Archive for Σεπτεμβρίου 2009

Τσαρούχης Ι

30/09/2009

Tsar1s

Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989)

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης, εκτός από ζωγράφος, υπήρξε σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, συγγραφέας και μεταφραστής αρχαίων τραγωδιών. Το χιούμορ και η ευρυμάθειά του φαίνονται στις αποφθεγματικές του φράσεις και στις διηγήσεις του. 

 

Μόνο με παραμύθια κατακτώνται οι άνθρωποι.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»

 

Ο Έλληνας έχασε ένα μεγάλο κίνητρο που είχε στη ζωή του. Την πείνα. Τώρα τρώει και όλοι έχουν κοιλιά και στομάχι. Λοιπόν δεν μπορεί να έχουν τη δραστηριότητα που είχανε ως πεινασμένοι. Ό,τι μεγάλο έκανε η Ελλάς -είτε από φιλοσόφους είτε από απλούς ανθρώπους- το έκανε από την πείνα. Ο Έλληνας φαγωμένος γίνεται ένα αποκτηνωμένο ζώο. Η πείνα πρέπει να γίνει σήμερα δίαιτα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ελευθερία είναι να κάνεις αυτό που θεωρείται κακό και μη επιτρεπόμενο και οι άνθρωποι να το παραδέχονται.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Φιλία είναι η συμφωνία δύο ανθρώπων εναντίον όλου του κόσμου.

«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Και τα πιο άφθαρτα πράγματα γίνονται φθαρτά αν δεν τα ζωογονεί η πίστη.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»

4seasons

Γιάννης Τσαρούχης «Οι 4 εποχές»

 

Μια κυρία του ζητούσε να ζωγραφίσει το πορτρέτο του γιου της. Μέσα στην ίδια αμοιβή ζητούσε κι ένα ναύτη. Ήταν πολύ φθηνά. «Όχι», της είπε. «Με την τιμή αυτή δεν μπορώ να σας δώσω κι ένα ναύτη επιπλέον. Θα ζωγραφίσω το γιο σας όμως σαν ναύτη».

Μια άλλη Αθηναία συλλέκτρια του ζητούσε φορτικά να ζωγραφίσει τα μέλη της οικογένειάς της ως τις τέσσερις εποχές. Εκείνη ως φθινόπωρο, το σύζυγό της ως χειμώνα και τις κόρες της ως καλοκαίρι και άνοιξη. Μια μέρα, που υπήρχε αρκετή αναστάτωση στο Μαρούσι, επειδή θα ταξιδεύαμε (όταν επρόκειτο να ταξιδέψει, ο Τσαρούχης, κυριευόταν από άγχος) χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα κι ήταν αυτή. Ρωτούσε αν ο κύριος Τσαρούχης είχε αποφασίσει για τη σύνθεση. «Είναι η κυρία…», είπα, «και ρωτά τι κάνατε με την ιδέα των εποχών. Ρωτά αν θα τη ζωγραφίσετε ως φθινόπωρο». «Πες της ότι αυτή μόνο ως θεομηνία μπορώ να την κάνω».

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Η αγάπη των άλλων είναι μια συνέπεια φυσική που απλώς σου δείχνει πως η αγάπη σου, δηλαδή η δύναμή σου, είναι αλώβητη. Μ’ αγαπάνε σημαίνει μπορώ ν’ αγαπώ.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Είναι αγών ο έρωτας. Αγών επικρατήσεως.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

ANA_HAR0302

 

Στην Ελλάδα ζούμε πολυτελέστερα απ’ όσο μας επιτρέπουν τα μέσα μας, πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες και τις ψυχικές μας ικανότητες. Αυτό ήδη μας δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (από συνομιλία του Γ. Τσαρούχη με τον Γιώργο Πηλιχό, «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» 14/2/1988)

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε ότι «δεν ήταν ο ίδιος που είχε πει τη φράση στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, αλλά ήταν ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος που την πρωτοξεστόμισε, ενώ ο ίδιος τη διέδωσε απλά όπως ο Απόστολος Παύλος».
ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ από άρθρο του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (12/9/2009)

 

«Κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα»

Δε σταμάτησαν ποτέ να ζητούν να αγοράσουν έργα του άνθρωποι λιγότεροι ή περισσότερο πλούσιοι. Αυτό τον δυσαρεστούσε και του έφερνε μελαγχολικές σκέψεις. «Τρομάζω», έλεγε, «γιατί δεν είναι πολύ πίσω ο καιρός που κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα. Δεν καταλαβαίνω τι μεσολάβησε. Φαίνεται ότι, όπως σπάνε πιάτα στα μπουζούκια, θέλουν να αγοράσουν και ένα έργο μου». Για να τους αποφύγει, ζητούσε εξωφρενικές τιμές. Δεν είχε όμως υπολογίσει τι βιτσιόζοι είναι οι νεόπλουτοι Έλληνες. Οι μεγάλες τιμές τούς διέγειραν περισσότερο. Λυπόταν που είχε γίνει ένα είδος μόδας και τα έργα του πωλούνταν τόσο ακριβά, που κι ο ίδιος, όπως έλεγε, δεν μπορούσε πια να τα αγοράσει. Αντιπαθούσε τους συλλέκτες που αγοράζουν έργα του και τα φυλακίζουν χωρίς να μπορεί κανείς να τα δει.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 

 

tsarouxis%20skeptomenos

Γιάννης Τσαρούχης «Σκεπτόμενος»

 

Είναι οδυνηρό, για να σε εκτιμήσουν, να προσπαθείς να κάνεις πράγματα που να αρέσουν σε ανθρώπους που δεν εκτιμάς.

«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μία άποψη την τρομερή και μέχρις αηδίας οργάνωση της ευθυμίας. Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία όσο η δική μας. Σε καμιά εποχή δεν έπαιζε πρωί πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές, για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Το μέρος που κυριολεκτικά συχνάζαμε στο Παρίσι ήταν το Λούβρο. «Εδώ μέσα», έλεγε, «είναι οι καλύτεροί μου φίλοι». Γνώριζε και την τελευταία γωνιά του μουσείου. Σταματούσαμε ακόμα και με ψώνια στα χέρια για να μπει και να σημειώσει κάτι στα βιαστικά. «Μα τώρα;» δυσανασχετούσα εγώ. «Τώρα», απαντούσε, συμπληρώνοντας ότι η χειρότερη ελληνική αρρώστια είναι η αναβλητικότης. Και έμπαινε να ανανεώσει τη ματιά του στο μαύρο φόντο του Βαν Ντάικ ή στο κιαροσκούρο του Τιτσιάνο. Έτσι σχηματιζόταν βέβαια της τέχνης του η περιοχή, όπως λέει ο ποιητής.
Από τις πιο οικείες αίθουσες ήταν αυτή με τα πορτρέτα Φαγιούμ. Τα ήξερε όλα με τα ονόματά τους: Λεύκιος, Δημήτριος, Αμμώνιος, Μελάνθιος, Αρτεμίδωρος, Φιλοκλής. Είχε έντονες αντιρρήσεις για το φωτισμό και γενικά για την παρουσίασή τους.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

IT_499

Γιάννης Τσαρούχης «Ποδηλάτης μεταμφιεσμένος σε τσολιά, μ’ ένα ναό δεξιά κάτω»
(1936) Ίδρυμα Γ. Τσαρούχη

 

«Ο Τσόγτσιλ και η καγαβάνα»

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται μια συνομιλία του με τον Τσαρούχη κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41, όταν και οι δύο υπηρετούσαν ως στρατιώτες:

Ο Τσαρούχης όμως ήταν απόμακρος, δεν πίστευε τίποτε απ’ όλα αυτά. Κρυφογελούσε σαρκάζοντας. Δεν πίστευε καθόλου πως η ζωή θ’ αλλάξει, ότι οι άνθρωποι θα γίνουν καλύτεροι, ότι θα σταματήσουν οι πόλεμοι.
«Μα είναι δυνατό, Γιάννη», του ‘λεγα εγώ, «είναι δυνατό να μην πιστεύεις ότι ο κόσμος θ’ αλλάξει ύστερα απ’ αυτό τον ολέθριο πόλεμο, ύστερα απ’ αυτόν το χαλασμό και την κοσμογονία; Δεν πιστεύεις ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη, ότι οι σύμμαχοι θα συνεργαστούν για ν’ απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την αθλιότητα, τη δυστυχία, την κοινωνική ανισότητα και τα δεινά των πολέμων;»
«Μα για ποιους συμμάχους μου μιλάς, Λυκούγο; Ποιοι είναι αυτοί οι καλοθελητές και ομοφγονούντες σύμμαχοι, που θ’ απαλλάξουν την ανθγωπότητα από τα δεινά, για τα οποία και αυτοί οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι;»
«Μα είναι οι σύμμαχοί μας, Γιάννη μου», του λέω εγώ. «Οι σύμμαχοί μας ενάντια στο φασισμό!»
«Ποιοι είναι αυτοί οι σύμμαχοι; Ονόμασέ τους».
«Μα ο Τσόρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν», του απαντώ.
«Αχ, Καλλέγη, πόσο είσαι αφελής», μου λέει. «Μου μιλάς για τον Τσόγτσιλ! Μα αγαπητέ μου, αν ο Τσόγτσιλ ήτανε τώγα εδώ κοντά μας και ετούτος ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, ξέγεις τι θα σου ‘λεγε;»
«Τι θα μου ‘λεγε;»
«Θα σου ‘λεγε: Βγε Καλλέγη, δώσε μου την καγαβάνα σου να φάω για να μη λεγώσω τη δικιά μου. Κι ούτε καν θα σε παγακαλούσε. Και θα σου άνοιγε στα γήγογα ένα καινούγιο μέτωπο, κι εσύ θα ήσουν πάλι στην πγώτη γαμμή να πολεμάς, ενώ ο Τσόγτσιλ, αφού θα είχε ντεγλικώσει με την καγαβάνα σου, θα κάπνιζε μακάγια το πούγο του σε κάποιο παλάτι στο Λονδίνο. Κάτι ανάλογο θα μπογούσαν να σου ζητήσουν και οι άλλοι σύμμαχοι, και ο Γούζβελτ και ο Στάλιν. Όλοι αυτοί, κατά κανόνα, την καγαβάνα τους ποτέ δεν τη λεγώνουν».
Αυτός ήταν ο Τσαρούχης. Με μια αλληγορία και δυο καυτά λόγια ξόφλησε τη μεγάλη και τρανή συμμαχία των Μεγάλων, που τόσες και τόσες προσδοκίες κι ελπίδες στήριξε σ’ αυτήν η ανθρωπότητα και ιδιαίτερα η χώρα μας. Αυτή είναι μια από τις πιο ζωντανές μνήμες που μου έμειναν από το έπος της Αλβανίας. Το δυστύχημα είναι ότι ο Τσαρούχης βγήκε δικαιωμένος.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

Τσαρούχης ΙΙ

Advertisements

φιλοσοφικά ανέκδοτα

27/09/2009

PlatoAndAristotle

Τα φιλοσοφικά ανέκδοτα του Κώστα Αξελού δημοσιεύτηκαν τον Μάιο του 1984 στο περιοδικό «η λέξη» (τ. 34 – μετάφραση: Θωμάς Σκάσης) 

 

ΦΙΛΟ-ΣΟΦΙΚΑ ΑΝ-ΕΚΔΟΤΑ
(οντο-θεο-μυθο-γνωσεο-ψυχο-κοινωνιο-τεχνο-εσχατο-λογικά)

  

ΤΟ ΟΝ
(και η ουσία αυτού που είναι)

Ένας Κινέζος σοφός περιδιαβάζει με τον μαθητή του. Περνούν ένα γεφύρι. «Ποια είναι η ουσία (ή το είναι) του γεφυριού»; ρωτάει ο μαθητευόμενος φιλόσοφος. Ο δάσκαλός του τον κοιτάει και με μια σπρωξιά τον ρίχνει στο ποτάμι.

 

Η ΓΛΩΣΣΑ
(οντο-λογία: ο λόγος του όντος)

Επτά κάτοικοι της Ατλαντίδας ξεκινούν για ένα περίπατο. Ένας ποιητής. Ένας ζωγράφος. Ένας ιερέας. Ένας ληστής. Ένας τοκογλύφος. Ένας ερωτευμένος. Ένας στοχαστής. Φτάνουν στην είσοδο μιας σπηλιάς. «Τι μέρος κατάλληλο για έμπνευση!» αναφωνεί ο ποιητής. «Τι υπέροχο ζωγραφικό θέμα!» λέει ο ζωγράφος. «Τι τόπος πρόσφορος για προσευχή!» ψαλμωδεί ο ιερέας. «Τι ονειρεμένη τοποθεσία για ενέδρα!» ομολογεί ο ληστής. ‘Μια ανυπέρβλητη κρυψώνα!» μουρμουρίζει ο τοκογλύφος. «Τι καταφύγιο για τον έρωτά μου!» ονειροπολεί φωναχτά ο ερωτευμένος. «Είναι μια σπηλιά!» συμπληρώνει ο στοχαστής.

 

ΘΕΟΣ
(ή το ολοκληρωτικό και θεο-λογικό Από-λυτο)

Ένας βραχμάνος αρχιερέας καλεί τους αντιρρησίες να πάρουν το λόγο. «Ο Θεός σας είναι φενάκη», παρατηρεί βίαια κάποιος. «Η θρησκεία σας είναι ψέμα και χίμαιρα κι εσείς, οι ιερείς, το στήριγμα της καταισχύνης. Θεός, θρησκεία και ιερείς πρέπει να καταπολεμηθούν και να εκμηδενιστούν. Τι έχεις να μου πεις, εσύ, αρχιερέα;». «Κι εσύ δικός μας είσαι», του απαντά γαλήνια ο βραχμάνος.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ
(οι μυθο-λογικές παγίδες)

Ένας ζευγάρι κένταυροι αποθαυμάζει το παιδί του που χοροπηδάει από δω κι από κει σε μια παραλία της Μεσογείου. Ο πατέρας γυρνάει προς τη μάνα και τη ρωτάει: «Πρέπει άραγε να του πούμε πως δεν είναι παρά ένας μύθος;».  

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ
(η ψυχή, η αρνητικότητα κι ο θάνατος)

Ένας γερμανος φοιτητής πάει ένα βράδυ στο χορό. Εκεί βρίσκει μια πανέμορφη κοπέλα με κατακάστανα μαλλιά κι ολόλευκο δέρμα. Γύρω απ’ το λαιμό της μια λεπτή μαύρη κορδέλα μ’ ένα μικρότατο κομπάκι. Ο φοιτητής χορεύει όλη τη νύχτα με την κοπέλα. Την αυγή την πηγαίνει στη σοφίτα του. Όταν αρχίζει να την ξεντύνει η κοπέλα τον θερμοπαρακαλεί να μην της βγάλει την κορδέλα που έχει στο λαιμό. Μένει γυμνή στην αγκαλιά του με τη λεπτή κορδέλα της. Αγαπιούνται κι ύστερα αποκοιμιούνται. Ο φοιτητής ξυπνάει πρώτος και κοιτάζει το κοιμισμένο πρόσωπο της κοπέλας που, ακουμπισμένη στο άσπρο μαξιλάρι, εξακολουθεί να έχει τη μαύρη κορδέλα στο λαιμό. Με μία κίνηση ακριβείας λύνει τον κόμπο. Και το κεφάλι της κοπέλας κυλάει κατάχαμα.

 

(αναστροφές και αντιμεταθέσεις)

Ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλοι.
Ο μαζοχιστής: Πέφτω στα πόδια σου, κάνε με σήμερα πραγματικά να πονέσω, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, όσο πιο πολύ μπορείς.
Ο σαδιστής: Όχι!
Ο μαζοχιστής: Σ’ ευχαριστώ.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
(και η αγάπη για τη ζωή)

Ένας κινέζος μανδαρίνος πρότεινε κάποτε στον κυβερνήτη μιας επαρχίας ένα μέτρο που δεν άργησε να υιοθετηθεί. Την ώρα που το θύμα ακουμπούσε το κεφάλι στο κούτσουρο για να μπορέσει ο δήμιος να το αποκόψει έφτανε καλπάζοντας ένας πλουμισμένος ιππέας και φώναζε: «Σταματήστε! Ο Άρχοντας έδωσε χάρη στον καταδικασμένο». Εκείνη τη στιγμή της υπέρτατης ευφορίας ο δήμιος έκοβε το κεφάλι του ευτυχισμένου θνητού.

 

ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
(το τεχνο-λογικό κι εσχατο-λογικό τέλος και η νέα απ-αρχή)

Η χαλιναγωγημένη ατομική ενέργεια ξεχύθηκε επιτέλους αχαλίνωτη και κατέστρεψε κάθε ανθρώπινη ζωή στον πλανήτη. Μόνος διασωθείς ένας κάτοικος ουρανοξύστη στο Σικάγο. Αφού έφαγε και ήπιε ό,τι είχε στο ψυγείο του, διάβασε, είδε κι άκουσε την ιδεατή του βιβλιοθήκη, το φανταστικό του μουσείο και την υπαρκτή του δισκοθήκη, απελπισμένος που έβλεπε πως δεν πέθαινε, αποφασίζει ν’ αυτοκαταστραφεί και ρίχνεται από τον τεσσαρακοστό όροφο στο κενό. Τη στιγμή που περνά μπροστά από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου ακούει το τηλέφωνο που καλεί.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ «ΦΙΛΟ-ΣΟΦΙΚΑ ΑΝ-ΕΚΔΟΤΑ» (περιοδικό «η λέξη» τ. 34, Μάιος 1984)

 

όλα τα φιλοσοφικά ανέκδοτα του Κ. Αξελού στην ιστοσελίδα:
http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=33191&code=1128

 

creation

 

1930

25/09/2009

Skoda_Superb_02

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει αποσπάσματα από ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Κώστα Ουράνη που γράφτηκαν γύρω στα 1930 και δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα». 

 
«Χιόνια στην Πάρνηθα του 1930»

Πριν το χιόνι να μαζέψει τις τέντες του και να χαθεί, το ίδιο άξαφνα και μυστηριώδικα όπως ήρθε, οι Αθηναίοι που έχουν αυτοκίνητα έτρεξαν να χαρούν την παραμυθένια αυτή παρουσία… Τις δύο – τρεις τελευταίες αυτές μέρες ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος της Πάρνηθος παρουσίαζε τις πρώτες απογευματινές ώρες μια μεγάλη κίνηση ανοιχτών και κλειστών αυτοκινήτων – από τις πολυτελείς «Πακάρ» ίσαμε τις κατσαριδοειδείς «Μόρις».

Όσο ανεβαίναμε τα χιόνια πλήθαιναν. Στα παραπέτα και στις στροφές του δρόμου οι σωροί τους έφθαναν ως τα γόνατα και τ’ αυτοκίνητα περνούσαν ανάμεσα στις δύο μαύρες γραμμές που είχαν χαράξει μέσα στα χιόνια τ’ άλλα αυτοκίνητα, που είχαν προηγηθεί. Ο αέρας τώρα ήταν δροσερότατος – χωρίς να γίνει ούτε στιγμή παγερός. Διάφοροι, που φοβήθηκαν ν’ ανεβούν ως το τέρμα του δρόμου, μήπως και τ’ αυτοκίνητά τους κολλήσουν στα χιόνια, είχαν σταματήσει στις τελευταίες στροφές και χαίρονταν το ονειρικό θέαμα των άσπιλων χιονιών που αστραποβολούσαν παντού μέσα στον ήλιο. Άλλοι έπαιρναν φωτογραφίες, άλλοι έπαιζαν χιονιές, άλλοι φόρτωναν τις βαθμίδες του αυτοκινήτου τους με χιόνια, για να τα μεταφέρουν… σαν δείγμα στα σπίτια τους, κι άλλοι τσαλαβουτούσαν ίσαμε τα γόνατα μέσα στο στρώμα του χιονιού με παιδική χαρά… Ήταν ακόμα κι άνθρωποι που είχαν εκδράμει πεζή στις κορυφές της Πάρνηθος από το πρωί – και που γυρνούσαν την ώρα εκείνη, ντυμένοι σαν αλπινιστές, μ’ ένα σάκκο τρόφιμα στον ώμο κι ένα μυτερό μπαστούνι στο χέρι.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ «ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

«Υπαίθρια εξοχικά κέντρα»

Τα υπαίθρια εξοχικά κέντρα! Πόσες εκατοντάδες να υπάρχουν; Πόσες χιλιάδες; Να μια στατιστική που κανένας δε σκέφθηκε να κάνει και που εν τούτοις θα ‘χε ενδιαφέρον γιατί θα μπορούσαν να βγουν ένα σωρό συμπεράσματα – ακόμα και κοινωνικά… Οπωσδήποτε είναι βέβαιο ότι υπάρχουν άπειρα. Τα συναντάτε στο δρόμο σας, πολυαριθμότερα κι από σαλιγκάρια ύστερα από βροχή, οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν πάρετε με τ’ αυτοκίνητο. Δεν υπάρχει τόσο στις ακτές της Αττικής, όσο και στα Μεσόγεια, ένα απόκεντρο μέρος, που να μη δείτε εγκαταστημένο ένα από τα «κέντρα» αυτά…

Σ’ όλο το δρόμο που φέρνει στη Βάρκιζα δεν κάνετε άλλο, παρά να συναντάτε, γραμμένη στους τοίχους των καλυβιών, τη ρεκλάμα αυτή: «Μπαρ Τρεζολί. Βάρκιζα»! Μπαρ στη Βάρκιζα και μάλιστα «τρεζολί» – τι ευχάριστη έκπληξη, λέτε. Πηγαίνετε, χαλάτε τον κόσμο σ’ αναζήτησή του, κι επιτέλους ανακαλύπτετε ότι το ρεκλαμαρισμένο «μπαρ» δεν είναι -κι αυτό- παρά μια μικροσκοπική παράγκα, σκεπασμένη με ξερά κλαριά πεύκου και όμοια με κιβωτό του Νώε, γιατί μέσα της ζουν αρμονικά και φύρδην – μίγδην ο καταστηματάρχης, η οικογένειά του, οι κότες του, ένα σκυλί, άπειρες μύγες, μερικοί άδειοι ντενεκέδες βενζίνης, δυο βαρέλια, μια φουφού και διάφορα άλλα ζωντανά ή άψυχα είδη. Εννοείται ότι το μόνο είδος που βρίσκετε στο τρεζολί μπαρ είναι λίγη ρετσίνα – που άλλοτε προσφέρεται σαν σώσμα κι άλλοτε σαν γιοματάρι, χωρίς βέβαια αυτό ν’ αλλάζει την ποιότητά της, που είναι άθλια…

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ «ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

  

σάρωση0037

 

«Τέμπη»

Ο δρόμος που διασχίζει τα Τέμπη είναι στο πλευρό της Όσσας, γιατί ο Όλυμπος πέφτει εντελώς κάθετος, μόλις αφήνοντας λίγη θέση στη σιδηροδρομική γραμμή. Η λέξη «δρόμος» είναι ευφημισμός. Το πολύ πολύ μουλαρόδρομος. Εγώ τον πέρασα με …αυτοκίνητο. Η εξήγηση είναι ότι το αυτοκίνητο δεν ανήκε στο σωφέρ που το οδηγούσε. Έτσι κανείς φόβος να το ιδεί να εξαρθρώνεται σε κομμάτια δεν τάραζε το φλέγμα, με το οποίο το περνούσε από ακροβατικούς κατηφόρους κι ανηφόρους, από κοτρώνια που τα ‘χαν κυλήσει οι χείμαρροι, ανάμεσα από κλώνους που έξυναν τη μπογιά του, πάνω από ξερές κοίτες όπου οι ρόδες του γλιστρούσαν στα χαλίκια και σε πλαγιές που το σάπιο χώμα τους απειλούσε να συμπαρασυρθεί μαζί με το αυτοκίνητο.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ «ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

«Στο Βατοπέδι του Αγίου Όρους»

Το μεγάλο και πλούσιο Βατοπέδι με τ’ απέραντα κτήματα, το πλήθος των εξαρτημάτων του και τους αναπτυγμένους μοναχούς του, εμφανίζεται αιρετικό ή τουλάχιστον επικίνδυνα φιλελεύθερο. Το κατηγορούν ότι άνοιξε τη βαριά του πύλη σε μοντερνισμούς σκανδαλώδεις για έναν τόπο ταγμένο στην απάρνηση και τον ασκητισμό. Σε ποιους; Ότι υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο, ότι έβαλε ηλεκτρικό φως και …ευρωπαϊκά W.C. και ότι -αμάρτημα θανάσιμο!- παραβίασε δυο φορές το πανάρχαιο καταστατικό του Όρους που το επέβαλε ένα χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου του Μονομάχου, και που δεν επιτρέπει την παρουσία θηλυκών στη μοναστική πολιτεία: τη μια φορά επιτρέποντας σε μια επίσημη κυρία ν’ αποβιβασθεί και ν’ ανέβει ως την εξώπορτά του, όπου και της παρουσίασαν τ’ άγια λείψανα να τ’ ασπασθεί, και τη δεύτερη μπάζοντας μέσα στα τείχη του …κότες!

Οι επισκέπτες του Βατοπεδίου ανήκουν σ’ όλες τις κατηγορίες και σ’ όλες τις εθνικότητες. Φυλλομέτρησα το ογκωδέστατο βιβλίο που διατηρεί η μονή κι όπου γράφουν τα ονόματά τους και τις εντυπώσεις τους. Τι ποικιλία από ονόματα… κι ανοησίες! Βλέπει κανείς σ’ αυτό υπογραφές από του Γεωργίου της Αγγλίας και του Βίκτωρος Εμμανουήλ, ίσαμε των ανορθόγραφων νωματαρχών της αστυνομίας του Αγίου Όρους. Όσο για τ’ αυτόγραφα, εκείνο που περισσότερο με διασκέδασε ήταν ένα ταρταρινικό αυτόγραφο του Πάγκαλου, που έλεγε ότι «ο Αρχιστράτηγος του Στρατού του Έβρου σταμάτησε για λίγο το δρόμο του προς την Αγιά Σοφιά (;) για να προσκυνήσει… » κτλ.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ «ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

diplarakou

Αλίκη Διπλαράκου
Μις Ευρώπη 1930

  

 «Η Καλαμάτα του 1930»

Η πόλη είναι πάνω στην ανάπτυξή της. Το λιμάνι της είναι πιο ζωντανό από της Πάτρας, το εμπόριο σημαντικό, τα υποκαταστήματα των Τραπεζών αφθονούν – και τη νιώθετε ανυπόμονη ν’ απλωθεί και να συγχρονισθεί πολύ περισσότερο. Χτίζονται σπίτια από μπετόν, δρόμοι ασφαλτοστρώνονται, οι κεντρικές αρτηρίες παρουσιάζουν ζωηρή κίνηση και οι κάτοικοι ζητάν μεγάλα δημόσια έργα: να μεγαλώσει το λιμάνι, να τακτοποιηθεί η κοίτη του Νέδωνα…
Τις τρεις μέρες που έμεινα στην Καλαμάτα τις πέρασα μεταξύ της συντροφιάς ενός ντόπιου τραπεζίτη και της συντροφιάς ενός ντόπιου, επίσης, ποιητή. Ο πρώτος ήταν η σύνθεση της σύγχρονης πόλης: άνθιζε σε στρογγυλότητες, αυτοπεποίθηση και κυριαρχικότητα και δε σκεφτόταν παρά την καλοζωία. Με πήγε ένα βράδυ με το αυτοκίνητό του, από μια μεγάλη ασφαλτοστρωμένη λεωφόρο, σ’ ένα παράλιο κέντρο, που τα τραπεζομάντηλά του άσπριζαν κάτω από τα πράσινα φυλλώματα ηλεκτροφωτισμένων δέντρων – κι εκεί μου παράθεσε ένα πλούσιο γεύμα. Ο δεύτερος ήταν απλός, σιωπηλός και μελαγχολικός, όπως το παρελθόν. Μαζί του γύρισα τους μικρούς δρόμους της παλιάς Καλαμάτας και σεργιάνισα στην κεντρική πλατεία, που δεν είναι παρά ένας πολύ φαρδύς δρόμος, ακανόνιστος και γεμάτος από τη γραφική κίνηση ενός υπαίθριου λαχανοπάζαρου και γυναικών του λαού με μαύρα τσεμπέρια και παρδαλά φορέματα, που γεμίζουν τα βαρελάκια τους και τις στάμνες τους από τα μεγάλα δημόσια πηγάδια που χάσκουν στη μέση της πλατείας.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ «ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

«Μυτιλήνη»

Η πόλη της Μυτιλήνης είναι από τις πιο σύνθετες που έχω ιδεί, ύστερα από το Αλγέρι. Υπάρχουν σ’ αυτή τρεις πόλεις, καθεμιά με το δικό της χαρακτήρα: μια ανατολίτικη, μια ελληνική και μια ευρωπαϊκή.

Η «ελληνική» πόλη είναι η πόλη των τραπεζιτικών υποκαταστημάτων, των γραφείων, των κοινοτικών ιδρυμάτων, της εμπορικής και λιμενικής κίνησης, των καφενείων που διαδέχονται το ένα το άλλο – μια πόλη δίχως χάρη, μ’ ένα θέατρο που θα μπορούσε κανείς να το πάρει για αποθήκη ξυλείας, μ’ ένα πάρκο που έχει περισσότερες καρέκλες μικοκαφενείων παρά δέντρα, μια πόλη που περιμένει ακόμα να γίνει πόλη. Τη βρήκα χωρίς ηλεκτρικό φως -γιατί το εργοστάσιο είχε καεί-, να ψήνεται κάτω από έναν ανήλεο ήλιο, με το λιμάνι της -που ετοιμάζουν τη διαρρύθμισή του- άδειο από καράβια και πεσμένο σε μαρασμό εξαιτίας της μεγάλης υποτίμησης του κυριότερου προϊόντος του νησιού, του λαδιού, στις ξένες αγορές.

Η θέα απλώνεται σ’ όλο το ήσυχο και φωτεινό λιμάνι της Μυτιλήνης και στην «ευρωπαϊκή» συνοικία, που την αποτελούν ωραίες επαύλεις σκαρφαλωμένες ως τα μισά μιας πλαγιάς και περιτριγυρισμένες από μεγάλους κήπους και περιβόλια. Στρέφοντας κανείς το μάτι στο απέναντι μέρος αυτού του οράματος της ομορφιάς και της οργιαστικής πρασινάδας, διακρίνει κατακάθαρα τις μικρασιατικές κηλίδες που κάνουν τα σπίτια μιας κωμόπολης που οι κάτοικοί της ήταν όλοι Έλληνες πριν από την καταστροφή.
Τι θα είναι η νοσταλγία κι ο κρυφός καημός των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων που ζουν σήμερα στη Μυτιλήνη, όταν βλέπουν κάθε μέρα, έτσι κοντά αντίκρυ τους, την πατρίδα τους, τη γη των προγόνων τους και των τάφων τους, που την παράτησαν σε μιαν αξιοθρήνητη έξοδο και που τους είναι για πάντα απαγορευμένη!…
Σα να μην αρκούσε το ψυχικό αυτό μαρτύριο, οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι ζουν ακόμα εδώ μια ζωή γεμάτη αθλιότητα και αγωνία, γιατί το πρόβλημα της αποκατάστασής τους δεν έχει ακόμα λυθεί. Χιλιάδες απ’ αυτούς ζουν στριμωγμένοι στα πόδια του κάστρου και στο μάκρος του παλιού λιμανιού, στη συνοικία που ζούσαν άλλοτε οι Τούρκοι, κι η ζωή τους αντιγράφει τόσο πιστά τη ζωή εκείνων, που παραξενεύεται κανείς, χωρίς να το θέλει, βλέποντας χωροφύλακες αντί ζαπτιέδες ή διαβάζοντας στην πόρτα ενός τζαμιού την επιγραφή Πωλείται άχυρον!…

 

prosfyges

λεοφορίον ο σπρώχνος, είσοδος 1,20

22/09/2009

047

Μποστ ή Χρύσανθος (Μέντης) Μποσταντζόγλου (1918-1995)

 

Για την προέλευση του ονόματός του ο Μποστ λέει:

Με βάπτισαν Χρύσανθο. Όταν όμως ήμασταν παιδιά πήγαμε με την παρέα μου σε μια επιθεώρηση. Σε μια σκηνή ο Ορέστης Μακρής που νόμιζε από το πολύ μεθύσι ότι ήταν υπνωτισμένος, έδωσε εντολή να πέσει η αυλαία με τη βοήθεια ενός μέντιουμ. Είπε λοιπον «διά της ζωοποιού δυνάμεως του μέντι να κλείσει η κουρτίνα». Αυτό φάνηκε πολύ αστείο σε κάποιο φίλο μου που από την ημέρα εκείνη αποφάσισε να με βαφτίσει Μέντη. Και ομολογώ ότι μου άρεσε. Όσο για το «Μποστ» ήταν μια τυχαία υπογραφή, που «έπιασε». Μετά έγινε κι ο Λογοθέτης «Λογό», ο Κυριακόπουλος «Κυρ» κι εμένα πολλοί με νομίζουν ξένο. Λένε μάλιστα και την γυναίκα μου κυρία …Μποστ.

από συνέντευξη του ΜΠΟΣΤ στη ΡΕΝΑ ΘΕΟΛΟΓΙΔΟΥ περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ τ. 466 7-13/7/1977 (αρχείο Τ. Σπητέρη – Τελλόγλειο Ίδρυμα)

 

Καθιέρωσα την ανορθογραφία σαν τέχνη αρχίζοντας από το περιοδικό «Ταχυδρόμος» και εικονογραφώντας «μυθιστορήματα» με λαϊκούς ήρωες που μιλούσαν λαϊκά και εκφράζονταν ανορθόγραφα, ένας πίνακας, αν κι αυτό θυμίζει λίγο Θεόφιλο, δεν ολοκληρώνεται χωρίς επιγραφή.

ΜΠΟΣΤ απόσπασμα από δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ (28/3/1985) (αρχείο Τ. Σπητέρη – Τελλόγλειο Ίδρυμα)

 

Ο Μποστ γράφει για τον εαυτό του:

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ο ιστορικός κλάδος των Μποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Μέσης Ανατολής. Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Ιωάννου Μποσταντζόγλου, τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν.

Ο Μποσταντζόγλου είναι κι αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχναν μεγαλυτέραν κατανόησιν. Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Βεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον “επαναστατικά”, π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον. Ούτε το ότι ήτο ακριβός ευσταθεί. Νομίζω ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις  την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχεται ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Το ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Μποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας.

ΜΠΟΣΤ ”ΤΟ ΛΕΦΚΟΜΑ ΜΟΥ” (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως κ. Γκίκας, φοβούμε ότη δεν γνορίζει καλά Ελληνικά κε δι’ αφτό δεν χροματίζει καλός τας λέξεις. Ανεκοίνοσεν ότι «όσοι εταλαιπόρησαν θα ταλαιπορηθούν». Δηλαδή, τι θα κάνη; Θα μας παρατάξη τους βασανιστάς εις καμίαν στάσιν διά να περιμένουν το λεοφορείον υπό τον ήλιον; Εγώ γνορίζο ότι αφτό θα πη ταλαιπορία. Επίσης ότι και ο επιβάτης που δεν βρίσκει κάθισμα και παραμένει όρθιος καθ’ όλην την διαδρομήν, και αφτός ταλεπορίται. Η σωστή φράσις νομίζο είναι: «Όσοι εβασάνισαν θα βασανισθούν». Υπάρχουν λεπτέ αποχρόσεις που έχουν μεγάλην σημασίαν.

εφημερίδα ΑΥΓΗ (15/9/1974) από το βιβλίο «ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ» Εκδόσεις GUTENBERG

 

«ΠΟΛΗΣΕΙΣ ΑΦΤΟΚΙΝΙΤΩΝ»
Το αφτοκίνιτον αφτό είν’ οικονομικόν,
προτοφανές εις κάφσιμα κι επαναστατικόν
έχεται κατανάλοσιν ελάχυστον τον μήνα
κε ούτε σας χριάζεται το θέρος η βενζήνα
αν κινιθή δε εναλάξ ημέρα παρ’ ημέρα
οικονομίαν έχετε ακόμη καλητέρα,
κι έξο από την πόρτα σας αν είν’ παρκαρισμένο
θα διακοσμεί το σπίτη σας όπος είνε βαμένο.
Σεις φόρους θα πληρόνετε κε εις τον Δήμον τέλη
άτινα θα γλητόνετε γκαράζ που δεν θα θέλει.
Όλοι που πήραν απ’ αφτό είν’ ευχαριστιμένοι
παν με τα πόδια στις δουλιές κ’ είν’ κατενθουσιασμένοι.
Διατή να το κινήσεται να σας καταστραφεί
άλοστε κε η κίνισις δεν θα σας οφελήση
διότη με χρήσιν σηνεχή θα λάβετε κε κλήσι.

περιοδικό «Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» (αρχείο Τ. Σπητέρη – Τελλόγλειο Ίδρυμα)

 

ΔΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΑ δεν έχω συναντήση εις την ζοήν Μου. Αριστερόν χοροφήλακα κε προθυπουργόν Έλληνα που να έχη καλήν ιδέαν διά τους αριστερούς.

εφημερίδα «ΑΥΓΗ» 12/1/1975 από το βιβλίο «ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ» Εκδόσεις GUTENBERG

 

 

 %CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%AE%CF%82+%CE%86%CE%B9+%CE%BB%CE%AC%CE%B9%CE%BA+%CE%A4%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CE%B9%CE%BA,+1959

 

Περισσότερες γελοιογραφικές συνθέσεις του Μποστ με επεξήγηση για το κλίμα της εποχής στην ιστοσελίδα:

http://www.sarantakos.com/asteia/mpost.html

 

 

“ΙΣΤΟΡΙΚΕ ΣΕΛΙΔΕ: ΤΟ ΣΟΥΛΙ”
Στο Σούλι το τρισένδοξον, το δοξασμαίνο Σούλι
πλησίον στους ελέφθερους έζων κε λίγοι δούλοι
κι ως φοιτιτής δημοτικού, συχνά είχον ακούση
το σούλι επροδόθικε από τον Πήλιο Γούση

Αφτός λανβάνων διαταγάς από των Ιωαννίνων
που ήτο το Πεντάγονον των εποχών εκείνων
έγινεν όργανον εχθρών, διέφθηρεν σουλιότας
κι επέτηχεν μιαν διάσπασιν μέσα στους πατριότας.

Συνβάν το πραξικόπιμα, το Σούλι κατελίφθη
κι εισήλθεν ο Αλή Πασάς, αφού εγκαταλήφθη
κι άπαντες οι σουλιότισαις καθώς κε οι σουλιότε
έφηγον κι εσκορπίσθισαν εις άλα μέρη τότε.

Τελιόσαντος ο πόλεμος που όλοι ξαναγυρίσαν
σουλιότε και σουλιότισε τον Πήλιον αντικρίσαν
-Πήλιο πώς βρίσκεσε εδώ, εσύ ένας προδότης;
είπε εις τόνον αφστηρόν εις γέροντας σουλιότης.

(…)
Υπάρχει έθιμον εδώ, συνέχισεν ο πήλιος
δι’ αφτό τα μάτια προς ημάς τα στρέφη η ηφήλιος
άνθροποι κι όργανα εχθρών που την πατρίς προδίδουν
να μένουν ατιμόρητοι κε λόγον να μη δίδουν.

Τιμόντες την παράδοσιν από αρχέων χρόνων
γίνετε σεις συνεχισταί των ένδοξων προγόνων.
Αφήστε τους υπέφθινους εις μίαν ησηχία
δήξτε ανοτερότιτα κε μεγαλοπσιχεία.

περιοδικό “Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ” (αρχείο Τ. Σπητέρη – Τελλόγλειο Ίδρυμα)

 

M%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%843

 

Ο Γ. Σαρηγιάννης θυμάται το έργο του Μποστ:

Ανεπανάληπτος ο Μέντης μας δίδαξε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται σε μια Αθήνα που εκατόν πενήντα χρόνια τώρα σκάβεται με σκηνές του δρόμου, όπου οι απαθείς Αθηναίοι κατακρημνίζονται στα χαντάκια των μεγάλων έργων, τι γίνεσθε μανδάμ, χαθήκατε και η ευγενής απάντησις, μην περνάτε τα εσκαμένα για μένα, εν μέσω περιπτέρων καταποντιζομένων και του περιπτερά άδοντος στωικώς τούτη η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε, ενώ στο τέλος αναδύεται η γοργόνα από το αλήστου μνήμης συντριβάνι της Ομόνοιας ερωτώσα το τυπικόν ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος;, του τροχονόμου με την αρχαιοπρεπεή περικεφαλαία απαντώντος ζη και βασιλεύει και ωραιότατον πατσά μαγειρεύει (λειτουργούσε ακόμη το ομώνυμο ξενοδοχείο και εστιατόριο). Το συγκοινωνιακό πάντα στην πρώτη γραμμή όταν ο πόνος του λαού γίνεται τραγούδι με τον βαρύ ρεμπέτη αναφωνούντα Άσπλαγνη, άσπλαγνη, κακούργα κενωνία, πόσα φαρμάκεια μας κερνάς με τη σεγκενονία και σε ανάλογο σκίτσο, ΛΕΩΦΟΡΙΟΝ Ο ΣΠΡΩΧΝΟΣ, ΕΙΣΟΔΟΣ 1,20 (ήτανε που μόλις είχανε ακριβύνει τα εισιτήρια από 1 δραχμή σε 1,20 όπου είχε αναφωνήσει ο Μποστ το ιστορικόν τι λες βρε θηρίον, μία και είκοσι των εισιτιρίων, έλα χριστέ και μη χηρότερα, δεν παίρνω μια Ντωφίν να μου στηχίζι και φτηνότερα!

απόσπασμα από κείμενο του Γ. Σαρηγιάννη που αναδημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη (10/12/2000)
ολόκληρο το κείμενο:
http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=574142&publDate=10/12/2000

 

Ξημερώματα, από κάποιο λόφο του Σκαραμαγκά, αντίκρυσα τα χώματα της Αθήνας. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Άραγε θα με γνώριζαν όταν θα έφτανα στο σπίτι μου έπειτα από τόσον καιρό; Σαρανταδύο ετών τους είχα εγκαταλείψει. Πώς νάγιναν τα παιδιά μου έπειτα από τόσο μακρύ χωρισμό;
Έξω από το σπίτι μου ένα παλικάρι ωραιότατο, με περίμενε, ως 20 ετών απάνω-κάτω.
Το έσφιξα τρυφερά στην αγκαλιά μου.
-Παιδί μου, δεν με αναγνωρίζεις; Πώς μεγάλωσες έτσι;
Και φίλησα τον έκπληκτο γαλατά.

«ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ» από τα «ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

ο αφορισμός που δεν έγινε

19/09/2009

 

%CE%BA%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82+3

Τελικά η ιστορία με τον αφορισμό ή -για να είμαστε ακριβείς- με τον μη αφορισμό του Καζαντζάκη είναι κάπως συγκεχυμένη. Γιατί μπορεί η Ιερά Σύνοδος να αφόρισε τον Καζαντζάκη, όμως ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ουδέποτε επικύρωσε αυτό τον αφορισμό.

 

«Ο Πατριάρχης πέταξε την αίτηση σ’ ένα συρτάρι»

Ο Καζαντζάκης ποτέ δεν αφορίστηκε, αγαπητή μου. Η Ιερά Σύνοδος τον καταράστηκε και τον αφόρισε και ζήτησε από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα να επικυρώσει την αφόρισή του. Ο Πατριάρχης πέταξε την αίτηση σ’ ένα συρτάρι και ακόμα εκεί είναι. Ποτέ δεν την υπέγραψε.

από συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, Ευγένιου, στην Ελένη Κατσουλάκη το 1972.
(αντιγραφή από το http://oistros-reportaz1.blogspot.com/2006/08/blog-post_115608959230201405.html)

 

Περισσότερες πληροφορίες στις ιστοσελίδες:

Oistros   και   Βικιπαίδεια 

 

Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες.
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΣΚΗΤΙΚΗ»

 

Η αγάπη κι η συμπόνια είναι θυγατέρες του ανθρώπου, όχι του Θεού.
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

Θεριό ‘ναι η καρδιά του ανθρώπου. Θεριό ανήμερο… Χριστέ μου, μήτε εσύ μπόρεσες να τη μερώσεις.
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

 

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

Άστρα, πουλιά, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία.
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

Μια φορά στην Αραπιά ήταν ένα παμπόνηρος βασιλιάς. Κάθε πρωί, πριν ξημερώσει, μάζευε τους σκλάβους και δεν τους άφηνε να πιάσουν δουλειά προτού να διατάξει τον ήλιο ν’ ανατείλει. Ένας γερο-σοφός τον ζύγωσε μια μέρα και του κάνει:
-Δεν ξέρεις πως ο ήλιος δεν περιμένει τη διαταγή σου;
-Το ξέρω, γερο-σοφέ, το ξέρω. Μα τι Θεός, δε μου λες, θα ‘ταν αν δεν μπορούσε να γίνει όργανό μου;
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

Kazantz3

 

 «Θα με αφόριζε η Ιερά Σύνοδος!»

Ο Ευγένιος, αρχιεπίσκοπος Κρήτης την περίοδο 1950-1978 μιλάει στην Ελένη Κατσουλάκη για την κηδεία του Καζαντζάκη:

-Εγώ, δεσποινίς Κατσουλάκη, πήγα και στην κηδεία του! Παρ’ όλες τις απειλές, διαταγές, εκκλήσεις που πήρα γραπτώς και προφορικώς -μπροστά μου και πίσω από την πλάτη μου- έδωσα άδεια να μπει η σωρός του στον Άγιο Μηνά και έκανα μάλιστα και την νεκρική δέηση!
-Δεν φοβηθήκατε;
-Ήταν δύσκολη η θέση μου. Είχα μεγάλη πίεση και από την Ιεραρχία και από τις τοπικές αρχές. Αν δεν άφηνα την σωρό του Καζαντζάκη στον Άγιο Μηνά, θα γινόταν η επανάσταση του 1821 και θα αιματοκυλιόμαστε εδώ κάτω! Οι Κρητικοί το ‘χαν πάρει πολύ πατριωτικά το θέμα. Ήταν ανήμερα θηρία! Στην κηδεία κόντεψε να γίνει μεγάλο μακελειό. Κάμποσοι κληρικοί χωρίς ράσα ακολούθησαν την νεκρική πομπή βρίζοντας το νεκρό, αρπάχτηκαν στα χέρια με ντόπιους Κρητικούς. Δύσκολες ώρες και για μένα, ένα ανώτατο κληρικό!
-Εσείς τον θάψατε;
-Όχι, αλίμονο μου! Θα με αφόριζε η Ιερά Σύνοδος! Είχαμε διαταγή να μην γίνει η ταφή του από κανένα Ορθόδοξο παπά. Εγώ δεν ήμουνα κοντά στην σωρό του Καζαντζάκη.
-Οι εφημερίδες έγραψαν ότι θάφτηκε από ιερέα ο Καζαντζάκης.
-Ο κόσμος είχε άγνοια. Όταν έφτασε η σωρός του στο Μαρτινέγκο, κάποιος έβγαλε επικήδειο λόγο. Μα κανείς κληρικός δεν ήταν γύρω για να θάψει τον νεκρό. Σκεφτείτε τώρα μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου και τις φωτογραφικές μηχανές του διεθνούς τύπου! Πουθενά παπάς. Οι Βρακοφόροι Κρητικοί άρχιζαν να φουρτουνιάζουν, έμαθα από άλλους παρόντες, άναψαν τα αίματα και ήθελαν να βουτήξουν το φέρετρο και να το θάψουν με τα ίδια τους τα χέρια. Κείνη την τραγική στιγμή ως εκ θαύματος παρουσιάστηκε ένας νέος παπάς με ράσα και με θυμιατό! Ούτε ήξερα ποιος ήταν και πώς βρέθηκε εκεί, από πού ξεφύτρωσε! Κανείς δεν ήξερε!

από άρθρο της ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ στο περιοδικό του Παντείου (2003) αντιγραφή από το http://oistros-reportaz1.blogspot.com/2006/08/blog-post_115608959230201405.html 

 
«Ο παπάς που έθαψε τον Καζαντζάκη και η ιστορία του»

Ο ανώνυμος ιερέας που έθαψε τον Καζαντζάκη μιλάει στην Ελένη Κατσουλάκη:

Τον Νοέμβριο του 1957 ήμουνα στρατιώτης και παπάς και υπηρετούσα τη θητεία μου στο Ηράκλειο. Μια μέρα πριν την κηδεία του Καζαντζάκη, ο διοικητής κάλεσε όλους τους στρατιωτικούς και έδωσε διαταγή να μην βγει κανείς έξω από το στρατόπεδο στις 5 Νοεμβρίου. Οι αρχές και ο στρατός φοβόνταν μεγάλες φασαρίες, γιατί είχε έρθει εκκλησιαστική διαταγή να μην ταφεί ο Καζαντζάκης. Όταν θα το ‘παιρναν χαμπάρι οι Κρητικοί θα έκαναν μεγάλες φασαρίες. Εγώ σαν παπάς ένιωσα πολύ άσχημα. Η συνείδησή μου με πείραζε πολύ. Ήμουν παπάς. Δεν άντεχα να πάρω στο λαιμό μου τέτοιο άδικο. Δεν μπορούσα να αρνηθώ τα ιερά μυστήρια σ’ ένα βαφτισμένο χριστιανό που δεν έκανε ποτέ κάτι ανήθικο ή εγκληματικό. Όσο αφορά τα βιβλία του δεν είμαι εγώ άξιος να τα κρίνω.
-Πώς τα καταφέρατε;
-Το ‘σκασα κρυφά από το στρατό τη μέρα της κηδείας. Πήρα αθόρυβα τα ράσα μου και έτρεξα στον Μαρτινέγκο και τον έθαψα.
-Ο κόσμος που περίμενε στον Μαρτινέγκο ήξερε τι έγινε;
-Όχι. Όλοι νόμισαν ότι με έστειλε η εκκλησία να τον κηδέψω. Είχαν δει και τον Μητροπολίτη Ευγένιο στον Άγιο Μηνά. Δεν ήξερε κανείς τι γινόταν στα παρασκήνια!
-Τιμωρηθήκατε;
-Ναι. Πέρασα από στρατιωτικό δικαστήριο και μπήκα φυλακή για έξι μήνες.
(Κοίταξα κατάματα τον ανώτατο τούτο άνθρωπο, με απέραντη ευλάβεια. Του ‘πιασα τα χέρια με τρυφεράδα και τα φίλησα με όλη μου την ειλικρίνεια. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που φίλησα τα χέρια ενός κληρικού!)

από άρθρο της ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ στο περιοδικό του Παντείου (2003) αντιγραφή από το http://oistros-reportaz1.blogspot.com/2006/08/blog-post_115608959230201405.html 

 
«Τουτουσές τσ’ ανθρώπους δεν τους θάβουνε νεκροθάφτες»

Η Κρήτη βρισκόταν σε συναγερμό για την κηδεία του μεγάλου τέκνου της. Είχαν φθάσει απ’ όλα τα μέρη της Μεγαλονήσου αντιπροσωπείες, μαθητές Γυμνασίων, αγρότες, εργάτες, άνθρωποι από κάθε τάξη. Χιλιάδες λαού και μαθητές κρατώντας βιβλία του νεκρού τον συνόδεψαν μέχρι την ιστορική τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα ενετικά τείχη, όπου είχε ανοιχτεί ο τάφος του. Τότε συνέβη το εξής συγκλονιστικό: Ένας ηλικιωμένος, μα εύρωστος και μεγαλόσωμος άντρας με μουστάκες, ο καπετάν Μανούσακας ο Κρητίκαρος, άρπαξε την τσάπα και παραμέρισε  τα χώματα. Αμέσως ύστερα αγκάλιασε το νεκρό, τον σήκωσε, λέγοντας: «Τουτουσές τσ’ ανθρώπους δεν τους θάβουνε νεκροθάφτες», και κατεβάζοντάς τον μόνος του στον τάφο, τον τακτοποίησε στην τελευταία του κλίνη. Πάνω από το νεκρό τότε, οι γυμνασιόπαιδες έριξαν χώμα που είχαν φέρει μαζί τους απ’ όλες τις επαρχίες της Κρήτης. Στον τάφο του στήθηκε ένας πανύψηλος, λιγνός και σκοτεινός σταυρός, ορατός από μεγάλη απόσταση. Πάνω στην πλάκα του τάφου του χαράχτηκε το περίφημο καζαντζακικό απόφθεγμα: «Δε φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι ελεύθερος». 

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΣ «ΝΕΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» Εκδόσεις ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ

 

μαθήματα ιστορίας

15/09/2009

 

777DynamicImageService

Νικόλαος Γύζης «Ιστορία»

Το ΒΗΜagazino της Κυριακής 13/9/2009 περιλαμβάνει συνέντευξη των Αμερικανών συγγραφέων Τόμας Κάθκαρτ και Ντάνιελ Κλάιν, οι οποίοι έγραψαν το βιβλίο «Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΕ ΕΝΑ ΜΠΑΡ. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΝΕΚΔΟΤΑ» Εκδόσεις ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ στις ΗΠΑ, ενώ μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες. Ένα από τα πολλά ανέκδοτα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι και το παρακάτω:

Η κυρία Γκόλντσταϊν περπατούσε στο δρόμο με τα δυο της εγγόνια. Ένας φίλος σταμάτησε για να τη ρωτήσει πόσων χρονών ήταν τα παιδιά. Εκείνη απάντησε: «Ο γιατρός είναι πέντε και ο δικηγόρος επτά».
Το ανέκδοτο χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς για να επεξηγήσει την αριστοτελική τελεολογία: κάθε άνθρωπος έχει ένα «τέλος», έναν εσωτερικό στόχο, τον οποίο είναι προορισμένος να εκπληρώσει. Είτε κατά βούληση είτε με το ζόρι.

 

Ωραία ιδέα να εκλαϊκεύεις τη φιλοσοφία μέσα από ανέκδοτα και χιουμοριστικά στιγμιότυπα. Αν κάποιοι ιστορικοί αποφασίσουν να κάνουν το ίδιο με την Ιστορία ίσως χρησιμοποιήσουν μερικά από τα παρακάτω:

 

«Ο ελληνικός στρατός στη Βέροια»

Ο Μαρίνος Γερουλάνος διηγείται το παρακάτω περιστατικό από την απελευθέρωση της Βέροιας από τους Τούρκους (1912):

Οι Έλληνες πρόκριτοι διετήρουν πάντοτε αρίστας σχέσεις με τους Τούρκους πασάδες. Μέχρι των τελευταίων ημερών προ της εισόδου του Ελληνικού Στρατού εις Βέροιαν, προσήρχοντο εις το Διοικητήριον όπου ο Διοικητής τους μετέδιδεν τας ειδήσεις εκ του μετώπου και περιέγραφεν τας «νίκας» του τουρκικού στρατού. Οπότε ο Μανωλάκης, εις μίαν τοιαύτην συνάντησιν, αστεϊζόμενος, παρετήρησεν:
-Δεν φαντάζεσαι, πασά μου, πόσο χαίρω ότι νικά διαρκώς ο στρατός μας, ένα μόνο δεν καταλαβαίνω, διατί νικάμε όλο πλιο κοντά εδώ;

ΜΑΡΙΝΟΣ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ (1867-1957) ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

«Ο Χίτλερ ήταν μπογιατζής»

Ο Λεωνίδας Ζησιάδης διηγείται ένα περιστατικό με ήρωα το συμμαθητή του Βαγγέλη Ζήττα. Το περιστατικό αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά,

Το ποτήρι ξεχείλισε όταν κάποια μέρα στην αυλή του σχολείου ήμασταν συντεταγμένοι και ψάλαμε τον Εθνικό Ύμνο. Έγινε τότε το επεισόδιο με πρωταγωνιστή το Ζήττα και ένα φανατικό «θεωρητικό». Μόλις, λοιπόν, τελειώσαμε τον Ύμνο, πετάχτηκε αυτός ο κύριος σπρώχνοντας και παραμερίζοντας με νεύρα τους καθηγητές και κατακόκκινος από την οργή του, μας κατηγόρησε ότι δεν έχουμε εθνική συνείδηση, επειδή οι περισσότεροι από μας δεν κρατούσαμε τεντωμένο  το χέρι και ακίνητο, όπως απαιτούσε ο φασιστικός χαιρετισμός της ΕΟΝ, ώσπου να τελειώσει ο Ύμνος.
-Ο Χίτλερ, κύριοι, κράτησε το χέρι του τεντωμένο δυο ολόκληρες ώρες σε μια παρέλαση. Αυτό μόνο σας λέω!
-Αυτός δεν κουραζότανε. Είχε συνηθίσει, διότι ήταν μπογιατζής, επενέβη ο Ζήττας με μια βροντερή φωνή κι έγινε θέατρο η αυλή απ’ τα γέλια  μας.
Χάθηκε για δυο εβδομάδες ο Βαγγέλης κι όταν, ένα απόγευμα, ήρθε στην πλατεία να συναντήσει την παρέα, είχε πολλές μαυρίλες στο πρόσωπο και κάτι περίεργα φουσκώματα. Και στα μάτια του μια έντονη ανησυχία. Δεν έβγαλε κουβέντα για το περιστατικό, όσο κι αν τον πιέσαμε. (…)
Πέθανε το καλοκαίρι του ’42 «από τριήμερο πυρετό» στη Χαλάστρα, έξω απ’ τη Θεσσαλονίκη. Δεν μάθαμε όμως ποτέ πού είναι ο τάφος του και, αν έχει τάφο.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ» Εκδόσεις ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ 

 

«Ο ελληνικός στρατός στην Κορυτσά»

Όταν μπήκε ο στρατός μας στην Κορυτσά, μας πήρε, την Ειρήνη, την κόμισσα και μένα, και κατεβήκαμε στην Ομόνοια να δούμε τον εορτασμό. Τέτοια κοσμοπλημμύρα δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Μα πού στην ευχή μένει όλος αυτός ο κόσμος; έλεγα με το νου μου. Τα μεγάφωνα μετέδιδαν εμβατήρια, όλος ο τόπος ήταν σημαιοστολισμένος. Οι δικοί μας ήταν μεθυσμένοι από πατριωτικό ενθουσιασμό, οι Εγγλέζοι κι οι Αυστραλοί από μπίρα. Πού την έβαζαν, βρε παιδί μου, τόση μπίρα αυτοί οι άνθρωποι; Τι είδους στομάχια έχουνε;

Σε λίγο άρχισε ένα σπρωξίδι άνευ προηγουμένου. Ο κόσμος κυλούσε σα λάβα ηφαιστείου προς τη Δημαρχία. Οι αστυφύλακες κράδαιναν τα κλομπ τους στον αέρα, μα ήταν αδύνατον να βάλουν τάξη. Τους παρέσυρε κι αυτούς το ανθρώπινο κύμα. Οι γυναίκες τσίριζαν, δυο – τρεις είχαν κιόλας λιποθυμήσει. Ήμουνα σίγουρη πως δε θα ‘χε μείνει πόντος για πόντος στις κάλτσες μου. «Πάμε να φύγουμε!» φώναζα του Αντώνη, μα δε μ’ άκουγε. Είχε δέσει μια χάρτινη σημαία στο μπαστούνι του και το κουνούσε ψηλά σα λάβαρο. Έκανε σα μικρό παιδί. Για να πω τη μαύρη αλήθεια, ήταν αδύνατον να μείνει κανείς ασυγκίνητος μπροστά στο θέαμα τόσου ενθουσιασμού. Τέτοιες μέρες δεν είχε δει η Ελλάδα απ’ τον καιρό του ’12 και του ’13.

Και ξαφνικά, αυτό που υποπτευόμουν εδώ και μερικά δευτερόλεπτα, έγινε βεβαιότης: δεν τον έφτανε τον παλιάνθρωπο το κολλητήρι που ‘κανε και που, ήθελα δεν ήθελα, ήμουνα υποχρεωμένη ν’ ανεχθώ για να μην κάνω σκάνδαλο, παρά είχε το θράσος να βάλει και το χέρι του κάτω απ’ τη φούστα μου. «Αχ!…» μπήζω μια φωνή. «Αντώνη!» φωνάζω του Αντώνη. Μα ο Αντώνης δεν άκουγε. Κουνούσε το μπαστούνι του με τη σημαία, κι ώσπου να πάρει χαμπάρι τι συνέβαινε, είχε γλιστρήσει ο αλιτήριος μέσα στο πλήθος κι έγινε καπνός. «Πάμε να φύγουμε!» του λέω τότε μ’ έναν τρόπο που ήξερε ότι δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα. «Πάμε να φύγουμε αμέσως. Που να πάρει ο διάβολος και την Κορυτσά και την Ελλάδα. Οι Έλληνες δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ άνθρωποι…»

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ «ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

 

«Βάστα, Ρόμελ!»

Ο Δημήτρης Ψαθάς γράφει για τη δύσκολη θέση που βρέθηκαν οι μαυραγορίτες της κατοχής μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν:

-Βάστα, Ρόμελ! Αντιλαλούν οι δρόμοι.
-Βάστα, Ρόμελ! Ωρύονται οι άνθρωποι.
-Βάστα, Ρόμελ!
Το λένε στα σπίτια και στα μαγαζιά κι ολούθε. Χαρά. Και γέλια. Κι ούτε κανένας λογαριάζει πια τις φάτσες των Γερμανών και Ιταλών, που τριγυρνούνε πολύ κατσούφηδες στους δρόμους. Μας έχει συνεπάρει ο ενθουσιασμός. Δεν θέλουμε, άλλωστε, πολύ. Τι έτρεχε; Έγινε θαύμα. Η πρώτη μεγάλη κι αποφασιστική νίκη των συμμάχων: Ελ Αλαμέιν. Έκαναν την επίθεσή τους οι Εγγλέζοι και τσάκισαν τον Γερμανό στρατάρχη, που πήρε τα βρεμένα του και φεύγει. Γύρισε το φύλλο η Ιστορία. Ο πόλεμος μπαίνει σε καινούργια φάση. Ελ Αλαμέιν.
Ο ήλιος που βγήκε ανάμεσα απ’ τα μαύρα σύννεφα φωτίζει με πλούσιο φως όλους τους λαούς που στενάζουν κάτω απ’ την μπότα του χιτλερισμού. Φεύγει ο Ρόμελ. Κι ο αντίλαλος της φευγάλας του φτάνει ως την Αθήνα και βάζει σε τρόμο τους μαυραγορίτες:
-Βάστα, Ρόμελ! Είναι η σαρκαστική επίκληση της μαρίδας προς τον Γερμανό στρατάρχη που κλόνισε στη φευγάλα του και το φρούριο της μαύρης αγοράς. Φεύγει ο Ρόμελ. Άρα; Τελειώνει ο πόλεμος! Και μέσα στην παραζάλη της παθαίνει σύγχυση η μαύρη αγορά, χάνει το ηθικό της και τα βγάζει όλα στη φόρα. Πανικός. Τσακίζονται να προλάβουν οι μαυραγορίτες. Πρώτη η οδός Αθηνάς βλέπει απορημένη ν’ ανατέλλουν τα φασόλια. Και σιγά-σιγά στα πεζοδρόμια, στην άσφαλτο, πάνω σε τραπεζάκια, μέσα σε καρτοτσάκια, σε τσουβάλια, κάνουν την εμφάνισή τους -ανοιχτά!- όλα τα είδη που είχαν πάθει έκλειψη απ’ τον Απρίλη του ’41.
-Έσπασε, έσπασε η μαύρη! Βλέπει ο κόσμος φασόλια στους δρόμους! Ρεβύθια στα πεζοδρόμια! Πατάτες στα καροτσάκια! Άλλοι γελούν. Άλλοι φωνάζουν. Άλλοι φιλιούνται. Γυναικούλες στέκονται μπροστά σ’ αυτό το αναπάντεχο θαύμα, δακρύζουν και σταυροκοπιούνται: «Αμήν, Παναγίτσα μου, δόξα σοι ο Θεός που αξιώθηκαν τα μάτια μας να δουν τόσο μεγάλη μέρα».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ «ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ

 

«Ο θάνατος του Λαμπράκη»

Ελάχιστοι θυμούνται πια την υπόθεση Λαμπράκη. Ποιος τον σκότωσε τελικά δεν μάθαμε. Είναι από τα εγκλήματα που θεωρούνται ανεξιχνίαστα, παρ’ όλο που η Αστηνομία και η Χωροφηλακή χάλασαν τον κόσμο να βρουν έστω κι έναν ύποπτο. Μόνο τώρα τελεφτέως, επειδή με τον θάνατο τριών χαλυβουργών ανέκυψε θέμα κεραβνού, δώσαμε εντολές να εξετασθή κι αφτή η υπόθεσις. Κι αν οι έρεβνες αποδείξουν ότι την ημέρα εκείνη στη Θεσσαλονίκη ο κερός ήταν βροχερός, δεν μένει πια καμιά αμφιβολία ότι ο θάνατος του Λαμπράκη στην οδό Σπανδωνή οφείλετο σε αστροπελέκι. Κι όπος καταλαβένεις, δεν μπορούν να μας ζητήσουν εφθύνες επειδή οι αριστεροί κυκλοφορούν χωρίς αλεξικέραβνα. (23/11/1963)

ΜΠΟΣΤ «ΑΛΗΛΟΓΡΑΦΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΤΑ» Εκδόσεις ΕΡΜΕΙΑΣ

 

“Ο Παττακός στον κινηματογράφο”

Πρώτοι μήνες της δικτατορίας: Σ’ ένα κινηματογράφο, γεμάτο κόσμο, προβάλλονται επίκαιρα με πρωταγωνιστές υπουργούς και τον αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως κ. Παττακό, που επιθεωρούσε κάποιο έργο. Ανάμεσα στους θεατές ο ίδιος ο κ. Παττακός. Θύελλα χειροκροτημάτων καθώς εμφανίζεται στη σκηνή. Όλοι, πλην του κ. Παττακού, χειροκροτούν, ενώ εκείνος απολαμβάνει το θρίαμβο. Οπότε αισθάνεται ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι από το πίσω κάθισμα και μια φωνή να του ψιθυρίζει: Χειροκρότησε, κακομοίρη μου, μη βρεις τον μπελά σου…

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ “ΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΥΒΟΥΛΟΣ” Εκδόσεις ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ

 

Δεν υπάρχει, βέβαια, κανείς που να μίλησε εναντίον της δημοκρατίας. Ούτε ο Χίτλερ, ούτε ο Μουσολίνι, ούτε ο Παπαντόκ.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ «ΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΥΒΟΥΛΟΣ» Εκδόσεις ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ

οδηγίες προς δημοδιδασκάλους

13/09/2009

tz16c

Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932) «Το κορίτσι που διαβάζει»

Καλή σχολική χρονιά σε παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικούς!

 

«Το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μου»

Ο Νίκος Καζαντζάκης θυμάται την πρώτη του επίσκεψη στο δημοτικό σχολείο:

Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο. Μα το χέρι μου ήταν σφηνωμένο βαθιά μέσα στη φούχτα του πατέρα μου κι αντρειευόμουν. Μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιά αυλή κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.
Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα. Ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:
-Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.
Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.
-Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου
-Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.
-Το κρέας δικό σου του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου. Μη τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάνε τον άνθρωπο.
-Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη. Έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

 

Σε εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας που στάλθηκε το 1854 «προς τους δημοδιδασκάλους και τας δημοδιδασκαλίσσας»…

…σε αυστηρό τόνο εντέλλεται να μην κακοποιούνται οι μαθητές. Υπάρχουν κάποιοι δάσκαλοι, υπογραμμίζει οι οποίοι αντίθετα προς το πνεύμα και το γράμμα του «Οδηγού της Αλληλοδιδακτικής», αντίθετα προς τις επανειλημμένες υπομνήσεις του Υπουργείου και, ακόμη, αντίθετα με όσα υπαγορεύουν ο ορθός λόγος και η διεθνής κοινωνία, εννοούν να κακομεταχειρίζονται τους μαθητές. Τους ραβδίζουν και τους μαστιγώνουν, κάποτε τόσο σκληρά, ώστε τα ίχνη του ξυλοδαρμού να μένουν ανεξίτηλα στα σώματα «αυτών των αθώων πλασμάτων, τα οποία η κοινωνία ενεπιστεύθη εις αυτούς όχι βέβαια ίνα τα απολάβη ηκρωτηριασμένα και μεμωλωπισμένα».
Αυτή η «ανοίκειος έξις», συνεχίζει, η εγκύκλιος του Υπουργείου, δεν ταιριάζει ούτε σε βαρβάρους ούτε σε Έλληνες. Και πολύ περισσότερο, βέβαια, δεν ταιριάζει σε Έλληνες. Να απέχετε, τους λέει, από τέτοιες ποινές απάνθρωπες και να αρκείστε στις ποινές που επιτρέπει ο νόμος: στη γονυκλισία, την πολύωρη ανάγνωση, την ασιτία, την ολιγοσιτία, την φυλάκιση (τους έκλειναν στα υπόγεια των σχολείων, σύμφωνα με σχετικό βαυαρικό νόμο) και στην έκθεση με προσαρτημένο πάνω τους μαυροπίνακα. Κρεμούσαν στον τράχηλο του άτακτου, μας εξηγεί ο Ι. Π. Κοκκώνης, ένα ποινικό παράσημο, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο το σφάλμα για το οποίο τιμωρούνταν ο μαθητής.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ εισαγωγή στο βιβλίο του Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ «ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΚΟΛΕΙΟΥ» Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ

 

“Η μηλιά δεν έγινε μηλέα”

Ο Γεώργιος Βιζυηνός διηγείται τα βάσανα που τράβηξε από το δάσκαλο του χωριού του, ο οποίος ήθελε να τον μάθει να ονομάζει τη μηλιά …μηλέα:

Ο διδάσκαλός μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών απεφάσισεν απ’ εκείνης της στιγμής να με μάθη και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα! “Πες πως το λεν μηλέα!”, εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από του ωτίου και δεικνύων το δένδρον. Μπα, π’ ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πώς ημπορεί αυτό ποτέ, να γίνη η μηλιά μηλέα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπο μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξεύρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον που ήλθε να μας αλλάξη τα ονόματά μας! Όχι, δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα, αυτό ν’ μηλιά! “Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λεν”. Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ, ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ “ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ”

%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82+%CE%A7%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%AE%CF%82-Boy+reading+++

Αλέξανδρος Χριστοφής (1882-1957) 

 

Ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την κατάσταση που επικρατούσε στα σχολεία στις αρχές του 19ου αιώνα είναι του Νεόφυτου Βάμβα και περιέχεται στον πρόλογο που έγραψε για το έργο του Samuel Wilson  «Του Διδασκάλου ο Οδηγός» (1823):

Είναι να αγανακτεί κανείς, γράφει, με τη μέθοδο που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι παιδαγωγοί, για να σωφρονίσουν τους νέους. Αντί να συμπεριφέρονται «με τρόπον γλυκόν και σεμνόν», για να κερδίσουν την αγάπη τους και τον σεβασμό, «μεταχειρίζονται και βλέμμα, και φωνήν, και χείρας τυραννικάς». Και δεν είναι μόνον αυτό. Δεν ικανοποιούν τη φυσική περιέργεια και τη φιλομάθεια των παιδιών και δεν τα συγκινούν. Περνούν όλη τους την ημέρα στο σχολείο ασκώντας τους μαθητές «εις ξηρούς και ατάκτους συλλαβισμούς». Γι’ αυτό και τα παιδιά ταπεινώνονται, γράφει ο Βάμβας, εξευτελίζονται και απεχθάνονται το σχολείο και τρέφουν «άσπονδον μίσος κατά των τυράννων της αθώας ηλικίας των».
Βάλτε κοντά στην ανάλγητη αυτή μέθοδο και τα μαθήματα που κι αυτά δεν είναι τα ενδεδειγμένα, προσθέτει ο Νεόφυτος Βάμβας, και θα έχετε την εικόνα εκείνου του σχολείου. Και αναφέρεται στα αναγνωστικά τους, που είναι τα θρησκευτικά τους βιβλία (Ψαλτήρι, Οκτωήχι, Απόστολος) τα οποία δεν τα καταλαβαίνουν ούτε οι μαθητές ούτε οι περισσότεροι παιδαγωγοί τους. «Δίδουν, γράφει, εις τας χείρας των παιδίων βιβλία γραμμένα εις την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν, την οποίαν δεν καταλαμβάνουν ουδ’ αυτοί οι πλειότεροι παιδαγωγοί. Και αυτά ταύτα τα βιβλία είναι Οκτώηχος, Ψαλτήριον, Απόστολος, βιβλία υψηλά και θεολογικά, τα οποία και αν καθ’ υπόθεσιν τα εννοεί ο διδάσκαλος, εις τα πνεύματα όμως των παιδίων είναι ακατάληπτα , και πρέπει πρώτον να γυμνασθώσιν εις άλλα μαθήματα».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ εισαγωγή στο βιβλίο του Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ «ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΚΟΛΕΙΟΥ» Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ

 

Ο Ιάκωβος Βαχαβιόλος περιγράφει τις αναμνήσεις του ως πρωτοδιοριζόμενος δάσκαλος στα τέλη του 19ου αιώνα:

Μόλις μπήκα στην τάξη πάγωσα. Προσευχή! είπα χωρίς αργοπορία και μετά ανάγνωση και τεχνολογία. Την άλλη μέρα και πάλι προσευχή, ανάγνωση, τεχνολογία. Έτσι περνούσαν οι μέρες. Α! ναι, κάναμε και αριθμητική. «Τεχνολογία, τεχνολογία, μου λέει ο διευθυντής του σχολείου, η τεχνολογία είναι το χρυσό κλειδί που μ’ αυτό θ’ ανοίξουν αύριο τα παιδιά τους θησαυρούς των αρχαίων κειμένων!» Ο πιο σκληρός τύραννος των παιδιών η τεχνολογία. Τι ξενύχτια, τι βρισιές, τι εξευτελισμούς γι’ αυτή την τεχνολογία. Και τι είναι η τεχνολογία; Να ένα παράδειγμα:
Δάσκαλος: τι μέρος του λόγου είναι η λέξις λέαινα;
Μαθητής: όνομα ουσιαστικόν, συγκεκριμένον, γένους θηλυκού, αριθμού ενικού, πτώσεως ονομαστικής και κλίσεως πρώτης.
Δάσκαλος: Κλίνε το.
Μαθητής: Ενικός αριθμός, ονομαστική η λέαινα, γενική της λεαίνης, δοτική τη λεαίνη… (…)
Κι έχει ακόμα φανατικούς λειτουργούς που τους ακούς να λένε με ιερή συγκίνηση: «Αυτά ήταν γράμματα μια φορά».
Είχαν περάσει τρεις μήνες μέσα σ’ αυτή την ευφροσύνη, όταν έξαφνα διαδόθηκε στη μικροπολιτεία πως παύτηκα. Από στόμα σε στόμα το πληροφορήθηκαν όλοι και μόνο εγώ τόμαθα τελευταίος.
Οι απολύσεις των δασκάλων τότε γίνονταν για δυο συνήθως λόγους. Ή για λόγους οικονομίας ή για λόγους κομματικούς. Το κράτος σε απέλυε για λόγους οικονομικούς και στη θέση σου διόριζε άλλον. Το κόμμα έπαυε τον δάσκαλο ή γιατί δεν ανήκε σ’ αυτό ή για να τον τιμωρήσει ή και για τα δύο. Αυτή ήταν η ζωή του δασκάλου.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΧΑΒΙΟΛΟΣ «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» από το βιβλίο της ΚΟΥΛΑΣ ΞΗΡΑΔΑΚΗ «Η ΑΘΗΝΑ ΠΡΙΝ 100 ΧΡΟΝΙΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ