «ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΠΟΤΑΜΙ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

Alexandrakis-Aera!

Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) «Αέρα!»

 

 Στις 8 Μαρτίου 1941 ο Γεώργιος Βλάχος δημοσίευσε στην Καθημερινή την “Ανοικτή επιστολή” προς τον Χίτλερ. Η Ελένη Βλάχου περιγράφει τις αντιδράσεις που προκάλεσε εκείνη η επιστολή:

Το να πει κανείς ότι αυτό το άρθρο έκανε πάταγο είναι λίγο. Μέσα σε λίγες ώρες έφθασε στις πιο μακρινές γραμμές του Μετώπου, και γίνεται ανάρπαστο, νέο πολεμικό ηρωικό ευαγγέλιο που ζωντανεύει τη φλόγα στην κουρασμένη καρδιά των παιδιών. Κυκλοφορεί και ανατυπώνεται όλες τις επόμενες μέρες σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, αναδημοσιεύεται στον ξένο τύπο (το “Τάιμς” το μεταφράζει) και τα πρακτορεία ειδήσεων αναφέρουν με θαυμασμό τη γενναία φωνή ενός γενναίου λαού και τη φωνή της “Καθημερινής” που κερδίζει μιαν αξεπέραστη θέση στην Ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας.

ΕΛΕΝΗ  ΒΛΑΧΟΥ “ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ” Εκδόσεις ΖΗΔΡΟΣ

Ανοικτή Επιστολή προς την Α. Ε. τον κ. Α. Χίτλερ (απόσπασμα):

…Και Σεις; Σεις, -λέγουν πάντοτε- θα επιχειρήσετε να εισβάλετε εις την Ελλάδα. Και ημείς, λαός αφελής ακόμη, δεν το πιστεύομεν. Δεν πιστεύομεν ότι στρατός με ιστορίαν και με παράδοσιν -αυτό και οι εχθροί του δεν το αρνούνται- θα θελήση να κηλιδωθή διά μιας πράξεως παναθλίας. (…) Διότι τι θα κάμη ο στρατός αυτός, εξοχώτατε, αν αντί πεζικού, πυροβολικού και μεραρχιών, στείλη η Ελλάς φύλακας εις τα σύνορά της είκοσι χιλιάδας τραυματιών, χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, με τα αίματα και τους επιδέσμους διά να τον υποδεχθούν;… Αυτούς τους στρατιώτας φύλακας θα υπάρξει Στρατός διά να τους κτυπήση; Αλλ’ όχι, δεν πρόκειται να γίνη αυτό. Ο ολίγος ή πολύς στρατός των Ελλήνων που είναι ελεύθερος, όπως εστάθη εις την Ήπειρον, θα σταθή, αν κληθή, εις την Θράκην. Και τι να κάμη;… Θα πολεμήση. Και εκεί. Και θα αγωνισθή. Και εκεί. Και θ’ αποθάνη. Και εκεί. Και θ’ αναμείνη την εκ Βερολίνου επιστροφή του δρομέως, ο οποίος ήλθε προ πέντε ετών και έλαβε από την Ολυμπίαν το φως, διά να μεταβάλη εις δαυλόν την λαμπάδαν και φέρη την πυρκαϊάν εις το μικρόν την έκτασιν αλλά μέγιστον αυτόν τόπον, ο οποίος, αφού έμαθε τον κόσμον όλον να ζη, πρέπει τώρα να τον μάθη και ν’ αποθνήσκη.  Μετ’ εξόχου τιμής Γ. Α. ΒΛΑΧΟΣ  εφημερίδα “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” Σάββατο 8 Μαρτίου 1941

 

“Σιωπή”

Η Πηνελόπη Δέλτα πήρε το δηλητήριο στις 10 το πρωί της 27ης Απριλίου 1941, τη στιγμή που υψωνόταν στην Ακρόπολη η γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό. Αναζήτησαν τις κόρες της. Βρήκαν την κ. Ζάννα. Όταν την είδε, η μητέρα της της είπε: -Γιατί άφησες τη δουλειά σου; Σε χρειάζονται οι πληγωμένοι… Και με σβησμένη φωνή, προσέθεσε: -Να με θάψετε στον κήπο. Στην ταφόπετρα να γράψετε μόνο τη λέξη: ΣΙΩΠΗ

Γ. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 27/4/1969 από το βιβλίο “ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΄40-΄41″ των Κ. ΧΑΤΖΗΠΑΤΕΡΑ – Μ. ΦΑΦΑΛΙΟΥ

 

getImage

Χρήστος Καπράλος (1909-1993) «Μνημείο της Πίνδου» (λεπτομέρεια)

Άγγελος Τερζάκης

24/10/2009

15-02-04_1282415_21

Άγγελος Τερζάκης (1907-1979)

 

Ο Άγγελος Τερζάκης ήταν Έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του ’30. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια. Για πολλά χρόνια αρθρογραφούσε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ. Γνωστότερο μυθιστόρημά του είναι η «ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ ΙΖΑΜΠΩ».

 

Αποστρέφομαι τους ανθρώπους που δεν αμφιβάλλουν.

«ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ» Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

  

Α, τι δύσκολη η ηθική, που τόσο εύκολα την απαιτούμε!

“ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ” ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Η ζωή είναι κάτι τρομαχτικά σκληρό, που ο άνθρωπος θέλει σώνει και καλά να το κάνει ήπιο. Ε, δε γίνεται ήπιο!

“ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Ο έρωτας είναι ένα πάθος εγωιστικό, έχουν άδικο να τον καλλωπίζουν. Θέλεις την ευτυχία του αγαπημένου προσώπου υπό τον όρο πως θα του τη δώσεις εσύ κι όχι άλλος.

“ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ” Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Η ελευθερία προϋποθέτει τη σκληρότητα. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος όταν ενδίδω.

«ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Μερικοί κατορθώνουν να ζουν με τη στιγμή. Είναι οι ευτυχέστεροι.

«ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Οι τρεις βασικοί νόμοι της ζωής είναι: το άνισο, το άδικο, το ανήθικο.

«ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

louloudia_tsigos 

Θανάσης Τσίγκος (1914-1965) “Λουλούδια” Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ

 

Φαίνεται πως η εντολή της ζωής είναι τέτοια: να ιδρώσεις, να σκοντάψεις, να δακρύσεις, ώσπου, μέσα στην απέραντη βουρκοθάλασσα, ν’ αγγίξεις κάποια στιγμή με τ’ ακροδάχτυλα το σπάνιο διαμάντι της χαράς, που μόλις το βρεις το χάνεις, κι αρχίζεις πάλι από την αρχή.

«ΑΠΡΙΛΗΣ» Εκδόσεις ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Ο Χριστιανισμός, που θεωρήθηκε θρησκεία των αδυνάτων, είναι στην πραγματικότητα θρησκεία των απίθανα, των απάνθρωπα δυνατών. Γι’ αυτό βρήκε τόσο λίγο έδαφος εφαρμογής είκοσι αιώνες τώρα.

«ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Ό άνθρωπος θέλησε να ελευθερωθεί από το Θεό και υποδουλώθηκε στο Χρόνο. Αυτό είναι το δράμα του καιρού μας.

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Είναι φοβεροί οι άνθρωποι που δεν έχουν ποτέ αμαρτήσει, ή που νομίζουν πως ποτέ δεν αμάρτησαν. Ο ανεπίληπτος είναι τέρας, έξω από το φυσικό νόμο. Εγώ αγαπώ τον αμαρτωλό.

«ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ» Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Αν κάποιος ανεκάλυψε την αγάπη, (…) αυτός ο κάποιος είναι ο άνθρωπος. Την ανεκάλυψε σε πείσμα του Θεού!

«ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Από τους δέκα ανθρώπους που σου ζητάν τη γνώμη σου για κάτι, οι εννέα το κάνουνε μονάχα για να σου πούνε τη δική τους.

«ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ» Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70008

Σπύρος Βασιλείου (1902-1985) “Σύνθεση με ανθρώπους και παράθυρο”

 

Απόσπασμα από το ημερολόγιο του Α. Τερζάκη:

14/10/1944

Τρεις ημέρες «λευτεριάς» ούτε μια στιγμή χαράς.

Στις 12 του μηνός (Πέμπτη), το πρωί, ντυνόμουνα για να πάω στο γραφείο μου όταν η Λουζία μου λέει: «Κάτι τρέχει έξω!». Βγαίνει η Άφρω και γυρίζει λέγοντας: «Έρχονται, λέει, οι Εγγλέζοι». «Καλά, τους λέω, θα ντυθώ και θα βγω έξω να ιδώ». Ντύθηκα, βγήκα, κι είδα τα σπίτια (…) να σημαιοστολίζονται. Ο κόσμος έτρεχε προς την Ομόνοια χωρίς να ξέρει τι τρέχει και τι θέλει. Ξαναμπήκα στο σπίτι κι ενώ έβγαζα να τους αφήσω λεπτά για ψώνια με πήρανε τα κλάματα. «Κάνετε το σταυρό σας, παιδιά μου», τους λέω, «γιατί ξανάδαμε τη σημαία μας κρεμασμένη». «Γιατί κλαις, μπαμπά;» με ρωτάει ο Μιμάκος. «Άμα μεγαλώσεις, παιδί μου», του απαντώ, «θα καταλάβεις γιατί κλαίω».

Στο θέατρο. Φωνάζω να σημαιοστολίσουν. Ο Χριστόφορος ο Ταβουλάρης δε βρίσκεται πουθενά. Ανεβαίνω στο φροντιστήριο και παίρνω μόνος μια μεγάλη σημαία. Κατεβαίνω στο Θέατρο λέγοντας να την κρεμάσουν. Και τότε γίνεται το συμβολικό: Ενώ ο Λιδωρίκης είχε έρθει κοντά, ο Καρούσος πιάνει το πανί της σημαίας λέγοντας: «Μια στιγμή!». Και προσθέτει: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι εκείνο που έφερε την απελευθέρωση είναι το ΕΑΜ. Λοιπόν πρέπει να γράψουμε πάνω στη σημαία ΕΑΜ». Αντιρρήσεις του Λιδωρίκη. Τον βάζουνε μπροστά. Εγώ, σε λίγο, προσπαθώ να τους συνετίσω, φωνάζοντας κατά μέρος την Παΐζη και τον Καρούσο. Τίποτα. Αρχίζει η στάση τους να γίνεται αυθάδης και προκλητική. Από κείνη τη στιγμή τα πράματα παίρνουνε κατήφορο. Τα συνεργεία ράβουνε με κόκκινη κλωστή πάνω στις σημαίες το ΕΑΜ, ΕΛΑΣ. Ανάρτηση της σημαίας, λόγος του Γληνού, χειροκροτήματα, ζητωκραυγές για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Επί σκηνής λόγος του Καρούσου. Πάλι το Κομμουνιστικό Κόμμα.

από το ημερολόγιο του Α. Τερζάκη (εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/10/1999)

ο ενενηντάρης είναι ο …νέος της εποχής

22/10/2009

cebcceaccf80ceb5cf84-cf83cf8ccebfcf851 

Αντιγράφουμε από τη στήλη του Χρήστου Μιχαηλίδη (εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21/10/2009):

ΑΙΩΝΟΒΙΟΣ ή αιωνόβια με πρόσωπο και σώμα πενηντάρη ή πενηντάρας;

Ως προς το πρώτο, το πρόσωπο δηλαδή, με τις χίλιες δύο αισθητικές επεμβάσεις, κάτι έχουμε πετύχει. Απομένει τώρα το δεύτερο, το σώμα, ώστε να είναι κομπλέ το πράγμα και να έχει, δηλαδή, το μποτοξάκι και το λίφτιγκ την κορμάρα που του αρμόζει. Στο ειδικό ένθετο για την «Υγεία» από την ηλεκτρονική σελίδα του BBC, διαβάζουμε πως επιστήμονες στο ινστιτούτο του Λιντς εκπονούν εδώ και 5 περίπου χρόνια ένα ερευνητικό πρόγραμμα προϋπολογισμού γύρω στα 50 εκατομμύρια λίρες, εις αναζήτησιν πρωτοποριακών και εφικτών λύσεων, ώστε, όπως λένε, το σώμα μας να συμβαδίζει με τις ραγδαίες αλλαγές, ως προς το καλύτερο, που έχουν επέλθει στη γενικότερη κατάσταση της υγείας μας.

ολόκληρο το άρθρο του Χ. Μιχαηλίδη μπορείτε να το διαβάσετε στο http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=94218

εμείς απλώς θα ασχοληθούμε με τα γηρατειά, έτσι όπως τα σχολίασαν διάφοροι Έλληνες λογοτέχνες.

 

Ανάθεμα τα γηρατειά!… βογγώ λαχανιασμένος
και τίποτα δε βρίσκεται για να με ξεκουράσει…
ας είναι δεκατέσσαρες φορές αφορισμένος
εκείνος όπου εύχεται ανθρώπου να γεράσει.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ «Ο ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ»

 

Οι βράχοι δε σκιάζονται γεράματα.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ «ΚΑΝΑΡΗΣ»

 

Καλότυχα ‘ναι τα βουνά, ποτέ τους δε γερνάνε.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ

 

Διατί αποστρεφόμεθα το γήρας ενώ επιθυμούμεν να ζήσωμεν μέχρι γήρατος;

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ «Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ» Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

 

Σαν αρχίζουμε να βρίσκουμε παράξενα τα φερσίματα των νέων θα πει πως γερνούμε.

ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΠΡΑΣΙΝΟΣ «Ο ΣΟΜΑΛΗΣ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Η θεία πρόνοια παραθέτει ημίν ως επιδόρπιον παν ό,τι δύσπεπτον και αηδές, τας ρυτίδας, την ποδάγραν, την πλήξιν και την εγκατάλειψιν.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ

 

Το άνθος μαραίνεται, το φύλλον ξηραίνεται, ο κόσμος περνά. Και μόνο ο θάνατος επλάσθη αθάνατος. Αυτός δεν γερνά.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΤΣΟΣ «Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ»

14-03-04_1282618_81

 Εμμανουήλ Κουμέλης (1857-1912) «Ευτυχισμένα γεράματα»

 

Καπετάν Πολυξίγκης: Μωρέ δεν είναι κρίμα κι άδικο να μη βαστάει χίλια χρόνια η νιότη του ανθρώπου! Μπας και φοβήθηκε ο Θεός μην του πάρουμε το θρόνο, και σιγά σιγά, μπαμπέσικα, μας ξαρματώνει – μας βγάζει τα δόντια, μας ξεκλειδώνει τα γόνατα, μας τσακίζει τα νεφρά, μας θολώνει τα μάτια, και τρέχουν τα ρουθούνια και τα χείλια μας μύξες και σάλια; Δε με νοιάζει ο θάνατος, δε με νοιάζει, θεόψυχά μου, ας με φάει μια και καλή το βόλι. Μα αυτό το σιγανό ξεγιβέντισμα, όχι, δεν υπογράφω!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

 

Γεροπιστικός: Πώς φορτώνονται απάνω μας τα έρημα τα χρόνια, χωρίς να το καταλαβαίνομε! Μας κλέφτουν τρίχα – τρίχα τα νιάτα μας, τη λεβεντιά μας, τη ζωή μας, μας ζαρώνουν το πετσί, που γυαλοκοπούσε πριν, μας ασπρίζουν τα μαύρα ή τα ξανθά μαλλιά, και μας μαδούν, μας βγάζουν τα δόντια, μας θαμπώνουν τα μάτια, μας κουφαίνουν τ’ αυτιά, μας αδυνατίζουν τα χέρια και τα ποδάρια, μας σκρυμπώνουν το κορμί.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ «ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ» Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ

 

 

 

 

η εγκληματικότητα στα 1906

21/10/2009

periodika265

Το περιοδικό Ο ΝΟΥΜΑΣ κυκλοφόρησε (με διακοπές) από το 1903 ως το 1931. Ιδρυτής και δημιουργός του υπήρξε ο Δημήτριος Ταγκόπουλος. Το περιοδικό έδωσε μεγάλη μάχη για την καθιέρωση της Δημοτικής γλώσσας, καθιερώνοντάς την σε όλες του τις στήλες.
Την περίοδο 1905-1906 στο περιοδικό υπήρχε στήλη με την ονομασία ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ, στην οποία γινόταν εβδομαδιαία καταγραφή της εγκληματικότητας, σχολιασμένη με ειρωνικό τρόπο από τον ΦΟΝΟΓΡΑΦΟ.

 

τ. 179, 1η του Γεννάρη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Επαρχίες 11
Λαβωμοί. Αθήνα 2, Περαίας 9 (ο ένας από καρότσα και οι εφτά τα Χριστούγεννα), Επαρχίες 9.
Κλεψιές. Αθήνα 2.
Σημ. Η Αθήνα πέρασε φέτος καλά Χριστούγεννα, δίχως αίμα. Την ικανοποίησε όμως ο Περαίας με τους εφτά του λαβωμούς. Πάλι καλά, αφού μπορούσανε νάναι κι 107.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

τ. 180, 8 του Γεννάρη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Αθήνα 2, επαρχίες 3
Λαβωμοί. Αθήνα 2 (ο ένας από τραμ), Περαίας 8, επαρχίες 7.
Κλεψιές. Αθήνα 2, Περαίας 3.
Απαγωγές. Επαρχίες 1.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

AKPOPOLH1905

Ακρόπολη 1905

τ. 182, 22 του Γεννάρη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Επαρχίες 15.
Λαβωμοί. Αθήνα 4, Περαίας 2, Επαρχίες 11.
Κλεψιές. Αθήνα 3, Περαίας 5, Επαρχίες 3 (οι δύο ληστείες).
Απαγωγές. Περαίας 1, Επαρχίες 2.
Σημ. Τα οικογενειακά δράματα τούτη τη βδομάδα δώσανε και πήρανε στις επαρχίες. Μετράτε. Ένας γιος σκότωσε τη μάννα του. Ένας πατέρας σκότωσε το παιδί του. Ένας αδερφός τον αδερφό του. Δυο αδέρφια τις αδερφάδες τους. Και το φοβερώτερο, ένας πατέρας στην Αμαλιάδα εβίασε το κορίτσι του κι έπειτα τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Να σωρό θέματα για τον Παντελίδειο διαγωνισμό και σωρό μούντζες για τη δημοσία μας ασφάλεια.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

τ. 183, 29 του Γεννάρη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Επαρχίες 18 …κι αμάν αμάν!
Λαβωμοί. Αθήνα 10, Περαίας 7, Επαρχίες 17.
Κλεψιές. Αθήνα 2, Περαίας 3.
Απαγωγές. Αθήνα 1, Περαίας 1, Επαρχίες 2.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

CorinthCanal1906

Διώρυγα της Κορίνθου (1906)

τ. 184, 5 του Φλεβάρη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Επαρχίες 7.
Λαβωμοί. Αθήνα 5 (ο ένας από κάρρο), Επαρχίες 2.
Κλεψιές. Αθήνα 1, Περαίας 1, Επαρχίες 2 (τη μια την έκαμε κάπιος Ηγούμενος στη Σπάρτη)
Απαγωγές. Περαίας 1, Επαρχίες 2.
Σημ. Τρεις μέρες, όσο βάσταξε η Υπουργική κρίση, οι φημερίδες δε μας είπανε τι έγινε στις Επαρχίες, γι’ αυτό δα και σημειώνουμε σήμερα και τόσο λίγους λαβωμούς.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

τ. 185, 12 του Φλεβάρη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Περαίας 2, Επαρχίες 22.
Λαβωμοί. Αθήνα 5, Περαίας 7, Επαρχίες κανένας. (Αυτή τη βδομάδα οι Επαρχίες δουλέψανε στα γερά, όλο και σκοτωμούς. Καμιά ρηξιά δεν πήγε χαμένη).
Κλεψιές. Αθήνα 4, Περαίας 4, Επαρχίες 4 (οι δυο ληστείες).
Απαγωγές. Αθήνα 3, Περαίας 1, Επαρχίες 5.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

Photo17

Ο Ναός του Ολυμπίου Διός και η Ακρόπολη (1908)

 

τ. 190, 19 του Μάρτη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Αθήνα 1 (από άμαξα), Περαίας 1 (από σούστα), Επαρχίες 26!
Λαβωμοί. Αθήνα 9, Περαίας 4, Επαρχίες 8.
Κλεψιές. Περαίας 2, Επαρχίες 1 (κι όσες δε μαρτυράει η αστυνομία).
Απαγωγές. Αθήνα 1, Επαρχίες 1.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

τ. 192, 2 του Απρίλη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Αθήνα 1, Επαρχίες 11 (οι 7 εκλογικοί).
Λαβωμοί. Αθήνα 35 (οι 33 εκλογικοί), Επαρχίες 15 (οι 6 εκλογικοί).
Κλεψιές. Αθήνα 1, Επαρχίες 1.
Απαγωγές. Επαρχίες 1.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

Volos-dimitriados-street-1905

Βόλος, οδός Δημητριάδος (1905)

τ. 193, 9 του Απρίλη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Επαρχίες 11.
Λαβωμοί. Αθήνα 9 (οι πέντε Λαμπριάτικοι), Περαίας 5 (οι τρεις Λαμπριάτικοι), Επαρχίες 9.
Κλεψιές. Αθήνα 4, Περαίας 5.
Απαγωγές. Επαρχίες 3.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

τ. 195, 23 του Απρίλη 1906

ΦΟΝΟΠΑΖΑΡΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ

Από Πέμτη σε Πέμτη

Υπουργός Εσωτερικών ο Ν. Καλογερόπουλος

Σκοτωμοί. Αθήνα 1, Επαρχίες 3.
Λαβωμοί. Αθήνα 8, (οι πέντε από κάρρα και άμαξες), Περαίας 1.
Απαγωγές. Επαρχίες 1
ΣΗΜ. Πολύ φτωχό το σημερνό μας φονοπάζαρο. Σε τούτο δε φταίνε οι Ρωμιοί, αλλά οι φημερίδες μας που αναγκαστήκανε, επειδή δεν τους περίσσευε τόπος από την περιγραφή των αγώνων, να μας παρουσιάσουν τόσο ήσυχες τις επαρχίες μας.

Ο ΦΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

1906-stadium

 «Μεσοολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας» (22 Απριλίου – 2 Μαΐου 1906)

Αρχείο τευχών του περιοδικού Ο ΝΟΥΜΑΣ

περιγραφή της μάχης των Γιαννιτσών

18/10/2009

giannitsa

Η μάχη των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου 1912) ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου κι αυτό γιατί η νίκη στα Γιαννιτσά άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Συναρπαστική είναι η περιγραφή της μάχης από τον Πέτρο Βρυζάκη, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύονται παρακάτω:

 

Περιγραφή της μάχης των Γιαννιτσών:

Η πορεία μας επιταχύνεται. Πριν ακόμη μας δοθεί διαταγή, αυθορμήτως οι στρατιώται ταχύνουν το βήμα των. Η πορεία μας έτσι γίνεται σχεδόν τροχάδην. Ανερχόμεθα μικράν κλιτύν και φθάνομεν εις την κορυφογραμμήν.

 

Το πυρ μαίνεται. Αι σφαίραι σφυρίζουν πυκναί γύρω μας. Οι στρατιώται διατάσσονται και πίπτουν πρηνηδόν. Οι αξιωματικοί όλοι όρθιοι.

 

Στας τρεις ακριβώς ακούεται η φωνή του Μεράρχου κ. Μηλιώτου.
-Κύριε Παναγιωτόπουλε, το τάγμα σας εμπρός.
Αναπτυσσόμεθα εις τάξιν μάχης. Έχω τη διμοιρία μου, εμπρός μου, συγκεντρωμένην, πειθαρχούσαν.

 

Αι σφαίραι πυκνόταται γύρω μας. Προχωρούμεν απτόητοι και ταχέως. Δεν παύω ούτε στιγμή να παροτρύνω τους στρατιώτας.

 

Μετ’ ολίγον ευρίσκομε ενώπιόν μας πυκνήν γραμμήν ευζώνων πρηνηδόν. Την διασκελίζουμε και προχωρούμε. Δεξιά και αριστερά όπισθεν ελαφρών κυματισμών (του εδάφους), τμήματα ευζώνων πυροβολούντων. Τι περιμένουν όλοι αυτοί και δεν προχωρούν; Τους αφίνομε και προχωρούμε. Η χάλαζα των σφαιρών πυκνούται. Κατερχόμεθα μικρόν κατήφορο. Διατάσσω αλτ εις το χείλος μικρού ρεύματος διά να πάρουν αναπνοή οι στρατιώται. Κανείς άλλος δεν μας ακολουθεί πλέον. Αι άλλαι διμοιρίαι δεν φαίνονται.

 

-Επάνω, παιδιά, εμπρός, διατάσσω. Όλοι σε μια γραμμή ορμούν προς τα επάνω. Όταν φθάνωμε στην κορυφή της εδαφικής πτυχής είμεθα εντελώς εκτεθειμένοι. Η διμοιρία, 80 άνδρες περίπου, εν αραιά τάξει προχωρεί, καίτοι το πυρ θερίζει. Ιδού ο πρώτος πληγωθείς, κλονίζεται και πέφτει, ιδού και άλλος και άλλος. Αλλά κανείς δεν προσέχει πλέον, κανείς δεν πτοείται. Μερικοί στρατιώται τρέχουν προς τους πληγωμένους. Οι λοιποί προχωρούν σκυφτά και ταχέως όπους τους διατάσσω. Φθάνομε εις μίαν ελαφράν εδαφικήν οφρύν. Διατάσσω αλτ και πυρ από ωρισμένον υψόμετρον.
Κροτούν και τα δικά μας μάνλιχερ τώρα και αποκρίνονται θαρραλέως εις το πυρ των Τούρκων, οι οποίοι κατέχουν τας απέναντι πτυχάς του εδάφους, 600-700 μέτρα. Οι στρατιώται, άλλοι πρηνείς και άλλοι γονυπετείς, πυροβολούν με λύσσα και παίρνουν και θάρρος περισσότερο.

 

Battle_of_Giannitsa_%281912-11-01%29%2C_First_Balkan_War%2C_Greece

 

Εμπρός μου είνε δύο τρεις πληγωμένοι της διμοιρίας μου. Αρπάζω το μάνλιχερ και τες φυσιγγιοθήκες του ενός και πυροβολώ αδιακόπως, με λύσσα, προς τας γραμμάς των Τούρκων. Ο καϋμένος ο στρατιώτης Ρήγας, εμπρός μου, βαρέως πληγωμένος με παρακαλεί να μην πυροβολώ διότι τον ενοχλεί ο κρότος. Αλλάζω θέσι και εξακολουθώ πυροβολών.

 

Η διμοιρία έχει ήδη δεκατισθή. Το πυρ των Τούρκων είνε τρομερόν. Ο δεκανεύς Παπαδημητρίου, οι στρατιώται Ρήγας, Βλάχος, Κουμπούρης και άλλοι βαρέως πληγωμένοι. Ο στρατιώτης Στούντας, ο Κρίκος, ο Γεωργαντάς στον τόπο. Βλέπω ότι ματαίως θ’ ανέμενα βοηθείας. Αποφασίζω τότε να προχωρήσω με μόνη τη διμοιρία μου.

 

-Παύσατε πυρ. Προσέχετε παιδιά, θα προχωρήσουμε να πάρωμε την άλλη κορυφογραμμή. Εμπρός… μαρς.
Ρίπτομαι εμπρός και η διμοιρία ακολουθεί. Μερικοί διστάζουν, τους παροτρύνω και ξεκινούν και αυτοί. Μερικοί όμως μένουν με τους πληγωμένους. Τους αφίνω, διότι δεν έχω και τον καιρό να τους εξαναγκάσω.
Εν μέσω της χαλάζης των σφαιρών οι στρατιώται με ακολουθούν γενναίοι προς τον θάνατον. Πίπτουν μερικοί, οι άλλοι, υπό τας αδιακόπους παρακελεύσεις μου, προχωρούν ταχέως, τροχάδην. Αλλά το πυρ των Τούρκων αραιούται. Το ποθούμενον αποτέλεσμα επήλθε. Οι Τούρκοι, αντί να μας περιμένουν και να μας ξεμπερδέψουν όλους, πτοούνται προ της ορμής μας και εγκαταλείπουν τας θέσεις των.

 

Ολίγα βήματα προ ημών προσπαθεί να διαφύγη Τούρκος αξιωματικός. Οι πρώτοι στρατιώται τον πυροβολούν και εγώ με το περίστροφό μου και πίπτει άπνους. Άλλοι Τούρκοι αφίνοντες τας θέσεις των, τρέπονται εις φυγήν, και καταδιωκόμενοι και πυροβολούμενοι από τους στρατιώτας πίπτουν ο ένας κατόπιν του άλλου. Δρασκελούμε πλήθος πτωμάτων.

 

Δεν με κρατεί πλέον τίποτε. Οι άνδρες δεν θέλουν άλλο παρά να προχωρούν.
Εμπρός λοιπόν. Η διμοιρία προχωρεί πλέον εντελώς ακάλυπτος. Οι γενναιότεροι Τούρκοι, οι οποίοι έμειναν τελευταίοι, τρέπονται και αυτοί εις φυγήν. Τους κυνηγούμε εις απόστασιν ολίγων βημάτων και πίπτουν οι μεν μετά τους δε υπό τα βλήματα των στρατιωτών. Το έδαφος είνε κατηφορητό και καταλήγει εις ρέμα γεμάτο πλατάνια, το οποίον φθάνει μέχρι της πόλεως των Γιαννιτσών, την οποίαν αντικρύζομεν γεμάτοι αγαλλίασι.

ΠΕΤΡΟΣ Ε. ΒΡΥΖΑΚΗΣ «ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ 1912-1913» Εκδόσεις ΗΛΙΟΦΟΡΟΣ

 

 

 

Ρίτσος

16/10/2009

Ritsos

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τη «Ρωμιοσύνη» την περίοδο 1945-1947, κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου.

 

Ρωμιοσύνη (αποσπάσματα):

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους.

(…)

Όταν σφίγγουν το χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο,
όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένεια τους,
όταν κοιμούνται δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους,
όταν σκοτώνονται η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

(…)

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

(…)

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια,
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια,
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα,
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

(…)

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ’ τη Μεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό,
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος,
κάτου από τη μασκάλη του κρατάει σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
«Ήρθε η ώρα», λέει. «Νάσαστε έτοιμοι.
Κάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα».

(…)

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

(…)

Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει.
Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;

Στάχτη η ελιά, τ’ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιά σπαγγοραμένη με τ’ αστέρια της μες στο τσουράπι.

Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ’ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και κοχλάζει
μόνο του το νερό στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν προφτάσανε να φάνε.

(…)

Θα βρει λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρει το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδελφέ μου. Καλησπέρα.

(…)

(…) ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

(…)

από τη «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ» του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

theodorakis_04

 

Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σα να μη το ‘χω

“ΜΟΝΟΧΟΡΔΑ”

  

Ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του.

“ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ”

 

Οι νεκροί δεν ανασταίνονται. Υπάρχουν.

«ΧΑΡΤΙΝΑ»

 

Αυτά που χάθηκαν     αυτά που δεν ήρθαν
μην τα κλαις.             Αυτά που τα ‘χες
και δεν τα ‘δωσες      κλάφ’ τα.

«ΧΑΡΤΙΝΑ»

 

Ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου.

“Η ΕΛΕΝΗ”

 

Με παρελάσεις, με ηρώα, με στεφάνια – τι πένθος: να θυμόμαστε πάλι πόσο οι νεκροί είναι ξεχασμένοι.

«3×11 ΤΡΙΣΤΙΧΑ» 

 

Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου ρωμιού και στου αγεριού το πόδι.

«ΕΔΩ ΤΟ ΦΩΣ – ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ (αντιγραφή από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ)