Θράσος Καστανάκης

Θράσος Καστανάκης (1901-1967)

 

Τον άνθρωπο που δεν αγαπά τίποτα της ζωής, να τον τρέμεις!    

– Αλήθεια, υπάρχει τίποτα πιο χυδαίο, πιο κατώτερο από τον άνθρωπο;
– Ναι, ο άνθρωπος!   

Τα τζάμπα εγκλήματα τα κάνουν οι άρρωστοι ή οι ηλίθιοι!   

Ό,τι κι αν συμβεί μέσα στη ζωή μας, θα έρθει μια καλή ώρα, μια περηφάνια, μια στοργή που θα σου τα ξεπληρώσει όλα.   

 Την πείρα τη φτιάνουν μόνο τα παθήματα, ποτέ οι επιτυχίες.   

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ “Η ΠΑΓΙΔΑ”   

   

“Ο Θρ. Καστανάκης και η μαγειρική” 

 Ο Θρ. Καστανάκης αφιέρωνε ένα μέρος από τον πολύτιμο χρόνο του,  με ιδιαίτερη χαρά, στο χόμπι του: Από τα νεανικά του χρόνια, πολύ του άρεσε να μαγειρεύει. Οι ώρες που βρισκόταν στο μαγεριό με την κατάλευκη ποδιά και τον κατάλευκο σκούφο στο κεφάλι ήταν για τον Καστανάκη μια μεταμόρφωση ευτυχισμένη! Ήτανε μια ώρα ψυχικής ευφορίας! Όρθιος μπρος στις κατσαρόλες, λες και ιερουργούσε… Συγκεντρωμένος, αμίλητος, επινοούσε, αυτοσχεδίαζε!… Άπειρες καστανάκειες παραλλαγές, στις γνωστές πατροπαράδοτες συνταγές φαγητών ελάμπρυναν τον τομέα της μαγειρικής του δεινότητας.
Συχνά μου έλεγε: «Η μαγειρική, αγαπητή μου, δεν είναι δουλειά απλή. Είναι κι αυτή μία δημιουργία! Δεν πρέπει να ξεκινάς με τη σκέψη πως κάνεις αγγαρεία, και πως το γρηγορότερο θα την ξεφορτωθείς… Όπως κάθε τέχνη έτσι κι αυτή δε θέλει βιασύνη. Δε θέλει προχειρότητες. Για να την κατακτήσεις θέλει – σαν τη γυναίκα – χάδι!». Ολόκληρος φεγγοβολούσε από ικανοποίηση όταν η επιτυχία της νέας παραλλαγής του φαγητού του έφτανε στην «έκπληξη»! Κι αυτή τη μεγάλη έκπληξη επιθυμούσε να τη μοιραστεί με φίλους για να καθρεφτίσει στα πρόσωπά τους την ικανοποίησή του. Αλίμονο αν κάποιος από τους καλεσμένους του έκανε καμιά γκριμάτσα απαρέσκειας ή αποτολμούσε έστω και την παραμικρότερη παρατήρηση. Για το λογοτεχνικό του έργο δεχότανε συζήτηση, (κι αυτό, εννοείται, με το στανιό), όμως για τη μαγειρική του ούτε λέξη. Πολύ ανέβαινες στην εκτίμησή του αν έδειχνες κι εσύ παρόμοια κλίση, όπως λ.χ. η κυρία Κυβέλη, η Κατίνα Παξινού, η Τατιάνα Σταύρου, η ανεπανάληπτη Σαπφώ Αλκαίου και τόσες άλλες διασημότητες του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου που αγαπούσαν με πάθος τη μαγειρική.   

ΛΙΛΗ ΙΑΚΩΒΙΔΗ απόσπασμα από το άρθρο της «ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1.106, 1/8/1973 

 

  

Να τη μετράς σαν ασυχώρετη αμαρτία σου την ώρα όπου έτυχε και πίκρανες ένα σου φίλο.    

Δεν είμαι από κείνους που λένε “ξέρω”, αλλά από κείνους που λένε “μαθαίνω”.    

Κάποτε καλό να φοβάσαι τον ανόητο περισσότερο από τον ξυπνό.    

Έτσι είναι πάντα η νίκη ή ο χαμός σου, μισή πιθαμή απόσταση.    

Ο πιο ζημιωμένος είναι πάντα εκείνος που μιλάει πολύ.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ “Η ΠΑΓΙΔΑ”    

      

“Ο Καστανάκης, ο Καζαντζάκης και ο θάνατος του Σικελιανού”

Όταν τέλειωσε ο τελευταίος πόλεμος, με κάλεσαν να με φιλοξενήσουν στην ιδιόκτητη βίλα τους στην Αντίμπ. Εκεί για τελευταία φορά είδα και το Νίκο Καζαντζάκη. Κατοικούσε τότε με τη γυναίκα του στη βίλα Μανολίτα (ένα παλιό διώροφο σπίτι). Έκανε πολύ μεγάλη χαρά που με είδε. «Η Ελένη, μου λέει, έφυγε λίγο πριν με το ποδήλατο. Πάει στο βουνό να μαζέψει χόρτα. Μα δε θ’ αργήσει να ‘ρθει». Η Ελπίδα στο μεταξύ γυρίζει και μου λέει σιγαλόφωνα: «Αυτά τα χόρτα που μαζεύει η Ελένη είναι η βασική τροφή τους, και κανένα αυγό, τυρί ή ελιές που τους στέλνουν απ’ την Ελλάδα. Τα οικονομικά των Καζαντζάκηδων ήτανε τότε πολύ σφιγμένα. Ο Καζαντζάκης μου έδειξε μεγάλη λύπη γιατί το πρωί ήτανε υποχρεωμένος να αφήσει τη βίλα Μανολίτα και να τραβήξει με τη γυναίκα του για κάποιο μικρό ισπανικό χωριό που η ζωή εκεί ήτανε πολύ φτηνότερη. Το σπίτι τους στην Αντίμπ το είχανε νοικιάσει για τους καλοκαιρινούς μήνες στον καθηγητή Αγγελόπουλο, που την επόμενη μέρα θα ‘ρχονταν με την οικογένειά του να εγκατασταθεί.
Ο Καζαντζάκης άρχισε με πολύ ενδιαφέρον να με ρωτάει για πρόσωπα και για καταστάσεις του τόπου μας. Μα σαν έφτασε στο «θέμα» Σικελιανού, πήρε την καρέκλα του, κάθισε πολύ κοντά μου και, μέσα από τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό του, μου λέει:
-Μα πώς; Πες μου, σε παρακαλώ. Εσύ και ο Σκαζίκης ήσαστε σχεδόν κάθε μέρα κοντά του. Πώς βρέθηκε ένας Άγγελος Σικελιανός μόνος; Πώς μέσα σε μια ολόκληρη πρωτεύουσα πέθανε αβοήθητος; Πώς; Ποιοι βρέθηκαν πλάι του κείνη την καταραμένη ώρα που πήρε το δηλητήριο αντίς το φάρμακο; Ποιοι; Πες μου. Κανένας δεν τον βοήθησε; Θέλω να μου τα πεις όλα.
Ο Καστανάκης μου έκανε νόημα να σταματήσω. Ήρθε ο ίδιος κοντά μας και άλλαξε την κουβέντα γιατί ο Καζαντζάκης δεν είχε ακόμα καλοσυνέλθει από την πάρεση του προσώπου του και ήτανε φόβος με τη συγκίνηση την έντονη να είχαμε πάλι καμιά νέα ιστορία. Έτσι τα εναγώνια ερωτήματα του Καζαντζάκη για το θάνατο του μεγάλου ποιητή έμειναν αναπάντητα.    

ΛΙΛΗ ΙΑΚΩΒΙΔΗ απόσπασμα από το άρθρο της «ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1.106, 1/8/1973 

 

  Ανρί Ματίς (1869-1954)

 

Καμιά πραγματική αγάπη δε μένει χωρίς ανταπόκριση. Και κανένα αληθινό μίσος.    

Άνθρωπος που κάνει κακό στον εχτρό του από συφέρο, το ίδιο εύκολα μπορεί να το κάμει κι ενάντια στο φίλο του.    

Έτσι μιλάω με το Θεό μου αυτήν την ώρα… Κι εκείνος, θα μου πεις, τι λέει; Εκείνος αποκρίνεται, με τα πάντα, με την καθεμιά ομορφάδα του κόσμου μ’ απαντάει, με το φεγγάρι, με τη θάλασσα, ακόμα και με τη μακρινή σιωπή…    

Δεν είναι τα γεγονότα που σε αλλάζουνε, μα οι λεπτομέρειες.     

Τον άνθρωπο που γονατίζει τον σκιάζομαι πιότερο κι από τον εχτρό.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ “Ο ΧΑΤΖΗ ΜΑΝΟΥΗΛ” 

  

“Μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο τα ελαττώματα των ανθρώπων”

 Η Λιλή Ιακωβίδη θυμάται μια βόλτα με τον Καστανάκη στην ψαραγορά της Αντίμπ:    

Είχε κρεμάσει στον ώμο του ένα μεγάλο ντορβά για τα ψώνια και με οδηγούσε προς την Κεντρική Αγορά. Εκεί του άρεσε να παίρνει το πρώτο πρωινό του ρόφημα, το γαλλικό κοκκινέλι.
Η χαρά, που ήτανε ζωγραφισμένη σ’ όλο του το πρόσωπο (όταν τον περικύκλωναν οι φίλοι του της Κεντρικής Αγοράς: χασάπηδες, μανάβηδες, μπακάληδες και όλων των λογιών οι μικροπωλητάδες) κορυφώνονταν όταν τους άκουγε να τον προσφωνούν: Κύριε Καθηγητά. Τους αγκάλιαζε τότε μ’ εκείνη τη ματιά που πλάταινε, που ξεχειλούσε από στοργή και αγάπη. Και ο καθένας χώρια και όλοι μαζί κάτι είχαν να τον ρωτήσουν και για κάτι να τον συμβουλευτούνε. Ο ένας του σιγοκουβέντιαζε για τις απιστίες της γυναίκας του, που είχε φτάσει πια στην απόφαση να την χωρίσει. Ο άλλος για το συνέταιρό του, που τον είχε πιάσει σκαστό να τόνε κλέβει. Ένας τρίτος (χαρούμενος αυτός) του ‘λεγε πως ήρθε πια η ώρα να βάλει στεφάνι στην ερωμένη του. Κι όχι τόσο γι’ αυτήν όσο για το αγοράκι του, το εξώγαμο, που μαύριζε η καρδιά του σαν άκουγε να το φωνάζουνε μπάσταρδο. Κι όλη η δυσκολία του στην περίπτωσή του ήταν που αυτή (η ερωμένη του) αρνιότανε το στεφάνι. Και ζητούσε, τώρα απ’ τον κ. Καθηγητή να τόνε συμβουλέψει πώς και καλά θα τήνε πείσει…
Και ο κ. Καθηγητής άκουγε. Άκουγε (με το ποτήρι του που το φρόντιζαν να ‘ναι πάντα γεμάτο) μ’ ανυπόκριτο ενδιαφέρον  ολονών τις εκμυστηρεύσεις και προσπαθούσε να βρει τις πιο κατάλληλες λύσεις και να δώσει τις πιο αποτελεσματικές συμβουλές για τα προβλήματα που τους καίγανε.
-Σ’ αυτή την εικόνα που βλέπεις, γύρισε και μου είπε, υπάρχει «αλήθεια ζωής» που πολύ μ’ ενδιαφέρει. Αυτοί οι απλοί άνθρωποι είναι πολύ πιο ανθρώπινοι. Με τα προτερήματά τους και πιο πολύ με τα ελαττώματά τους, που δεν προσπαθούν να τα καλύψουν. Και όπως καταλαβαίνεις, εμένα μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο τα ελαττώματα των ανθρώπων.    

ΛΙΛΗ ΙΑΚΩΒΙΔΗ απόσπασμα από το άρθρο της «ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1.106, 1/8/1973 

 

Ανρί Ματίς “Ο χορός” (1869-1954)

  

Όλα τιμωρούνται σε τούτον εδώ τον κόσμο. Ακόμη κι αυτή η κακία τιμωρείται κάποτε τόσο αυστηρά όσο κι η αρετή.   

Πολιτισμένοι λαοί είναι εκείνοι που σκούριασαν τόσο, ώστε δε θυμίζουν πια τίποτε από τα πρώτα μέταλλα που τους έφτιασαν.    

Πρόοδος είναι η εξοικείωσή μας με το προπατορικό αμάρτημα. Και με τα τόσα άλλα που ακολούθησαν. Κι η συνεχής ανακάλυψη καινούριων.    

Μικροί άνθρωποι είναι εκείνοι που λένε βλακείες.
Μεγάλοι άνθρωποι είναι εκείνοι που κάνουν βλακείες. Και πάντα στα φανερά.    

Ξέρω πως τα γράμματα δε δίνουνε ψωμί. Για καλή μου τύχη ποτέ το ψωμί δε μου άρεζε.    

Κάθε φορά που θα πω κάποια ταπεινή ιδέα, που θα κάνω κάποια ταπεινή σκέψη κοινή, αμέσως το νιώθω πως είμαι λογοκλόπος.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ «ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΖΕΠΗ¹»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 102, 15/3/1931 

¹Ο Μαζέπης είναι ήρωας του Καστανάκη που τον συναντούμε σε διηγήματα και μυθιστορήματά του. 

 

Το ψέμα είναι η αλήθεια που μας επιτρέπεται να τη λέμε κι εμπρός στους άλλους.    

Η πείνα δεν είναι ποτέ στων πεινασμένων τα στόματα.
Του χορτάτου ανθρώπου το στόμα… Α! αυτό να το φοβάστε! Μπορεί να τη φάει και να τη χωνέψει ολόκληρη την ανθρωπότητα.    

Ο άνθρωπος είναι το ζώο εκείνο που κανένα πάθημά του, σε καμιά ηλικία, δεν του γίνεται μάθημα.    

Λίγο πολύ, οι καλλιτέχνες όλοι καταγίνονται με την τέχνη τους. Ελάχιστοι με την Τέχνη.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ «ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΖΕΠΗ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 102, 15/3/1931

 

Έτσι μιλάω με το Θεό μου αυτήν την ώρα… Κι εκείνος, θα μου πεις, τι λέει; Εκείνος αποκρίνεται, με τα πάντα, με την καθεμιά ομορφάδα του κόσμου μ’ απαντάει, με το φεγγάρι, με τη θάλασσα, ακόμα και με τη μακρινή σιωπή…

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ “Ο ΧΑΤΖΗ ΜΑΝΟΥΗΛ”

 

Θράσος Καστανάκης (1901-1967)

Ενδιαφέρουσες συνδέσεις:

Ο ξεχασμένος κ. Καστανάκης

Ώρα κινδύνου (διήγημα του Θ. Καστανάκη)

Αληθινή ιστορία (διήγημα του Θ. Καστανάκη)

Βιογραφικό σημείωμα

 

 

Αρχική σελίδα

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: