ιβ΄) ο παππούς μου: ένας άνθρωπος που έζησε την Ιστορία

Τον παππού μου δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Πέθανε το 1964, λίγα χρόνια πριν γεννηθώ, ωστόσο έχω ακούσει τόσα από τον πατέρα μου για τη ζωή του που είναι σαν να τον έχω γνωρίσει. Η ζωή του, πιστεύω, πως παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Έζησε τέσσερις πολέμους, γνώρισε δύο κατοχές, έκανε τέσσερα χρόνια όμηρος κι έφτασε να κηρυχτεί λιποτάκτης από δύο στρατούς: τουρκικό και βουλγαρικό! Μέσα από τη ζωή του ξετυλίγεται όλη η ιστορία της Ελλάδας στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που ήταν μια ιδιαίτερα ταραγμένη ιστορική περίοδος.

Ο παππούς Θανάσης γεννήθηκε το 1888 στο Ζαλούφι (Μέγα Ζαλούφιον ήταν η επίσημη ονομασία), ένα αρβανιτοχώρι της Ανατολικής Θράκης, κοντά στην Αδριανούπολη, 12 χιλιόμετρα από τον Έβρο. Το χωριό ήταν μεγάλο, σύμφωνα με τον παππού μου αριθμούσε 1.200 σπίτια, που σημαίνει πως μπορεί να είχε μέχρι και 6.000 κατοίκους.


Στο χάρτη της Αν. Θράκης διακρίνεται, κοντά στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας, το Μέγα Ζαλούφι και βορειότερα η Αδριανούπολη
ο χάρτης είναι από το
http://easternthrace1922.blogspot.com/2010_08_01_archive.html

Πώς όμως βρέθηκαν οι αρβανιτάδες απ’ τη Βόρεια Ήπειρο στην Ανατολική Θράκη; Σύμφωνα με την παράδοση το χωριό ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα όταν ο Σουλτάν Σελίμ θέλησε να κτίσει ένα μεγαλοπρεπές τζαμί στην Αδριανούπολη. Γι’ αυτό μετέφερε τεχνίτες από τα χωριά της Κορυτσάς που ήταν ξακουστοί τεχνίτες πέτρας. Όταν ολοκληρώθηκε το τζαμί οι τεχνίτες ζήτησαν από το Σουλτάνο να τους παραχωρήσει από ένα κομμάτι γης ώστε να μείνουν εκεί για πάντα με τις οικογένειές τους. Έτσι κι έγινε και χτίστηκε το Ζαλούφι. Η γη της Ανατολικής Θράκης είναι πολύ εύφορη. Έλεγε χαρακτηριστικά ο παππούς μου: “Από την Αδριανούπολη μέχρι την Κωνσταντινούπολη πέτρα δε βρίσκεις!”


Το τζαμί του Σουλτάν Σελίμ στην Αδριανούπολη

Οι Ζαλουφιώτες μιλούσαν αρβανίτικα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είχαν ελληνική συνείδηση. Ο παππούς Θανάσης, που ήταν περήφανος για την αρβανίτικη καταγωγή του, έλεγε πως 12 Έλληνες πρωθυπουργοί από συστάσεως του ελληνικού κράτους υπήρξαν αρβανίτες, ενώ καμάρωνε ιδιαίτερα για τον αρβανίτη Υδραίο ναύαρχο Κουντουριώτη που στο Θωρηκτό Αβέρωφ, τα παραγγέλματα τα έδινε αρβανίτικα ώστε να τα καταλαβαίνουν οι αρβανιτάδες Σπετσιώτες και Υδραίοι ναύτες του πλοίου.

Για τη τότε μικρή Ελλάδα οι Ζαλουφιώτες είχαν τη γνώμη ότι ήταν Ευρώπη. Όταν πήγαιναν στην Αδριανούπολη για να αγοράσουν ρούχα ή παπούτσια, ό,τι ωραίο βλέπανε στις βιτρίνες των καταστημάτων λέγανε: “Αυτά στην Ελλάδα παράγονται!”
Μια φορά ο πλουσιότερος του χωριού -τσορμπατζής κατά τη λαϊκή διάλεκτο- πήγε τη γυναίκα του στην Αθήνα ώστε να εγχειριστεί για καταρράκτη. Όταν γύρισε, μετά από μερικές εβδομάδες, οι γείτονες -μεταξύ των οποίων και ο προπάππος μου, Αναστάσης- τον επισκέφτηκαν για να μάθουν από πρώτο χέρι πώς ήταν η Αθήνα. Μιλάμε για το 1900 περίπου. Τους λέει λοιπόν ο τσορμπατζής: “Καλά τα πράγματα στην Αθήνα, αλλά ένα δε μ’ άρεσε. Οι Έλληνες στο ελεύθερο κράτος βρίζουν Χριστό και Παναγία!”
Τρομερή αίσθηση δημιούργησε η δήλωση του τσορμπατζή. Κανένας δεν τον πίστεψε. Όταν βγήκαν από το σπίτι του, άρχισαν όλοι να λένε και να συμφωνούν μεταξύ τους: “Ψέματα λέει. Τον έβαλε ο αστυνόμος στο καρακόλι να μας τα πει, για να δυσφημήσει την Ελλάδα. Είναι δυνατόν χριστιανοί άνθρωποι να βρίζουν Χριστό και Παναγία;”

Το χωριό του παππού Θανάση, το Ζαλούφι, είχε πολλά αμπέλια και φημιζόταν για τα κρασιά του. Τα ζαλουφιώτικα κρασιά θεωρούνταν τα καλύτερα της Θράκης. Σ’ εκείνα τα αμπέλια κρύφτηκε αργότερα ο παππούς μου για να αποφύγει τη στράτευσή του στον τουρκικό στρατό, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε αργότερα.


γυναικείο πουκάμισο από το Μέγα Ζαλούφι
(από το Λύκειο Ελληνίδων)

Είχε και δημοτικό σχολείο το Ζαλούφι. Με δάσκαλο και δασκάλα. Τα αγόρια διδάσκονταν απ’ το δάσκαλο, τα κορίτσια απ’ τη δασκάλα. Εννοείται βέβαια πως οι δαπάνες του σχολείου επιβάρυναν την κοινότητα καθώς βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα και το Ζαλούφι ανήκε τότε στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Το παράξενο είναι πως, σύμφωνα με τις διηγήσεις του παππού Θανάση, οι μικροί μαθητές διδάσκονταν  τρεις γλώσσες! Την τουρκική (με το αραβικό αλφάβητο) που ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους, την ελληνική ως ελληνόπουλα αλλά και τη γαλλική!
Τώρα βέβαια, σωστό είναι να γίνει εδώ μια απαραίτητη διευκρίνιση. Τα παιδιά διδάσκονταν μεν την ελληνική γλώσσα, αλλά λέγοντας ελληνική εννοούμε την καθαρεύουσα. Φανταστείτε τώρα τα μικρά αρβανιτάκια που στο σπίτι τους μιλούσαν μόνο αρβανίτικα να προσπαθούν κατανοήσουν στο σχολείο την καθαρεύουσα! Ο παππούς Θανάσης θυμόταν ένα περιστατικό που συνέβη όταν πήγαινε Ε΄δημοτικού. Υπήρχε στο αναγνωστικό μια φράση που έλεγε: “έξωθεν ηκούσθη φωνή γλαυκός”. Του φαινόταν ακατανόητη και αποβραδίς είχε ρωτήσει τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του να του την εξηγήσουν αλλά δεν την ήξεραν. Την επόμενη μέρα στο μάθημα ο δάσκαλος, κρατώντας τη βέργα, άρχισε να ρωτάει τους μαθητές του τι σημαίνει “φωνή γλαυκός”. Εννοείται κανείς δεν ήξερε. Και άρχισε να πέφτει η ράβδος στις πλάτες και τα χέρια των καημένων των παιδιών. Έφτασε και η σειρά του μικρού Θανάση, που, τολμηρός όπως ήταν πάντα στη ζωή του, αποφάσισε να διακινδυνεύσει και λέει δυνατά: “φωνή γλαυκός σημαίνει φωνή γυναικός!” Το τι συνέβη μετά δεν το ξέχασε ποτέ. “Εσύ θα φας διπλό ξύλο γιατί αντί να σιωπήσεις ξεφούρνισες αυτή τη βλακεία!” είπε ο δάσκαλος μιλώντας μάλιστα αρβανίτικα -πάνω στα νεύρα του ξέχασε να μιλήσει ελληνικά όπως έκανε πάντα στο μάθημα- κι άρχισε να βαράει το μικρό Θανάση με τη βέργα.


Το Μεγάλο Ζαλούφι σήμερα
(η φωτογραφία είναι από το http://adrianou125.blogspot.com/

Ο παππούς μου διακρινόταν για τη γλωσσομάθειά του, αφού γνώριζε ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, αρβανίτικα, τούρκικα, και φυσικά βουλγάρικα μια και έκανε τέσσερα χρόνια όμηρος στη Βουλγαρία, κι αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία που θα τη δούμε παρακάτω. Τα γαλλικά δεν τα βάζω γιατί οι γνώσεις του ήταν ελάχιστες, ήξερε όμως τόσα ώστε να βοηθήσει τον πατέρα μου, όταν εκείνος πήγαινε πρώτη γυμνασίου (το 1936), ώστε να βελτιώσει το βαθμό του.


Η κυρά των Μαρασίων ήταν από το Μεγάλο Ζαλούφι!
Πρόκειται για τη γυναίκα σύμβολο των Ελλήνων ακριτών του Έβρου που για 50 χρόνια ύψωνε καθημερινά την ελληνική σημαία λίγα μέτρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα.
Πέθανε τον Ιούνιο του 2011 σε ηλικία 107 ετών.

Η ιστορία του Γιάννη, του αδελφού του παππού μου, ήταν μια ιστορία που συγκλόνισε όλη την οικογένεια. Αλλά πριν μιλήσουμε για το Γιάννη, να πούμε δυο λόγια για την οικογένεια. Ο προπάππος μου, Αναστάσης, χήρος με δυο παιδιά, το Γιάννη και το Μιχάλη, παντρεύτηκε μια χήρα με τέσσερα κορίτσια και καρπός αυτού του γάμου ήταν δύο αγόρια. Σύνολο λοιπόν η οικογένεια είχε οχτώ παιδιά. Βενιαμίν της οικογένειας ήταν ο παππούς Θανάσης.
Ο Γιάννης ένα βράδυ επέστρεφε στο σπίτι συνοδεύοντας μια ξαδέλφη του. Είχανε πάει σε μια γαμήλια τελετή –εκείνο τον καιρό οι γάμοι γίνονταν και στα σπίτια-, και για κακή τους τύχη πέσανε πάνω σ’ ένα μεθυσμένο Τούρκο χωροφύλακα, ο οποίος μετά τις συνηθισμένες ερωτήσεις «πού πάτε, από πού έρχεστε»,  προσπάθησε να πειράξει ή να «θωπεύσει» την εξαδέλφη, αυτό δεν το γνωρίζουμε σίγουρα, γεγονός είναι πως ο Γιάννης αισθάνθηκε προσβεβλημένος από τη συμπεριφορά του χωροφύλακα και επακολούθησε συμπλοκή. Ο Τούρκος έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε μια φορά ανεπιτυχώς. Ο Γιάννης, βρισκόμενος σε άμυνα, έβγαλε από το ζωνάρι του μια κάμα (μαχαίρι) και τον κάρφωσε. Ο Τούρκος, τραυματισμένος βαριά, οδηγήθηκε σε νοσοκομείο της Αδριανούπολης. Το γεγονός πως έλειπε μια σφαίρα από το πιστόλι του, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της εξαδέλφης του Γιάννη, έδειχνε πως ο Γιάννης θα τη γλύτωνε με μια σχετικά μικρή τιμωρία. Δυστυχώς όμως ο Τούρκος χωροφύλακας πέθανε στο νοσοκομείο κι έτσι η κατηγορία μετατράπηκε σε «φόνο εκ προθέσεως», με πολλά ελαφρυντικά βέβαια, που τον βοήθησαν να γλυτώσει την κρεμάλα, αλλά πάλι η απόφαση του δικαστηρίου ήταν 15 χρόνια φυλακή. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις τουρκικές φυλακές -όσοι έχουν διαβάσει το “Άγιοι Δαίμονες” του Γ. Καλπούζου καταλαβαίνουν τι θα πει τουρκική φυλακή” επί οθωμανικής αυτοκρατορίας-, σε συνδυασμό με μια πνευμονία, απέφεραν το μοιραίο κι ο Γιάννης πέθανε στη φυλακή, το 1905, σε ηλικία 27 ετών.

1900
Η αυγή του εικοστού αιώνα βρίσκει τον παππού Θανάση να έχει τελειώσει το δημοτικό σχολείο του Μεγάλου Ζαλουφίου. Ούτε λόγος βέβαια για συνέχεια των σπουδών του στο γυμνάσιο της Αδριανούπολης. Ως εδώ και πολύ ήταν, όχι μόνο για τον παππού μου αλλά και για τα υπόλοιπα αγροτόπαιδα του Ζαλουφίου. Μόνο οι εύπορες οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να στείλουν τα αγόρια τους στο γυμνάσιο.
Και αρχίζει η αγροτική δουλειά για τον παππού μου. Βοσκή, όργωμα, σπορά, θέρος, αλώνισμα. Και μια και μιλάμε για αγροτικές δουλειές να πούμε πως το Ζαλούφι έβγαζε δημητριακά, ψυχανθή, σουσάμι, τυροκομικά και βέβαια ήταν το μεγαλύτερο αμπελουργικό κέντρο της Αν. Θράκης. Για λάδι οι Ζαλουφιώτες χρησιμοποιούσαν, από Μάη μέχρι Νοέμβρη, το σουσαμόλαδο, ενώ το χειμώνα μαγείρευαν με χοιρινό λίπος. Ελιές δεν είχαν, ελαιόλαδο δε χρησιμοποιούσαν.


αρραβωνιασμένο ζευγάρι Ζαλουφιωτών
η φωτογραφία είναι από το http://www.cheimonio.gr/CF7D3F64.el.aspx

Οι γυναίκες είχαν τις δικές τους εργασίες: άρμεγμα αγελάδων και προβάτων, καθάρισμα κοτετσιού, μάζεμα των αυγών, σκούπισμα της αυλής, τάισμα πτηνών και οικιακών προβάτων και κατσικιών, μαγείρεμα και μεταφορά φαγητού στους άνδρες στους αγρούς, καθαριότητα σπιτιού, αργαλειός. Από τον αργαλειό γινότανε η ενδυμασία ανδρών και γυναικών με πρώτη ύλη το μαλλί των προβάτων και το βαμβάκι. Και επειδή ανέφερα σε προηγούμενη ανάρτηση την αγορά παπουτσιών από την Αδριανούπολη, τα παπούτσια αυτά προορίζονταν για την Κυριακή στην εκκλησία, Χριστούγεννα, Πάσχα και γιορτές. Τις υπόλοιπες μέρες οι χωριανοί φορούσαν τσαρούχια από τομάρια χοίρων.


Δυο φίλες Ζαλουφιώτισσες
από το http://www.cheimonio.gr/8A8A05D2.el.aspx

Γύρω στα 1906, ο παππούς Θανάσης διορίστηκε στο τρένο της γραμμής Αδριανούπολη – Κωνσταντινούπολη, ως υπεύθυνος για το ταχυδρομείο. Για την ακρίβεια το τρένο δεν περνούσε από την Αδριανούπολη, αλλά έκανε στάση σε ένα κοντινό χωριό, το Καραγάτς. Από εκεί διακλαδιζόταν η γραμμή, μία πήγαινε για Σόφια και η άλλη για Θεσσαλονίκη.
Λίγο αργότερα ο παππούς μου παντρεύτηκε και το 1910 γεννήθηκε η κόρη του,  η αδελφή του πατέρα μου.
Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι, που στα 1912, ξεσπάει ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, ο πρώτος μιας σειράς πολέμων που θα φέρουν συγκλονιστικές αλλαγές στη ζωή του παππού μου, της οικογένειάς του αλλά και στη ζωή χιλιάδων Ελλήνων που μέχρι τότε ζούσαν υπόδουλοι στη Μακεδονία και τη Θράκη…

1912: Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία κηρύττουν τον πόλεμο στην Τουρκία. Ο παππούς μου, που ήταν τότε 24 χρονών, είχε, ως Οθωμανός υπήκοος, την υποχρέωση να καταταγεί στον τουρκικό στρατό, κάτι που βέβαια θεώρησε αδιανόητο να κάνει κι έτσι προτίμησε, όπως αρκετοί άλλοι νεαροί Ζαλουφιώτες, να κρυφτεί στα χιλιάδες στρέμματα από αμπέλια που υπήρχαν γύρω από το χωριό. Κάθε βράδυ, ένας από κάθε γειτονιά επέστρεφε κρυφά στο χωριό και έπαιρνε τρόφιμα για τους υπόλοιπους.
Όμως ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος εξελίχθηκε ραγδαία. Οι Τούρκοι γρήγορα κατέρρευσαν σε όλα τα μέτωπα και άρχισαν να υποχωρούν. Έτσι έφυγαν και από το Ζαλούφι για να οχυρωθούν στην Τσατάλτζα, 50 χιλιόμετρα πριν την Κωνσταντινούπολη.


Ο χάρτης δείχνει τα εδάφη που κέρδισαν Βούλγαροι, Σέρβοι και Έλληνες με τη λήξη του Α΄ βαλκανικού πολέμου. Η πράσινη γραμμή δείχνει τα σύνορα της Οθωμ. αυτοκρατορίας μέχρι το 1912
(ο χάρτης είναι από τη Βικιπαίδεια)

Με το που φεύγουν οι λίγοι Τούρκοι χωροφύλακες από το Ζαλούφι , οι Ζαλουφιώτες ξεσπούν σε πανηγυρισμούς. Ορισμένοι θερμόαιμοι πηγαίνουν στο σταθμό χωροφυλακής, καίνε το οίκημα και υψώνουν την ελληνική σημαία. Φανταστείτε τώρα την απογοήτευσή τους όταν βλέπουν μετά από λίγες μέρες να εισέρχεται στο χωριό τους βουλγαρικός στρατός. Το όνειρό τους για απελευθέρωση και ένωση με την Ελλάδα γκρεμίζεται.
Τα χειρότερα όμως θα έρθουν σε λίγο. Με το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, έρχεται η σειρά των Βουλγάρων να καταρρεύσουν στα πολλά μέτωπα που έχουν ανοίξει και ο τουρκικός στρατός επιστρέφει θριαμβευτικά στο Ζαλούφι. Οι Τούρκοι προβαίνουν σε αρπαγές και λεηλασίες ενώ σκοτώνουν 300 Ζαλουφιώτες που αποφάσισαν να μείνουν στα σπίτια τους. Εδώ να κάνω μια μικρή παρένθεση. Στην ιστοσελίδα http://www.cheimonio.gr/B020B5EC.el.aspx αναφέρεται πως οι σφαγές έγιναν σε αντίποινα της λεηλασίας που έκαναν οι Ζαλουφιώτες στο πομάκικο χωριό Παύλα. Τέτοιο περιστατικό δεν ανέφερε ποτέ ο παππούς μου στις διηγήσεις του προς τον πατέρα μου. Πιθανό να μην ήθελε να το αναφέρει, πιθανό να μην υπέπεσε στην αντίληψή του, το αναφέρω πάντως έστω και αν διατηρώ μια μικρή αμφιβολία για την αλήθεια του περιστατικού.


Η κατανομή των εδαφών όπως διαμορφώθηκε μετά τη λήξη και του Β΄ βαλκανικού πολέμου.
(ο χάρτης είναι από την Βικιπαίδεια)

Τελειώνει και ο Β΄ βαλκανικός πόλεμος (1913). Ο παππούς Θανάσης -έχει γλυτώσει μεν από τις σφαγές των Τούρκων, θεωρείται όμως ακόμη λιποτάκτης του τουρκικού στρατού κι έτσι αναγκάζεται να καταφύγει -μαζί με την οικογένειά του- στις Μάνδρες, ένα χωριό που βρισκόταν πέρα από τη Ροδόπη, σε βουλγαρικό έδαφος. Εκεί ζούσε παντρεμένη μια ετεροθαλής αδελφή του.
Στις Μάνδρες αρχίζει για τον παππού μου μια μεγάλη περιπέτεια που βάσταξε πολλά χρόνια. Οι βουλγαρικές αρχές δεν έστειλαν τους Βούλγαρους στρατιώτες στα σπίτια τους, γιατί όλα έδειχναν πως θα ξεσπούσε νέος πόλεμος, παγκόσμιος αυτή τη φορά. Έχοντας, λοιπόν, έλλειψη ανδρικού πληθυσμού και επομένως έλλειψη αγροτικών χεριών έστειλαν τους Έλληνες πρόσφυγες απ’ την Αν. Θράκη σε διάφορα χωριά της Βουλγαρίας. Την διασπορά αυτή την βάφτισαν “πολιτική επιστράτευση” που σήμαινε αγροτική εργασία χωρίς χρηματική αμοιβή. Μόνο ύπνο και φαγητό.
Ο παππούς μου βρέθηκε σε ένα χωριό στη λεγόμενη Παλαιά Βουλγαρία, κοντά στα σύνορα Βουλγαρίας – Ρουμανίας και υπήρξε ιδιαίτερα τυχερός γιατί έπεσε σε καλούς ανθρώπους.
Να κάνω εδώ μια ακόμα  παρένθεση. Είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, την περίοδο 1916-18, κατά την οποία υπήρξε βουλγαρική κατοχή στη Αν. Μακεδονία, αρκετοί Έλληνες όμηροι -ιδιαίτερα από χωριά της Δράμας- υπέστησαν φοβερά δεινά στη Βουλγαρία σε κανονικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως (λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε εδώ στην ομιλία του Δραμινού δασκάλου και ιστοριογράφου Δημ. Πασχαλίδη, ο οποίος έβαλε σκοπό της ζωής του να εντοπίσει όλους τους Έλληνες νεκρούς εκείνης της περιόδου με το όνομά τους). Φαίνεται όμως πως οι Έλληνες ομήροι από τη Αν. Θράκη είχαν αισθητά καλύτερη μεταχείριση, εκτός αν ο παππούς Θανάσης ήταν τόσο τυχερός, τι να πω, δεν μπορώ να μιλήσω γενικότερα καθώς δε βρήκα καμία σχετική πληροφορία στο διαδίκτυο. Έτσι θα περιοριστώ στη μαρτυρία του παππού μου που για τα τρία χρόνια ομηρίας του στη Βουλγαρία δε μετέφερε στον πατέρα μου ούτε μια άσχημη ανάμνηση!


Οι συνασπισμοί των κρατών κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914-18)
(η φωτογραφία είναι από τη Βικιπαίδεια)

Η οικογένεια που τον ”φιλοξένησε” λοιπόν για τρία χρόνια -το “φιλοξένησε” εννοείται σε εισαγωγικά- ήταν καλοί άνθρωποι. Καθώς βρίσκονταν μακριά από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα δε διαπνέονταν από ανθελληνικά αισθήματα. Το μακεδονικό ζήτημα, που είχε γίνει αιτία μίσους μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, δεν τους άγγιζε ψυχικά. Αποτελούσε κάτι απόμακρο γι’ αυτούς. Αντιθέτως μισούσαν τους Ρουμάνους λόγω εδαφικών διαφορών. Και έλεγε ο παππούς μου -πολύ σοφά- πως, τελικά, τα μίση δημιουργούνται μεταξύ γειτόνων.
Η οικογένεια λοιπόν αυτή αποτελούνταν από τον πάτερ φαμίλια, δηλαδή τον Βούλγαρο παππού, τη γιαγιά, δυο νύφες και έξι εγγόνια. Οι δύο γιοι της οικογένειας υπηρετούσαν στο βουλγαρικό στρατό.
Τα καθήκοντα του παππού Θανάση είχαν να κάνουν κυρίως με αγροτικές εργασίες, με τις οποίες εξοικειώθηκε -ως αγροτόπαιδο- πολύ εύκολα. Κι όχι μόνο εξοικειώθηκε μα και θαύμασε τον καλύτερο τρόπο εργασίας των ανθρώπων εκεί. Για χρόνια αργότερα ο παππούς μου είχε να λέει για τη μεθοδικότητα και το σωστό τρόπο καλλιέργειας των χωραφιών καθώς και για την πειθαρχία και το σεβασμό τους στην αγροτική νομοθεσία. Του είχε κάνει μάλιστα ιδιαίτερη εντύπωση -σύμφωνα πάντα με τις διηγήσεις του πατέρα μου- πως τα κλαδιά, φορτωμένα με ώριμους καρπούς, από αχλαδιές, συκιές και ροδακινιές έγερναν έξω από τους φράχτες και κανείς περαστικός δεν άπλωνε το χέρι του να αρπάξει ένα φρούτο!
Όλα αυτά όμως θα ήταν άνευ ουσίας, αν δεν συνοδεύονταν από την ανθρώπινη μεταχείριση που επιφύλαξε η βουλγάρικη οικογένεια προς τον Έλληνα αιχμάλωτό τους. Μέχρι και χαρτζηλίκι του έδινε ο βούλγαρος πάτερ φαμίλιας, και καθώς ο παππούς μου δεν κάπνιζε, το ξόδευε σε εφημερίδες και περιοδικά, γιατί μπορεί να ήταν του δημοτικού, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του ο παππούς μου παρέμεινε μανιώδης αναγνώστης. Το αγαπημένο του ανάγνωσμα στη Βουλγαρία ήταν ένα λαϊκό περιοδικό με ήρωα τον Μπαϊγκάνιο, ένα φτωχό Βούλγαρο αγρότη με τσαρούχια που απ’ το δεξί του ώμο είχε κρεμασμένο ένα δισάκι με πράσα.
Τις καθημερινές ο παππούς μου έτρωγε στο χωράφι, με φαγητό που είχε ετοιμάσει αποβραδίς η βουλγάρα νοικοκυρά. Τις Κυριακές όμως καθόταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι -μαζί κι ο παππούς μου.
Μια Κυριακή λοιπόν συνέβη ένα περιστατικό από εκείνα που δεν ξεχνιούνται ποτέ. Την ώρα που έτρωγαν, χτύπησε η πόρτα και μπήκε η Ολυμπία, η δασκάλα του χωριού, με καταγωγή από τη βουλγαρική Μακεδονία. Μόλις ειδε τον παππού μου να τρώει μαζί με την οικογένεια, είπε στο Βούλγαρο νοικοκύρη:
“Αυτό το σκυλί το έχετε και τρώει μαζί σας;”
Δεν ήξερε. βέβαια, πως ο παππούς μου είχε στο μεταξύ μάθει άπταιστα τα βουλγάρικα.
Ο Βούλγαρος τη μάλωσε:
“Γιατί τον λες σκυλί; Άνθρωπος του θεού είναι. Θα ήθελα εγώ, αν πιαστεί ο γιος μου αιχμάλωτος από τους Έλληνες, να τον λεν σκυλί;”
Η Ολυμπία, θυμωμένη, ούτε που εξήγησε το λόγο που είχε έρθει. Έφυγε βιαστικά χτυπώντας την πόρτα.

Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν, κι ο Α΄παγκόσμιος πόλεμος κορυφωνόταν, οι Βούλγαροι είχαν όλο και μεγαλύτερες απώλειες κι έτσι κάποια στιγμή -γύρω στα 1916 ή 17- αποφάσισαν να στρατολογήσουν τους ομήρους από την Αν. Θράκη και να τους στείλουν στο μέτωπο.
Τα πράγματα τότε δυσκόλεψαν για τον παππού μου…

Την άνοιξη του 1917 τα πράγματα δυσκολεύουν για τους Βουλγάρους, καθώς έχουν βαριές απώλειες, και αποφασίζουν να στείλουν τους Έλληνες ομήρους στο μέτωπο. Ντύνεται, λοιπόν, στο χακί -το βουλγάρικο, εννοείται- ο παππούς μου και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή να πολεμάει για λογαριασμό της Βουλγαρίας. Στην αρχή απλώς έσκαβε οχυρωματικά έργα, μόλις όμως οι Βούλγαροι βρέθηκαν σε δεινή θέση -όπως είπαμε, ειδικά προς το τέλος του Α΄παγκοσμίου πολέμου, οι απώλειές τους ήταν βαρύτατες- του φορούν κανονική στολή και του δίνουν όπλο.


Α΄παγκόσμιος πόλεμος: Βρετανοί στρατιώτες σε χαράκωμα
(η φωτογραφία είναι από το http://www.english.illinois.edu/maps/ww1/photoessay.htm)
Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια οι απώλειες των Ελλήνων κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ήταν 5.000 στρατιώτες και 132.000 πολίτες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ήταν 87.500 στρατιώτες και 275.000 πολίτες.

Το φθινόπωρο του ’18 ο παππούς μου βρίσκεται στη μάχη της Δοϊράνης (5-18/9/1918), μια από τις πιο φονικές αλλά και πιο καθοριστικές μάχες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου: Βούλγαροι και Γερμανοί εναντίον Άγγλων, Γάλλων και Ελλήνων.
Δε γνωρίζω σε πόσο δύσκολη θέση βρέθηκε ή αν αισθάνθηκε πως κινδύνευε η ζωή του, πάντως εκεί, σ’ ένα χαράκωμα κοντά στη λίμνη Δοϊράνη, το φθινόπωρο του 1918, εν μέσω κανονιοβολισμών και πυροβολισμών, ο παππούς μου παίρνει την πιο παράτολμη απόφαση της ζωής του: να λιποτακτήσει… Δεν την ονομάζω πιο γενναία, γιατί, κατά τη γνώμη μου, η πιο γενναία του απόφαση πάρθηκε αργότερα, κατά τη γερμανική κατοχή, -θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτή την απόφαση στην επόμενη ανάρτηση.
Η ευκαιρία για απόδραση τού δόθηκε όταν, κάποια μέρα, βρέθηκε σ’ ένα παρατηρητήριο, στην κορυφή μιας πλαγιάς. Στην απέναντι κορυφή βρίσκονταν οι Άγγλοι και ενδιάμεσα τους χώριζε μια χαράδρα. Οπότε, λέει στο Βούλγαρο συνάδελφό του¹, που είχε σκοπιά: “κοιμήσου εσύ, θα φυλάξω εγώ στη θέση σου”. Άλλο που δεν ήθελε ο Βούλγαρος, πέφτει στο κρεβάτι κι αρχίζει το ροχαλητό. Αμέσως ο παππούς μου βγάζει τα στρατιωτικά του ρούχα, μένει με τη φανέλα του και τη σκελέα -αν ξυπνούσε ο Βούλγαρος, είχε σκεφτεί να του πει πως ξεντύθηκε για να ξεψειριαστεί-, παίρνει μαζί του και μια χειροβομβίδα -σε περίπτωση που τον έπιαναν, είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει, να γιατί υποθέτω πως είχε φτάσει στα όριά του-, και αρχίζει να κατρακυλάει τη χαράδρα. Στην αρχή οι Βούλγαροι δεν τον αντιλήφθηκαν, γιατί τα παρατηρητήρια κοιτούσαν απέναντι. Μόλις όμως άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά, ξεκίνησαν να βαράν τα πυροβόλα και τα κανόνια. Κάνοντας συνεχώς ζικ ζακ καταφέρνει τελικά να φτάσει στην κορυφή και βουτάει στο πρώτο χαράκωμα που βλέπει μπροστά του. Εκεί ξάπλωναν αμέριμνοι δύο Άγγλοι στρατιώτες. Μόλις τον είδαν τρόμαξαν και άρπαξαν τα όπλα τους, όμως ο παππούς μου με σηκωμένα τα χέρια αρχίζει να φωνάζει “Γκρέκο, Γκρέκο!” κι αφήνει κάτω τη χειροβομβίδα.
Σε λίγο έρχεται ένας Άγγλος αξιωματικός των πληροφοριών που μιλούσε σπαστά ελληνικά, τον έβγαλε πάνω στο ύψωμα κι άρχισε ο παππούς μου να του δείχνει ενώ αυτός σημείωνε στο χάρτη. “Εδώ έχει πολυβολείο, εκεί κανόνια, παραπέρα είναι το αρχηγείο τους”. Κάποια στιγμή όμως οι Βούλγαροι τους βάζουν στο σημάδι. Οι κανονιές έρχονται όλο και πιο κοντά. Ο παππούς μου του κάνει νόημα να φύγουν, ο μέχρι τότε ψύχραιμος Εγγλέζος του λέει “never mind”, αλλά συγχρόνως -έλεγε αργότερα γελώντας ο παππούς μου-, άρχισε να διπλώνει το χάρτη και με αργό ρυθμό τον διατάζει να αποσυρθούν επιτέλους στο χαράκωμα.

¹Ο παππούς μου πάντα αναρωτιόταν ποια να ήταν η τιμωρία του Βούλγαρου συναδέλφου του και βέβαια ευχόταν να μην είχε οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.


Στο στρατιωτικό νεκροταφείο της Δοϊράνης βρίσκονται οι τάφοι 102 Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της μάχης της Δοϊράνης (Σεπτέμβριος 1918).

Από τη Δοϊράνη ο παππούς μου μεταφέρθηκε -ως αιχμάλωτος των Άγγλων- στο Recreation Camp, κάτι σαν κέντρο αναψυχής των Άγγλων στρατιωτών, που λειτουργούσε στην Καλαμαριά, στις εγκαταστάσεις που δημιουργήθηκε αργότερα το στρατόπεδο Σκόδρα. Μέχρι το τέλος του πολέμου κάθισε εκεί, υπηρετώντας ως τραπεζοκόμος και χόρτασε να βλέπει Σαρλό κι άλλες ταινίες αφού κάθε βράδυ λειτουργούσε στο στρατόπεδο κινηματογράφος. Αυτό όμως που του έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν το ότι οι Εγγλέζοι, κάθε πρωί, απ’ τα κουτάκια μαρμελάδα που τους μοίραζε, έτρωγαν μια δυο κουταλιές και την υπόλοιπη την άφηναν.
Με το που τελειώνει ο πόλεμος, ο παππούς μου, σε μια βόλτα του στη Θεσσαλονίκη, συναντάει στην Εγνατία έναν Ζαλουφιώτη, ο οποίος του λέει τα ευχάριστα νέα: “Θανάση, η γυναίκα σου με την κόρη σου βρίσκονται στο Θολό (ένα χωριό του Ν. Σερρών, στο οποίο κατέφυγαν αρκετοί Ζαλουφιώτες)”. Έτσι πηγαίνει στο Θολό και αρχίζει εκεί μια καινούρια ζωή.
Μέσα σε λίγα χρόνια γίνεται καπνομεσίτης, ιδιοκτήτης παντοπωλείου και καφενείου και καθώς ήταν ο πιο μορφωμένος (ως απόφοιτος εξατάξιου δημοτικού) εκλέγεται πρόεδρος του χωριού!
Το 1924 γεννιέται ο πατέρας μου αλλά λίγο αργότερα πεθαίνει η γυναίκα του παππού μου από καρκίνο.  Το 1926 ή το 27 ξαναπαντρεύεται τη γυναίκα που γνώρισα ως γιαγιά Λίτσα, η οποία γέννησε κι αυτή ένα αγόρι, το οποίο δυστυχώς πέθανε από πνευμονία. Έχοντας χάσει λοιπόν γυναίκα και ένα παιδί ο παππούς μου αποφασίζει, το 1929, να μετακομίσουν οικογενειακώς στις Σέρρες.

Έχω υποσχεθεί στον πατέρα μου να μη μιλήσω για την πραγματική αιτία που οδήγησε τον παππού μου στην απόφαση για μετακόμιση στις Σέρρες, θα παραβώ όμως τον όρκο μου, γιατί νομίζω πως χωρίς την εξιστόρηση αυτού του περιστατικού η βιογραφία του παππού μου θα ήταν ατελής.
Λοιπόν, η κόρη του παππού μου, η αγαπημένη μου θεία, για την οποία ελάχιστα έχουμε μιλήσει ως τώρα, αγάπησε ένα φτωχό νέο. Όταν ο νέος πήγε να τη ζητήσει σε γάμο, ο παππούς μου -αρβανίτικο κεφάλι- αρνήθηκε να του τη δώσει, γιατί ο νέος ήταν φτωχός. Δε γνωρίζω τι άλλο μεσολάβησε, πάντως λίγες μέρες αργότερα η θεία μου κλέφτηκε με το νεαρό, με σκοπό να τον παντρευτεί.
Μόλις ο παππούς μου διαπίστωσε τι είχε συμβεί, άρπαξε το τουφέκι του και ξεκίνησε να τους κυνηγήσει, ευτυχώς έπεσε στα πόδια του η γιαγιά Λίτσα λέγοντάς του: “Θανάση, σκέψου το παιδί σου!”, δηλαδή τον πατέρα μου. Ο παππούς μου άφησε το τουφέκι, δε συγχώρησε όμως τη θεία μου. Και μάλιστα θεώρησε την προσβολή τόσο μεγάλη -δεν μπορούσε ούτε να κυκλοφορήσει στο χωριό, γιατί είχε την αίσθηση πως όλοι τον κορόιδευαν- που αποφάσισε να φύγει για τις Σέρρες. Αυτή ήταν η αιτία για την ξαφνική μετακόμιση της οικογένειας. Τελικά συμφιλιώθηκε με τη θεία μου, πολλά χρόνια αργότερα, στα 1953, μετά από μεσολάβηση της γιαγιάς Λίτσας, και έζησαν αγαπημένοι μέχρι το θάνατό του, το 1964.
Ναι, τώρα μπορώ να το πω, ο παππούς μου δεν ήταν από τους ανθρώπους που κυνηγάνε την περιπέτεια, μάλλον ήταν από τους ανθρώπους που τους κυνηγάει η περιπέτεια και δεν τους αφήνει να ησυχάσουν…

Τον Απρίλιο του 1929 ο παππούς μου εγκαθίσταται με την οικογένειά του στις Σέρρες και συνεταιρίζεται με έναν Αιγυπτιώτη ποτοποιό που είχε ποτοποιείο. Όταν μετά από λίγους μήνες ο Αιγυπτιώτης φεύγει για την Αίγυπτο, ο παππούς μου γίνεται αποκλειστικός ιδιοκτήτης του καταστήματος. Το ποτοποιείο πουλούσε χύμα κρασί, ρετσίνα, ούζο και ηδύποτα (κουαντρό, μέντα, τιντούρα και ένα ποτό που ονομαζόταν μπερδεμένο, το οποίο μάλλον ήταν κάποιο κοκτέιλ). Υπήρχαν και τραπέζια στο μαγαζί, όπου σύχναζαν, το μεσημέρι, ιδιαίτερα μορφωμένοι πελάτες: δύο απόστρατοι αξιωματικοί, ένας λογιστής, δύο δικαστικοί κλητήρες, τρεις δικηγόροι (για τον ένα δικηγόρο υπήρχε η φήμη πως περνούσε και από άλλα ποτοποιεία, πριν καταλήξει στο σπίτι του), δύο στρατιωτικοί εν ενεργεία, δύο διορθωτές ραπτομηχανών, ένας ειδικός στην επιλογή των καπνών (εξπέρ τους έλεγαν εκείνη την εποχή), ένας έμπορος ρούχων κ.ά. Φαντάζομαι, αναρωτιέστε πώς αναφέρω με τόση σιγουριά τους πελάτες και τα επαγγέλματά τους, αλλά ο πατέρας μου, που δούλευε τότε στο μαγαζί βοηθώντας τον παππού μου, θυμάται, ακόμα και τώρα, όλους τους σταθερούς πελάτες  με το όνομά τους! Κάθε μέρα οι πελάτες αυτοί περνούσαν απ’ το μαγαζί, έπιναν ένα δυο ποτηράκια, χωρίς μεζέ (μεζές δεν υπήρχε, επιτρεπόταν όμως να φέρουν μαζί τους οι πελάτες φρούτο ή τυρί) και συζητούσαν.  Οι συζητήσεις, που συνήθως αφορούσαν την ελληνική και διεθνή πολιτική, ήταν βέβαια υψηλού επιπέδου. Μάλιστα για το ποτοποιείο του παππού μου έγινε κάποτε αναφορά και στην πιο έγκυρη εφημερίδα των Σερρών, την «Πρόοδο», στην οποία ο ίδιος ο διευθυντής της, ο Σγουραμάνης, έγραψε χιουμοριστικά για την «πινική» ακαδημία που λειτουργούσε στο ποτοποιείο του Αθανασίου Μενεξέ.
Δίπλα στο ταμείο βρισκόταν ένας μικρός πίνακας όπου ο παππούς μου σημείωνε όσους αγόραζαν βερεσέ. Ειδικά για αυτούς που δεν ξοφλούσαν τα βερεσέδια τους, έλεγε ο παππούς μου πως ο μπαταχτσής όχι μόνο δε σε πληρώνει μα τον χάνεις κι από πελάτη. Και συμπλήρωνε χιουμοριστικά πως απ’ τον μπαταχτσή κι ένα τσουβάλι άχυρα να πάρεις, κέρδος θα έχεις!
Κάθε Τρίτη γινόταν στις Σέρρες το παζάρι. Αυτή ήταν μια ειδική μέρα για το μαγαζί, που έμενε ανοιχτό και τα μεσημέρια για να δεχτεί τους διάφορους χωρικούς και κτηνοτρόφους που έρχονταν να φάνε το φαγητό τους (γι’ αυτούς γινόταν μια εξαίρεση) παραγγέλνοντας βέβαια και το κρασάκι τους. Τότε ακούγονταν στο μαγαζί διάφορες γλώσσες: ελληνικά, αρβανίτικα, βλάχικα, βουλγάρικα και ποντιακά! Μια μικρή «Βαβυλωνία» δηλαδή.
Όλη η δεκαετία του 1930 πέρασε ήρεμα χωρίς σημαντικά γεγονότα αν εξαιρέσουμε το βομβαρδισμό των Σερρών το 1935 από Έλληνα αεροπόρο! Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά όντως έγινε. Να τι είχε συμβεί: Στα 1935 έγινε το κίνημα του Βενιζέλου κατά της τότε κυβέρνησης των Τσαλδάρη – Κονδύλη. Στις Σέρρες στασίασε το 19ο Σύνταγμα και μαζί τους ενώθηκαν αρκετοί πολίτες. Οι στασιαστές έβγαλαν καινούριο Δήμαρχο και Νομάρχη ενώ έγιναν αρκετές συλλήψεις αξιωματικών και πολιτών. Στις 9 Μαρτίου η κυβερνητική αεροπορία προέβη σε “εκφοβιστικούς” βομβαρδισμούς της πόλης. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί η μοναδική ιστοσελίδα που αναφέρει το περιστατικό. Ίσως πράγματι ο στόχος του βομβαρδισμού να ήταν ο εκφοβισμός των στασιαστών, γεγονός πάντως είναι ότι βρέθηκε ένας ηλίθιος αεροπόρος που βομβάρδισε, μέρα μεσημέρι, το πιο κεντρικό σημείο των Σερρών, τη διασταύρωση των οδών Ερμού και Μεραρχίας, δίπλα ακριβώς απ’ το Δημαρχείο. Αποτέλεσμα ήταν να θρηνήσουν οι Σέρρες 30 νεκρούς και τραυματίες -ανύποπτους πολίτες-, μεταξύ τους και γυναικόπαιδα που δεν είχαν καμία ανάμειξη στην ανταρσία.
Για την ιστορία ο μεν αεροπόρος που έριξε τη βόμβα ανταμείφθηκε βέβαια για την πράξη του παίρνοντας, αργότερα, ανώτερη θέση στο ΓΕΑ, το δε κίνημα του Βενιζέλου απέτυχε, δίνοντας παράλληλα την αφορμή στους φιλοβασιλικούς να αρχίσουν τη μαζική διώξη των βενιζελικών αξιωματικών από το στράτευμα, με αποτέλεσμα την επόμενη χρονιά (1936) να έχουμε το πραξικόπημα του Μεταξά.

Και καθώς τελειώνει η δεκαετία του ’30, τα μαύρα σύννεφα του πολέμου απλώνονται σιγά σιγά πάνω απ’ την Ευρώπη κι αρχίζουν να πλησιάζουν και την Ελλάδα.
-Παππού Θανάση, νόμιζες πως θα περάσεις ήσυχα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου; Σε γελάσανε. Το βιβλίο της ιστορίας δεν τέλειωσε ακόμα, έχει πολλές σελίδες γραμμένες κι είναι στο ριζικό σου να τις ζήσεις όλες…

Τον Μάρτιο του 1941 οι Γερμανοί ετοιμάζονται για εισβολή -μέσω της Βουλγαρίας- στην Ελλάδα. Ένα βράδυ, ο παππούς Θανάσης, γυρίζοντας απ’ το μαγαζί, ανακοινώνει στην οικογένεια:
“Μόλις έρθουν εδώ οι Γερμανοί, τα μέρη αυτά, από Έβρο μέχρι Στρυμώνα, θα τα δώσουν στους Βουλγάρους. Γι’ αυτό πρέπει να φύγουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα”.
Τα πράγματα εξελίχτηκαν ακριβώς όπως τα προέβλεψε ο παππούς μου, που μπορεί να ήταν του δημοτικού, όμως διάβαζε κάθε μέρα εφημερίδα, άκουγε επίσης τις συζητήσεις των πελατών του και βέβαια ήταν γνώστης των επεκτατικών διαθέσεων της Βουλγαρίας. Ήξερε πως οι Βούλγαροι είχαν ήδη καταλάβει δύο φορές τις Σέρρες, μία το 1913 -για έξι μήνες- και άλλη μία με τη βοήθεια των Γερμανών, την περίοδο 1916-18 , όταν οι Σέρρες υπέφεραν πολλά.


1913: Οι Σέρρες πυρπολημένες από τους Βουλγάρους
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Την επόμενη Κυριακή (προς τα τέλη Μαρτίου) ο παππούς παίρνει ένα ταξί και πηγαίνει στο Σοχό, που βρίσκεται πέρα απ’ το Στρυμώνα, προς τη μεριά της Θεσσαλονίκης. Εκεί νοικιάζει ένα δωμάτιο σε αγροτικό σπίτι, με χρήση κουζίνας και αυθημερόν επιστρέφει στις Σέρρες. Δυο τρεις μέρες αργότερα νοικιάζει αυτή τη φορά φορτηγό, φορτώνει η οικογένεια τα εντελώς απαραίτητα έπιπλα και τα είδη νοικοκυριού και ξεκινάνε όλοι μαζί – μια ακόμα προσφυγιά- για τον Σοχό.
Λίγο πριν φύγουν, συνέβη το περιστατικό με το εικονοστάσι:
Στο εικονοστάσι του σπιτιού υπήρχαν δυο τρία μικρά εικονίσματα και μια μεγάλη επίχρυση εικόνα της Παναγίας με το Χριστό στην αγκαλιά. Προσπάθησαν τόσο η γιαγιά Λίτσα όσο κι ο παππούς να βγάλουν την εικόνα αλλά δεν τα κατάφεραν. Προφανώς η εικόνα είχε σφηνώνει λόγω της διαστολής απ’ τη θερμότητα που έβγαζε το άσβηστο, μέρα νύχτα, καντήλι, που έκαιγε συνέχεια απ’ το 1929, δηλαδή δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Η πρώτη σκέψη του παππού ήταν να διαλύσει το εικονοστάσι -πώς θα έφευγαν χωρίς την εικόνα της Παναγίας;- αλλά η πάντα θεοσεβούμενη γιαγιά Λίτσα σταυροκοπήθηκε και είπε:
-Θανάση, η Παναγία έκανε το θαύμα της, μεγάλη η Χάρη της! Αυτό είναι σημάδι πως θα γυρίσουμε μια μέρα σπίτι μας. Η Παναγία δε θέλει να φύγει!
Και πράγματι το σημάδι επαληθεύτηκε γιατί μετά από τριάμισι χρόνια επέστρεψαν στις Σέρρες και μάλιστα βρήκαν το σπίτι ακριβώς όπως το είχαν αφήσει. Χωρίς να λείπει ούτε καρφίτσα από τα πράγματά τους. Τα τριάμισι αυτά χρόνια στο σπίτι έμενε ένας Βούλγαρος αξιωματικός της χωροφυλακής με την οικογένειά του.
Το αντίθετο συνέβη με το μαγαζί. Εκεί φεύγοντας ο Βούλγαρος προσωρινός ιδιοκτήτης, πήρε μαζί του ό,τι μπορούσε να μεταφέρει.

Η βουλγαρική κατοχή των Σερρών (1941-44) υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη γιατί απ’ την αρχή φάνηκε πως οι Βούλγαροι δεν είχαν έρθει για κατοχή αλλά για προσάρτηση και στόχος τους ήταν η αλλοίωση του πληθυσμού της πόλης. Με το που μπήκαν στην πόλη (Απρίλιο του 41) έκλεισαν σχολεία και εκκλησίες, αντικατέστησαν δημοτικές και διοικητικές αρχές, άλλαξαν υπηρεσίες, οδούς, πινακίδες, ακόμα και τις πινακίδες των καταστημάτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το φημισμένο βιβλιοπωλείο Βαγουρδή, το οποίο είχε την επιγραφή του στα πλακάκια μπροστά στην είσοδο έτσι ώστε σε κάθε πλακάκι να αντιστοιχεί κι ένα γράμμα. Όχι μόνο έκλεισαν το βιβλιοπωλείο, μα ξήλωσαν και τα πλακάκια και τα αντικατέστησαν με άλλα! Και βέβαια, δε δίστασαν να παραδώσουν τους 475 Εβραίους της πόλης (συν 19 από τη Νέα Ζίχνη) στους Γερμανούς. Οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν στην Πολωνία και εξοντώθηκαν όλοι…
Όσοι Σερραίοι είχαν τη δυνατότητα, εγκατέλειψαν τις Σέρρες και κατέφυγαν σε άλλες περιοχές: στο Σοχό, στη Νιγρίτα, ακόμα και στη Θεσσαλονίκη.
Πώς όμως πέρασε η οικογένεια το χειμώνα του 41-42 στο Σοχό, αφού ο παππούς δε δούλευε πλέον και δε διέθετε άλλο εισόδημα; Εκτός από κάποιες χρυσές λίρες που φαίνεται πως είχε κρυμμένες, και με τις οποίες πλήρωνε κάθε μήνα το ενοίκιο για το δωμάτιο που έμεναν, αξίζει να αναφερθεί και ο τρόπος με τον οποίο προνόησε ο παππούς να μη λείψει τίποτα απ’ τη διατροφή της οικογένειας. Με το που έφθασαν στο Σοχό, αγόρασε ένα μεγάλο αρνί, μάλιστα το βοσκούσε ο ίδιος το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 41, κι όταν έφτασε ο χειμώνας, το έδωσε στο χασάπη να το σφάξει. Το κρέας το πάστωσε, ένα μέρος το έκανε λουκάνικα, ενώ τα εντόσθια με κομματάκια ψαχνό, πιπέρι, πράσο και κρεμμύδι το έκανε καβουρμά που διατηρείται σε πήλινα δοχεία για πολύ καιρό. Είχαν αγοράσει και 500 οκάδες σιτάρι (περίπου 640 κιλά) που τους έφτασε για δυο χρόνια και έτσι έβγαλαν το δύσκολο χειμώνα του 41-42. Φυσικά η πείνα που θέρισε Θεσσαλονίκη και Αθήνα δεν έφτασε ποτέ στο Σοχό ούτε στα υπόλοιπα χωριά, αλλά αυτό δε σημαίνει πως στην ύπαιθρο ζούσαν πλουσιοπάροχα.


Βούλγαροι στρατιώτες στο σιδηροδρομικό σταθμό των Σερρών.
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Επειδή τα αρχεία του Γυμνασίου Σερρών είχαν μεταφερθεί στο Ε΄ Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, στην Ανάληψη, ο παππούς μου έστειλε τον πατέρα μου να τελειώσει την πέμπτη Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη (μια “κουτσή” σχολική χρονιά: τα μαθήματα ξεκίνησαν το Μάιο, έγινε διακοπή για το καλοκαίρι και συνεχίστηκαν από Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του 41). Στη Θεσσαλονίκη ο πατέρας μου έμενε σε μια θεία του στο Βαρδάρη και πήγαινε στην Ανάληψη κάθε μέρα με το τραμ, εκτός αν είχε διακοπή του ηλεκτρικού οπότε έφτανε σχολείο με τα πόδια! Η γιαγιά Λίτσα τού έστελνε, μέρα παρά μέρα, με το λεωφορείο της γραμμής Θεσσαλονίκης – Σοχού, φαγητό και ζυμωτό ψωμί.
Η επόμενη σχολική χρονιά άρχισε το Μάρτιο του ’42, κι ο παππούς αποφάσισε να στείλει τον πατέρα μου, που θα φοιτούσε έκτη Γυμνασίου, στο Γυμνάσιο Νιγρίτας. Κάθε Δευτέρα πρωί ξεκινούσε ο πατέρας μου απ’ το Σοχό, παρέα με το Γιαννάκη, το γιο του φαρμακοποιού, κι έκαναν τρεις ώρες ποδαρόδρομο μέχρι να φτάσουν στη Νιγρίτα. Την Παρασκευή το μεσημέρι επέστρεφαν, μόνο που τώρα έκαναν τέσσερις ώρες γιατί έπρεπε να ανέβουν τον Βερτίσκο, το βουνό που στέκει μεταξύ Νιγρίτας και Σοχού. Τα αναφέρω αυτά γιατί θέλω να φτάσω στην τελευταία σημαντική απόφαση του παππού μου, την πιο γενναία κατά τη γνώμη μου, στην οποία αναφέρθηκα ήδη σε προηγούμενη ανάρτηση. Η ιστορία έχει ως εξής:
Νοέμβριος του 1942. Ο πατέρας μου έχει τελειώσει την έκτη Γυμνασίου και είναι έτοιμος πλέον να αναζητήσει κάποια εργασία. Για το πανεπιστήμιο απαιτούνται εισαγωγικές εξετάσεις που για χίλιους λόγους δε γίνεται να τις δώσει. Ο παππούς μου, μάλιστα, έχει βρει στο Σοχό έναν παλιό του πελάτη που διαθέτει μεγάλο “μέσο”, ο οποίος του ρίχνει την ιδέα:
-Θανάση, θέλεις να διορίσω το γιο σου γραφέα στο ειρηνοδικείο Σοχού;
Του παππού μου του άρεσε η ιδέα. Οικογενειακό συμβούλιο βέβαια δε γινόταν, ο παππούς απλώς ανακοίνωνε τις αποφάσεις του στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Όταν λοιπόν ανακοίνωσε αυτό το νέο, όλοι χάρηκαν γιατί επιτέλους, μετά από καιρό, θα ερχόταν κάποιο εισόδημα στην οικογένεια, έστω πενιχρό. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα φτάνει και το επίσημο χαρτί του διορισμού κι ο πατέρας μου, το βράδυ πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, πέφτει να κοιμηθεί, έτοιμος και χαρούμενος για τη νέα του καριέρα. Το ίδιο βράδυ όμως ο παππούς διαβάζει στην εφημερίδα -ναι, διάβαζε ακόμα και τότε εφημερίδα!- πως καταργούνται οι εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια. Το πρωί όλα έχουν αλλάξει. Η οικογένεια ακούει εμβρόντητη την καινούργια απόφαση του παππού:
-Θα πάμε στη Θεσσαλονίκη. Ο γιος μου θα σπουδάσει στο πανεπιστήμιο!
Καινούρια προσφυγιά για την οικογένεια -καημένη γιαγιά Λίτσα, τράβηξες κι εσύ!-
Τέλη του ’42 έρχονται στη Θεσσαλονίκη, την πιο δύσκολη ίσως περίοδο της κατοχής, ένα χρόνο μετά την πείνα που θέρισε κόσμο και κοσμάκη και λίγο πριν τη μαζική εξόντωση των Εβραίων από τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου γράφεται στη γεωπονική σχολή.
Βέβαια, ο χειμώνας  του 42-43 ήταν αισθητά καλύτερος από το χειμώνα του 41-42, σε ό,τι αφορά το κρύο και την πείνα, κάτι που όμως ο παππούς μου, εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσε να ξέρει, γι’ αυτό θεωρώ την απόφασή του για μετακόμιση στη Θεσσαλονίκη την πιο γενναία της ζωής του.
Στη Θεσσαλονίκη, το πρώτο χρονικό διάστημα, έμειναν στο σπίτι ενός φίλου γανωματή. Τα δωμάτια ήταν κλειστά, όμως όλη η οικογένια βολεύτηκε στην ευρύχωρη κουζίνα του σπιτού. Ο γανωματής αυτός βλέποντας τα σκούρα στη Θεσσαλονίκη, προτίμησε να ακολουθήσει την αντίθετη πορεία απ’ τον παππού μου και να μετακομίσει στο Σοχό, όπου δεν υπήρχε γανωματής.
Αργότερα η οικογένεια νοίκιασε, από την Πρόνοια, ένα δωμάτιο σε σπίτι που κατοικούσαν άλλοτε Εβραίοι, τους οποίους είχαν ήδη περιορίσει οι Γερμανοί στα δύο γκέτο της πόλης. Στο δεύτερο δωμάτιο του σπιτιού έμενε μια άλλη προσφυγική οικογένεια από τις Σέρρες. Κουζίνα και τουαλέτα ήταν κοινή και για τις δύο οικογένειες.
Ευτυχώς ο παππούς μου διέθετε ακόμη την άδεια του ποτοποιού, χάρη στην οποία προμηθευόταν κάθε μήνα από το Χημείο ένα βαρέλι οινόπνευμα, σε πολύ φθηνή τιμή, και στη συνέχεια το μεταπωλούσε στον Τσάνταλη. Έτσι έβγαλε η οικογένεια εκείνο το χειμώνα όπως και τον επόμενο. Ο πατέρας μου παράλληλα τρεφόταν με το φοιτητικό συσσίτιο καθώς και με τα συσσίτια του κατηχητικού.
Το Μάρτιο του ’43 ιδρύεται η Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης και ο πατέρας μου -όπως και πολλοί συμφοιτητές του- αποφασίζει να μεταγραφεί στην ιατρική. Όταν έμαθε το νέο ο παππούς μου, του είπε:
-Καλά έκανες. Και στην Κίνα αιχμάλωτος να βρεθείς, θα σε κάνουν γιατρό των αιχμαλώτων!!
Ποια άλλη συμβουλή μπορούσε να δώσει ένας άνθρωπος που πέρασε στη ζωή του τόσες προσφυγιές, αιχμαλωσίες, κατοχές και πολέμους; Ένας άνθρωπος που δε χρειάστηκε να διαβάσει Ιστορία, γιατί την έζησε την Ιστορία…

Εδώ τελειώνει η εξιστόρηση του βίου του παππού μου. Άλλες περιπέτειες δεν έζησε. Η οικογένεια επέστρεψε κάποια στιγμή στις Σέρρες, ο παππούς μου ξανάνοιξε το μαγαζί του κι έζησε ειρηνικά -επιτέλους!- τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του.
Πέθανε το 1964 στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στα αγαπημένα του πρόσωπα, έχοντας προλάβει να δει τρία εγγόνια. Εγώ ήμουν ο μόνος εγγονός που δε γνώρισε.

8 Σχόλια to “ιβ΄) ο παππούς μου: ένας άνθρωπος που έζησε την Ιστορία”

  1. Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης Says:

    Καταπληκτικό το κείμενό σας. Μέσα από την ζωή ενός ανθρώπου ξετυλίγεται η ιστορία του τόπου και μέσα από τα βιώματά του ξεδιπλώνεται η πονεμένη ψυχή του πρόσφυγα.

    Τα γεγονότα με το Παυλίκιοϊ (Παύλα) μνημονεύονται σε πηγές και αναφέρεται σε αυτά και η επιτροπή Carnegie.

    http://arvanitesthrace.blogspot.com

  2. Θωμάς Says:

    Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Πολύ ενδιαφέρον το ιστολόγιό σας, όχι μόνο για εμάς που έχουμε προγόνους Αρβανίτες από την Αν. Θράκη, αλλά και για όσους ενδιαφέρονται για ιστορικά θέματα.
    Ευχαριστώ επίσης και για την υπόδειξη ως προς τα γεγονότα που σχετίζονται με το χωριό Παυλίκιοϊ.

  3. Όλγα Says:

    Μια ζωή για βιβλίο!

    • Πασχάλης Κουτιδης Says:

      Πολυ ωραίο το κείμενο, εντυπωσιάστηκα και επιθυμώ να γνωρίσω τον συγγραφέα του κειμένου καθ΄ότι κατάγομαι και εγώ από το Θολό και ενδιαφέρομαι για ιστορικά γεγονότα. Ονομάζομαι Πασχάλης Κουτιδης, μένω στη Θεσσαλονίκη.

      • Θωμάς Says:

        Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Αφού σας αρέσει η Ιστορία, εύχομαι να παραμείνετε αναγνώστης του blog. Θα χαρώ πολύ να έχουμε τακτική επικοινωνία.

  4. ο πατέρας μου και η Ιστορία | λογομνήμων... Says:

    […] Τέλη του ’42 έρχονται στη Θεσσαλονίκη, την πιο δύσκολη ίσως περίοδο της κατοχής, ένα χρόνο μετά την πείνα που θέρισε κόσμο και κοσμάκη και λίγο πριν τη μαζική εξόντωση των Εβραίων από τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου γράφεται στη γεωπονική σχολή. Στη Θεσσαλονίκη, το πρώτο χρονικό διάστημα, έμειναν στο σπίτι ενός φίλου γανωματή. Τα δωμάτια ήταν κλειστά, όμως όλη η οικογένεια βολεύτηκε στην ευρύχωρη κουζίνα του σπιτού. Αργότερα η οικογένεια νοίκιασε, από την Πρόνοια, ένα δωμάτιο σε σπίτι που κατοικούσαν άλλοτε Εβραίοι, τους οποίους είχαν ήδη περιορίσει οι Γερμανοί στα δύο γκέτο της πόλης. Στο δεύτερο δωμάτιο του σπιτιού έμενε μια άλλη προσφυγική οικογένεια από τις Σέρρες. Κουζίνα και τουαλέτα ήταν κοινή και για τις δύο οικογένειες. Το Μάρτιο του ’43 ιδρύεται η Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης και ο πατέρας μου -όπως και πολλοί συμφοιτητές του- αποφασίζει να μεταγραφεί στην ιατρική. Όταν έμαθε το νέο ο παππούς μου, του είπε: -Καλά έκανες. Και στην Κίνα αιχμάλωτος να βρεθείς, θα σε κάνουν γιατρό των αιχμαλώτων!! Ποια άλλη συμβουλή μπορούσε να δώσει ένας άνθρωπος που πέρασε στη ζωή του τόσες προσφυγιές, … […]

  5. Ανώνυμος Says:

    Τι τελεια η ζωη του παππου σας γεματη δραση !
    Το μονο κακο που βρισκω σε ολη την ιστορια ειναι οτι δεν γνωριστικατε,κρυμα
    Ειμαστε περηφανοι ρατσα εμεις οι αρβανηταδες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: