Archive for Απρίλιος 2011

από τα Πάθη της Ελλάδας

29/04/2011

Δεν προλάβαμε να ασχοληθούμε με την επέτειο της 21ης Απριλίου, λόγω της Μεγάλης Πέμπτης. Τώρα όμως που τελείωσαν τα Πάθη του Χριστού, μπορούμε να θυμηθούμε κάτι από τα Πάθη της Ελλάδας.
Αρκετά από τα κείμενα της σημερινής ανάρτησης έχουν ήδη δημοσιευτεί στο blog το Νοέμβριο του 2009, αλλά επειδή την περίοδο εκείνη είχαμε λιγότερους αναγνώστες, πιστεύουμε πως αξίζουν μιας δεύτερης δημοσίευσης.

“Εσείς δε χρειάζεται να ξέρετε τίποτα”

Η Ελένη Βλάχου θυμάται τη μέρα που τέθηκε “εις κατ’ οίκον περιορισμόν” από τη χούντα.

Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 1967
Ένας ξαφνικός θόρυβος μας ξύπνησε.
Ήταν εφτά το πρωί. Κάποιοι χτυπούσαν δυνατά την πόρτα του διαμερίσματός  μας και ταυτόχρονα χτυπούσαν ασταμάτητα το κουδούνι.
(…)
-Ασφάλεια, είπε το μπλε κοστούμι. Εχουμε εντολή να κάνουμε έρευνα.
-Έχετε ένταλμα;
-Δεν χρειαζόμαστε ένταλμα.
-Έχετε καμιά ταυτότητα; επέμεινε ο άνδρας μου. Πώς ξέρουμε ότι είστε της Ασφάλειας;
Ο άλλος χαμογέλασε συμπονετικά.
-Εσείς δεν χρειάζεται να ξέρετε τίποτα. Εμείς είμαστ’ αυτοί που πρέπει να ξέρουμε.
Δεν έχω αλλάξει ούτε μια λέξη απ’ αυτό το λακωνικό διάλογο που σημάδεψε την αρχή της εποχής της σύλληψης μας στο σπίτι, και δε νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ αυτή την τρομακτικά απλή εφαρμογή του όρου “ολοκληρωτικό καθεστώς” στην καθημερινή ζωή.

ΕΛΕΝΗ ΒΛΑΧΟΥ (από κείμενό της στο περιοδικό Η ΛΕΞΗ τ. 63-64, Απρίλης – Μάης 1987)

.

“Γεννήθηκα Ελληνίδα, θα πεθάνω Ελληνίδα”

Η Μελίνα Μερκούρη θυμάται πώς έμαθε ότι της αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια από τη χούντα των συνταγματαρχών:

Νωρίς το πρωί της 12ης Ιουλίου 1967, το τηλέφωνο, εκείνος ο ήχος. Ήταν ένας δημοσιογράφος που τηλεφωνούσε απ’ την Αγγλία: “Κυρία Μερκούρη, ο κ. Παττακός, ο Έλληνας υπουργός των Εσωτερικών, σας κήρυξε εχθρό του λαού. Λέει πως βλάψατε ηθικά και οικονομικά τη χώρα. Η περιουσία σας θα δημευθεί και σας αφαιρούν την ελληνική ιθαγένεια. Για μια στιγμή δεν μπορούσα να μιλήσω. “Έχετε κανένα σχόλιο;” Προσπάθησα να βρω τη φωνή μου. “Κυρία Μερκούρη, ο κ. Παττακός σας κήρυξε μη Ελληνίδα. Έχετε να κάνετε κανένα σχόλιο;” Τα λόγια ανέβηκαν στα χείλια μου. “Γεννήθηκα Ελληνίδα, θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο κ. Παττακός γεννήθηκε φασίστας, θα πεθάνει φασίστας”.

ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ “ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΕΛΛΗΝΙΔΑ” Εκδόσεις ΔΑΙΔΑΛΟΣ

 

“Το τίμημα για να είσαι Έλληνας”

Η Αμαλία Φλέμιγκ περιγράφει το διάλογο που είχε με τον Θεοφιλογιαννάκο κατά τη διάρκεια της σύλληψής της από το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου:

Την Πέμπτη ήταν κιόλας τρεισήμισι μέρες που βρισκόμουν εκεί. Δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου εδώ και πενήντα οκτώ ώρες, μα εξακολουθούσα να μην πεινάω. Οι φωνές και οι απειλές του Θεοφιλογιαννάκου και η αγωνία μου για τα πρόσωπα που κινδύνευαν ίσως να συλληφθούν μου έφερναν συνεχώς διάθεση για εμετό. Κατά τις δέκα ο Θεοφιλογιαννάκος με κάλεσε και πάλι, αυτή τη φορά για να μου κάνει μια πρόταση: -Μιλήσαμε με τον πρωθυπουργό για σας, μου είπε, και με ποιο τρόπο είναι δυνατό να σας εμποδίσουμε να κάνετε κι άλλο κακό στην πατρίδα μας. Αποφασίσαμε ότι θα είστε λιγότερο επικίνδυνη αν φύγετε στο εξωτερικό. Κάντε μας λοιπόν μια μικρή λίστα των πραγμάτων που θέλετε, να τα βάλουν σε μια βαλίτσα και να σας συνοδέψουμε στο αεροδρόμιο. Πιθανόν να γράψετε κανένα άρθρο, θα πείτε τα δικά σας για λίγο, και ύστερα θα μπείτε στη χορεία των άλλων αλητών, της Ελένης Βλάχου και των άλλων. Τον ρώτησα αν αυτό εσήμαινε ότι θα χάσω την ελληνική μου υπηκοότητα. -Βεβαίως, είπε. Κάθισα πίσω στην καρέκλα μου πιο αναπαυτικά. Ένιωθα τώρα δυνατή. -Με τη θέλησή μου ποτέ δεν φεύγω, είπα. Έμεινε κατάπληκτος. Μου μίλησε για τα μαρτύρια που επρόκειτο να τραβήξω στο ΕΑΤ – ΕΣΑ κατά τις επόμενες μέρες ή βδομάδες της ανακρίσεως, μαρτύρια για τα οποία δεν είχα ιδέα, και για την τελική δικαστική απόφαση που θα μ’ έστελνε για χρόνια στη φυλακή να σαπίσω. -Σας συνιστώ ζωηρώς να δεχθείτε την προσφορά τώρα που σας την κάνουμε. Πιστέψτε με πως γλιτώνετε από πολλά οδυνηρά πράγματα. -Φαίνεται πως το τίμημα για να είσαι Έλληνας είναι πολύ μεγάλο, μα δέχομαι να το καταβάλω, απάντησα. -Θα το μετανιώσετε πικρά, μου είπε.

ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ “ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Ο περί ου εμφορείται υπό ιδεών ανατρεπτικών

Ο Αντώνης Σαμαράκης θυμάται τη δικιά του εμπειρία από τη χούντα:

Το 1970 μου αρνήθηκαν τη χορήγηση διαβατηρίου και απαγόρευσαν την έξοδό μου από την Ελλάδα «διά σοβαρούς λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίου συμφέροντος». Και «διότι ούτος, εξερχόμενος τυχόν της χώρας, θέλει παραβλάψει τα μέγιστα τα εθνικά συμφέροντα».
Εκείνο όμως που φωτίζει σε βάθος τη φύση ενός οποιουδήποτε ολοκληρωτικού συστήματος, αλλά και τους μυστικούς φόβους που το κατατρώγουν, είναι νομίζω το εξής περιστατικό. Στη Γενική Ασφάλεια που με κάλεσαν, είδα το «φάκελό» μου, δηλαδή όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες για μένα που συγκέντρωναν επί πολλά χρόνια οι υπηρεσίες ασφαλείας – και μάλιστα, όχι μόνο όταν στην Ελλάδα είχαμε δικτατορία, πράγμα που δυστυχώς μας προέκυψε πολλές φορές, αλλά και σε καιρούς δημοκρατικής διακυβέρνησης. (…) Πρώτα πρώτα, μόνο στο «Θέμα» ανέφερε το όνομά μου: «Περί του Σαμαράκη Αντωνίου του Ευριπίδου και της Αδριανής». Από κει και πέρα, ήμουν πια «ο περί ου», έτσι μας έλεγαν στα έγγραφά τους νομίζοντας, με τη βλακεία τους, ότι μας μειώνουν.
Άκουγα λοιπόν: Από της νεανικής του ηλικίας, ο περί ου εμφορείται υπό ιδεών ανατρεπτικών της καθεστηκυίας τάξεως. Επίσης, υπέγραψε προσφάτως διακήρυξιν οργανώσεως του Πρώτου Φεστιβάλ Ελληνικής Νεολαίας, κομμουνιστικής εμπνεύσεως. Ο περί ου ήτο μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Φεστιβάλ.
Αλλά η συνέχεια ήταν φανταστική. Εκ της μελέτης των λογοτεχνικών έργων του περί ου, μυθιστορημάτων και δημιουργημάτων, εξάγεται σαφώς ότι ούτος είναι κατά του πολέμου και δη κατά του πυρηνικού τοιούτου.
Μου ήρθε να γελάσω με το «τοιούτου»… Δεν ήταν όμως για γέλια η περίπτωση.
Στο τέλος, τέλος, το έγγραφο έλεγε ότι οφείλω να απολογηθώ –και για την πιο πάνω… κατηγορία- «εγγράφως, ιδιοχείρως και εις διπλούν».
(…) Με δυο λόγια, ούτε λίγο ούτε πολύ, απαιτούσαν από ένα συγγραφέα να απολογηθεί γιατί στο έργο του και στη ζωή του είναι εναντίον του πολέμου, περιλαμβανομένου και του πυρηνικού, να απολογηθεί γιατί αγαπάει την ειρήνη!
Εννοείται αρνήθηκα κατηγορηματικά οποιαδήποτε «απολογία» και οποιαδήποτε «δήλωση» στη Γενική Ασφάλεια.
Έπρεπε από πρωτύτερα να πω ότι η δική μου περιπέτεια στη χούντα είναι ένα τίποτα μπροστά σε όσα βασανιστήρια και μαρτύρια πέρασαν χιλιάδες αγωνιστές, με θυσία ζωής πολύ συχνά, τα εφιαλτικά χρόνια της δικτατορίας. Με βαθύτατο σεβασμό και με απέραντη τιμή στους δικούς τους αγώνες και στις δικές τους θυσίες, τολμώ εγώ σήμερα να αναφερθώ στη δική μου μικρή, ασήμαντη ιστορία.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ «1919-»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ο Σέφερης του υπαστυνόμου

Ο Θανάσης Βαλτινός διηγείται:

Το 1969 ο Γιώργος Σεφέρης έκανε τη γνωστή του δήλωση κατά της χούντας. Την προσυπογράψαµε µερικοί ακόµα συγγραφείς – αυτοί κυρίως που συγκρότησαν την οµάδα των «18». Με αυτήν τη δήλωση άρχισαν και οι δοσοληψίες µου µε την Ασφάλεια. Λίγες µέρες µετά τη δηµοσίευσή της, ο υπαστυνόµος Μ. µε κάλεσε στο γραφείο του στη Μεσογείων. Με άφησενα περιµένω κάµποσο όρθιος, ενώ εκείνος διεκπεραίωνε αδιάφορα τηλεφωνήµατα. Στο τέλος, εξίσου αδιάφορα, και σε έναν ενικό ρουτίνας, µου επισήµανε:«Εσύ υπόγραψες κάτι µε έναν Σέφερη». «Κανένα Σέφερη», είπα. Είχα αποφασίσει κιόλας να τον βάλω στη θέση του. «Πρόκειται για τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, πρώτο και µοναδικό µέχρι τώρα ελληνικό βραβείο Νοµπέλ». Η απάντηση, χωρίς καµία έκπληξη και στο ίδιο βαριεστηµένο ύφος, ήταν πάντως αποστοµωτική. «Στα “απαυτά” µου». Τα εισαγωγικά στα απαυτά του, τα έβαλα εγώ. Ο υπαστυνόµος Μ. κυριολεκτούσε.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ «Ο Σέφερης του υπαστυνόμου»
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 16-17/4/2011
από το http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artid=4627072

 

Καπέλα και ζώνες των αλκίμων

Ο Θοδωρής Γκόνης διηγείται:

Ναύπλιο, χειµώνας του 1972. ∆ευτέρα Γυµνασίου, τµήµα Β1. Πάνω ψηλά το Παλαµήδι, τα σκαλοπάτια. Απέναντι, τα αγάλµατα του πρώτου κυβερνήτη και του Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης έφιππος, ο Καποδίστριας στα πόδια του. Ναύπλιο, κρύο, υγρασία, ο ήλιος αργεί πίσω από το Παλαµήδι, πρώτη ώρα αρχαία. Ανοίγει η πόρτα της τάξης, και ο γυµνασιάρχης µαζί µε τον επιστάτη του σχολείου µπαίνουν στην αίθουσα κρατώντας στην αγκαλιά τους ρούχα. Παντελόνια, πουκάµισα, ζώνες, καπέλα µε σήµατα. Ολα στο ίδιο χρώµα, «ραφ», όχι όµως το ωραίο της αεροπορίας ή του ουρανού µετά τη βροχή. Κάτι περίπου σαν εκείνα, άνοστο όµως και αχώνευτο. Ο γυµνασιάρχης µάς µιλάει για τους Αλκιµους, για τη νεολαία της Εθνικής Επαναστάσεως, για τους φρουρούς της, για τα ιδανικά της, και αρχίζουν να µοιράζουν µαζί µε τον επιστάτη τις στολές. Οχι όµως σε όλους. Σε κάποιους δεν δίνουν, περνούν από µπροστά τους δυσφορώντας φανερά. Φεύγοντας, ένας συµµαθητής µας, ο Ν.Λ., φώναξε: «κύριε γυµνασιάρχα, εγώ δεν πήρα». Γύρισε πίσω ο γυµνασιάρχης και του έριξε ένα χαστούκι που κουδούνισε όλη η τάξη.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ «ΚΑΠΕΛΑ ΚΑΙ ΖΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΛΚΙΜΩΝ»
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 16-17/4/2011
από το http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artid=4627075

 

“Απέκτησα σπίτι αλλά έχασα το οικόπεδο”

Ο Α. Σαββάκης θυμάται την αντίδραση του Τσαρούχη στην επιβολή της δικατορίας του 1967:

Το ίδιο εκείνο πρωί της 21ης Απριλίου βγαίνοντας, είδε τα τανκ στους δρόμους και νόμισε στην αρχή πως ο Γαβράς γύριζε τη νέα του ταινία. Έφυγε προτού προλάβει να χαρεί το νεόκτιστο σπίτι στο Μαρούσι. “Μα πού πας; Φεύγεις τώρα που απέκτησες σπίτι;” του είπε ο φίλος του Ντίνος Δοξιάδης. “Απέκτησα σπίτι αλλά έχασα το οικόπεδο”, του απάντησε ο Τσαρούχης.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

“Δεν πρέπει να είναι Έλληνες”

Η Νίτσα Κανελλοπούλου, σύζυγος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, θυμάται τη σύλληψή του από τους χουντικούς:

Εκείνο το χάραμα της 21ης Απριλίου θα μου μείνει αξέχαστο. Όρμησαν τέσσερις μέσα στο δωμάτιο. “Δεν πρέπει να είναι Έλληνες είπα στον Παναγιώτη, γιατί δεν μπορούσα να πιστέψω πως δικοί μας άνθρωποι συμπεριφέρονταν έτσι.

από το βιβλίο της ΝΙΤΣΑΣ ΛΟΥΛΕ (ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ) “ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ” Εκδόσεις ΕΙΡΗΝΗ ΕΠΕ 

 

“Για να σώσει το Έθνος”

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος θυμάται τη σύλληψή του από τη χούντα:

Στο Πεντάγωνο που με πήγαν είδα μια ακαταστασία. Λοχαγοί και Ταγματάρχες σε έξαψη. Ανεβοκατέβαιναν, κτυπούσαν τις πόρτες, φώναζαν. Μόνο επιτελείο δεν θύμιζε. Πλήρης απειθαρχία. Με έβαλαν σε ένα γραφείο που ήταν κοντά στην είσοδο και βλέπω μέσα τον Αρμπούζη τον στρατηγό, που ήταν αρχηγός επιτελείου. Τον είχαν όρθιο με τέσσερις λοχαγούς δίπλα του. Ήξερα πως δεν ήταν άνθρωπος που κάνει κινήματα. Μου είπε ότι τον είχαν και αυτόν συλλάβει. Τότε απευθύνθηκα στους λοχαγούς που κρατούσαν όλοι αυτόματα και τους είπα: “Εσείς δεν γνωρίσατε ποτέ πεδίο μάχης. Ο στρατηγός έχει πολεμήσει, πρέπει να ντρέπεστε”. Κατέβασαν τα όπλα. Σε λίγο παρουσιάστηκε ένας σιδηρόφρακτος ταξίαρχος. Ήταν ο Παττακός. Πολύ κωμικός με κράνος. Σε διαβεβαιώ, πως αν δεν ήταν τέτοια η περίσταση θα έκανα πολύ χιούμορ. Το πρόσωπό του ήταν τέτοιο που σου προξενούσε γέλια.
Με ύφος περίεργο μου είπε ότι κινήθηκε ο στρατός για να σώσει το Έθνος. Τον ρώτησα από ποιον και άρχισε να τα μασάει. “Είμαι υπό κράτηση;” τον ξαναρώτησα. “Όπως βλέπετε, ναι” μου απάντησε και έφυγε, χωρίς να μου δώσει άλλη εξήγηση.

από το βιβλίο της ΝΙΤΣΑΣ ΛΟΥΛΕ (ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ) “ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ” Εκδόσεις ΕΙΡΗΝΗ ΕΠΕ

 

“Ώστε μεταχειρίζεται δύο ονόματα αυτός ο κύριος!”

Η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ θυμάται το διάλογο που είχε με τον Παττακό, στην προσπάθειά της να πετύχει την αποφυλάκιση του Κοσμά Πολίτη:

-Και τι θέλεις και ήρθες;
-Κύριε Παττακέ, σήμερα το πρωί η αστυνομία του Ψυχικού συνέλαβε τον μεγαλύτερο Έλληνα πεζογράφο – που σίγουρα γνωρίζετε! – τον Κοσμά Πολίτη, γέροντα, καρδιακό, που την ημέρα του πραξικοπήματος…
-Της Επαναστάσεως (με διακόπτει με χτύπημα στο γραφείο με το χέρι).
Συνεχίζω:
-…βρήκε τη γυναίκα του νεκρή. Τώρα είναι θεομόναχος και άρρωστος. Κύριε Υπουργέ – πρώτη φορά τον προσφωνώ έτσι – αν δεν θέλετε να ξεσηκώσετε την παγκόσμιο γνώμη εναντίον σας για έναν συγγραφέα που θεωρείται και μελλοντικό Νόμπελ, πρέπει να διατάξετε να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Η καρδιά του κρέμεται από μια κλωστή. Αν πεθάνει θα θεωρηθείτε εσείς υπεύθυνοι για το θάνατό του. Για το καλό σας μιλώ.
Καινούριο χτύπημα του χεριού στο τραπέζι. Απευθύνεται στον υπασπιστή, τον κύριο Ντότσικα. “Πείτε σ’ αυτούς που τον πιάσαν πως δεν θέλω να ξεβρακώνουν τους γέρους. Τηλεφωνείστε αμέσως στο Ψυχικό για να μάθετε τους λόγους για τους οποίους κατηγορείται”.
Η απάντηση έρχεται αμέσως. Τους είναι άγνωστο το όνομα του Κοσμά Πολίτη. Αναπηδάω, ζητάω συγγνώμη, εγώ έπρεπε να το έχω σκεφθεί, το πραγματικό όνομα του συγγραφέα είναι Πάρις Τεβελούδης.
Παττακός: -Αχαχούχα, ώστε μεταχειρίζεται δύο ονόματα αυτός ο κύριος!
Εγώ: -Φυσικά, ο Πάρις Τεβελούδης ήταν Διευθυντής Τραπέζης, ο κοινωνικός του τίτλος δεν του επέτρεπε να είναι και συγγραφεύς. Έτσι πήρε το ψευδώνυμο Κοσμάς Πολίτης, που πολλοί διατείνονται πως το διάλεξε επίτηδες γιατί το έργο του είναι κοσμοπολίτικο.
-Ώστε έτσι; Κοσμοπολίτης; Και σένα πώς είπες πως σε λένε;
Είπα το όνομά μου κι από μέσα μου έτρεμα. Τώρα λέω θ’ αφήσουν τον Πολίτη και θα μπαγλαρώσουν εμένα.
-Άιντε, πήγαινε, η Επανάστασις σέβεται τους γερόντους, θα κάνουμε τα δέοντα. Και απευθυνόμενος στον υπασπιστή του: Κάνε ό,τι πρέπει.
(…)
Τον συνάντησα μπροστά στην πόρτα του περιβολιού τους. Ήρεμος, αλλά γερασμένος ξαφνικά, με κείνη την κρυφή ειρωνική του διάθεση πάντα, μου είπε χαμογελαστά: “Μόνο εσύ μπορούσες να ρίξεις τη χούντα και να με ελευθερώσεις”. Σκωπτικά αυτό και λυπημένα όσο η ψυχή του: “Αλλά ποιαν έννοια έχει η προσωρινή ελευθερία ενός ατόμου όταν χάνεται η έννοια της ελευθερίας;”. Ξέρω από τότε πως την περίμενε κάθε μέρα και δεν αξιώθηκε να δει το πέσιμο της χούντας.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ (από κείμενό της στο περιοδικό Η ΛΕΞΗ τ. 63-64, Απρίλης – Μάης 1987)

 

“Δε μπορώ να μείνω βουβός”

Η Ιωάννα Τσάτσου διηγείται για τον αδελφό της, Γιώργο Σεφέρη:

Το τελευταίο εθνικό κτύπημα που δέχτηκε ο Γιώργος ήταν η δικτατορία του 1967. Στην αρχή πίστεψε πως θα ήταν προσωρινή. Μια κατάσταση ανάγκης. Μα όσο περνούσαν οι μήνες, έπειτα ο χρόνος και γύριζε ο άλλος χρόνος, δε μπορούσε να ησυχάσει. Μου φαίνεται πως τον βλέπω στην πολυθρόνα του σπιτιού. Θα ήταν στις πρώτες μέρες του Μάρτη του 69. (…)
Βαρύθυμος. Μ’ εκείνη την έκφραση του θαλασσινού που μυρίζεται την καταιγίδα:
-Δεν έχω ύπνο. Πώς θα βγούμε από τούτη τη σκλαβιά; Σίγουρα η συμφορά παραμονεύει τον τόπο. Μα μόνο τον παραμονεύει; Καθημερινά ό,τι έχει αλήθεια, ό,τι έχει ζωή στραγγαλίζεται. (…)
-Δε μπορώ να μείνω βουβός.
Δεν απάντησα αμέσως. Ήταν ανάπηρος, κουρασμένος. Έτρεμε η αγάπη μου. Μια κακομεταχείριση θα τον σκότωνε. Όμως στην κορυφή που στέκονταν, πόση ευθύνη για όλους μας! Αυτό τον πανάρχαιο τόπο τον σήκωνε στους ώμους του. Κάτω από το βάρος του είχε ριζώσει στο χώμα του σαν κέδρος.
-Θα μιλήσεις, δε γίνεται αλλιώς, ψιθύρισα.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ “Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Η δήλωση του Σεφέρη κατά της χούντας:

 

“Αν θέλετε πιάστε με”

Η Μαρώ Σεφέρη διηγείται:

Τη δήλωση κατά της δικατορίας τη σκεφτότανε από πολύ καιρό. Όταν μάλιστα ήμασταν στο Πρίνστον είχε αποφασίσει να την κάνει από εκεί, αλλά μετά μετάνιωσε. “Όχι”, λέει, “δεν θα την κάνω στο εξωτερικό, θα πάω πίσω και θα την κάνω στην πατρίδα μου”. Όταν γυρίσαμε εδώ, είχε ήδη αρχίσει κάποια κίνηση κατά της χούντας με πρωτοβουλία του Γιάγκου Πεσμαζόγλου. Να συγκεντρωθούν κάποιοι λογοτέχνες και να κάνουν μια κοινή δήλωση. Ήρθε ο Πεσμαζόγλου με έναν φίλο Αμερικάνο και του ζήτησαν να κάνει τη δήλωση που θα την υπέγραφαν και οι άλλοι. Ο Γιώργος αντέδρασε. “Δεν δέχομαι”, είπε, “αν κάνω δήλωση, θα την κάνω μόνος μου”. Έτσι έγραψε το γνωστό κείμενο αναλαμβάνοντας μόνος του όλη την ευθύνη. Ο Πεσμαζόγλου βοήθησε πολύ στο να το στείλει έξω και να γίνει γνωστό. Εγώ πήρα πολλά αντίγραφα, τα έβαλα σε φακέλους και πήγα και τα μοίρασα σε όλες τις εφημερίδες εκτός από την “Εστία”. Ο Σεφέρης είχε καθήσει στου “Ζώναρς” και με περίμενε. Όταν τέλειωσα το μοίρασμα, πήγα τον βρήκα και φύγαμε αμέσως για τους Δελφούς μαζί με τον Ιταλό εκδότη Έντζο Κρέα. Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα πολλοί φοβόνταν να μας πλησιάσουν. (…) Λίγες μέρες μετά, ήρθε στο σπίτι ένας απ’ αυτούς τους μυστικούς της χούντας με τα καπέλα και τα μαύρα γυαλιά και ρώτησε τον Σεφέρη γιατί έκανε τη δήλωση. “Άκουσε να δεις”, του λέει, “εγώ ήμουνα έξω κι όμως γύρισα στον τόπο μου κι έκανα τη δήλωση στην Ελλάδα. Δεν κρύφτηκα από κανέναν, την έστειλα σ’ όλες τις εφημερίδες, και τις ξένες και τις ελληνικές. Αν θέλετε, πιάστε με”. Εκείνος του έκανε και μερικές άλλες ερωτήσεις και σηκώθηκε κι έφυγε. Λίγο αργότερα όμως, ο Πιπινέλης μας πήρε τα διαβατήρια για να μη μπορούμε να ταξιδέψουμε κι αυτό μας έφερε πολλές δυσκολίες. 

ΜΑΡΩ ΣΕΦΕΡΗ “ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ” (συνομιλία με τον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο, περιοδικό Η ΛΕΞΗ τ. 53, Μάρτης – Απρίλης 1986) 

.

“Το δυάρι και το λουτροκαμπινέ, την τηλεοπτική συσκευή…”

Ο Κώστας Ταχτσής θυμάται την περίοδο της χούντας:

Όσο για το λαό, σε γενικές γραμμές, ε, αν πείνασε πολιτικά, δεν το ‘δειξε πολύ – αυτή τουλάχιστον ήταν η δική μου εντύπωση. Ο σιδεράς μου μου ‘λεγε “Ας τα αυτά, κυρ – Κώστα, είναι κανόνι ο Παπαδόπουλος”. Ο μπακάλης μου θαύμαζε τα ελληνικά και τη ρητορική του δεινότητα. Η πλειονότητα είν’ αλήθεια του λαού, με τη γνωστή του σκωπτικότητα, κορόιδευε τον Παττακό για τις γόπες που ‘βαζε τον κόσμο να μαζεύει απ’ τους δρόμους, κυκλοφορούσανε σπαρταριστά ανέκδοτα, αλλά εις πείσμα του γραφικού συνταγματάρχη, η μίνι φούστα θριάμβευσε, ο Σκυλίτσης μπορεί να ‘κλεισε την Τρούμπα, αλλά η νεολαία του Πειραιά ξεμπουκάριζε κατά χιλιάδες απ’ τον ηλεκτρικό στο Μοναστηράκι, κάθε οικοδομικό τετράγωνο της Αθήνας, μαζί με το σούπερ-μάρκετ απόκτησε και το μπορντέλο του, στη Συγγρού εμφανίστηκαν οι πρώτοι τραβεστί κι έδιωξαν απ’ τις πιάτσες τις πραγματικές γυναίκες, με το διεθνές οικονομικό boom χάρις στο φτηνό πετρέλαιο έπεσε και στην Ελλάδα χρήμα, κλέβαν οι συνταγματάρχες, κλέβαν τα τσιράκια τους, αλλά κι οι μικρομεσαίοι άρχισαν να αποχτάνε, μαζί με το δυάρι και το λουτροκαμπινέ, την τηλεοπτική τους συσκευή, οι κουλτουριάρηδες στριμωχνόντουσαν στις μπουάτ για να χαρούν το Νέο Κύμα, τα ιδιόρρυθμα τραγούδια του Σαββόπουλου με την ακόμα πιο ιδιόρρυθμη βραχνή φωνή και ο Ταρζάν του Μαρκόπουλου έπαιρναν έναν κρυπτο-αντιστασιακό χαρακτήρα, τα μπενζινάδικα σου χάριζαν ποτήρια για να τα προτιμήσεις, η ζωή των εξωστρεφών φιλήδονων Ελλήνων συνεχιζόταν πάνω σ’ ένα ηφαίστειο που σιγόβραζε, αλλά λίγοι – όπως και πότε άλλωστε δε συνέβαινε το ίδιο; – μπορούσανε να το προβλέψουν. Υπήρχαν βέβαια οι εξόριστοι, υπήρχε η ΕΣΑ κι η Μπουμπουλίνας. Αλλ’ αυτό δεν ήταν δα και τίποτα πρωτόφαντο στον τόπο μας – μπροστά σ’ αυτά που είχανε δει τα μάτια του κοσμάκη στον Εμφύλιο, επρόκειτο για μπαγκατέλες.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ (από κείμενό του στο περιοδικό Η ΛΕΞΗ τ. 63-64, Απρίλης – Μάης 1987)

.

Σκότωσαν την αδερφή μου

Μεσημέρι, 17/11/1973. Στην ταράτσα του σπιτιού της οικογένειας του Φώτη Μπεκιάρη στο Νέο Κόσμο ανεβαίνουν γείτονες, φίλοι και η κόρη του, η Βασιλική, ένα 17χρονο κορίτσι – “λουλούδι”, για να δούνε τι συμβαίνει στις φυλακές ανηλίκων που ήταν σχεδόν δίπλα τους. “Ξαφνικά την είδαμε να σωριάζεται. Είχε κτυπηθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Την πήγαμε στον “Ευαγγελισμό”. Τρεις ώρες αργότερα μας είπαν ότι πέθανε. Δεν μας έδωσαν τη σφαίρα. Εκείνες τις μέρες τα περιπολικά γύριζαν στην περιοχή. Μας παρακολουθούσαν. Εμάς που ήρθαμε από την Αμφιλοχία για να δουλέψουμε. Τη Βασιλική που ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα για να δουλέψει στο ζαχαροπλαστείο. Για να βοηθήσει την οικογένεια”. Ο Θωμάς Μπεκιάρης, ο αδερφός της Βασιλικής, 30 χρόνια μετά, θυμάται με πόνο. Έχει πικραθεί που τόσα χρόνια κανείς δεν πήγε να τους μιλήσει. Να τους παρηγορήσει. Ο ίδιος, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, πήγαινε στο Πολυτεχνείο, στη γιορτή. Σήμερα δεν πάει. Τιμάει με το δικό του τρόπο τη Βασιλική. Απλά, όπως η μάνα του, που δεν ξέρει από πολιτική, αλλά κάθε 17 Νοέμβρη κατεβάζει το μαύρο μαντίλι ως κάτω και μοιρολογεί.

ΘΩΜΑΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΤΑ ΝΕΑ – 15/11/2003) 

 

Τιμώρησαν τον πατέρα μου και νεκρό

“Και συ φοιτητής είσαι;” Οι νεαροί ΕΣΑτζήδες ειρωνεύονταν τον 63χρονο Ανδρέα Κούμπο, ο οποίος νοσηλευόταν στο ΚΑΤ βαριά τραυματισμένος στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου στις 18/11/1973. Ο γιος του Αλέκος το θυμάται καλά. Ένα μήνα νοσηλευόταν ο πατέρας του στο ΚΑΤ. Τελικά δεν τα κατάφερε. Έκανε εγχείρηση στομάχου (!) και πέθανε από ίκτερο. “Όλο αυτόν τον καιρό ζούσαμε ένα δράμα. Δεν μας άφηναν να τον πάρουμε στο σπίτι. Τον ειρωνεύονταν νεαροί φαντάροι. Θυμάμαι τον πατέρα που διαμαρτυρόταν. Που φώναζε πως και με κομμένα πόδια θα ‘βγαινε στους δρόμους και θα αποκάλυπτε  πώς και από ποιους χτυπήθηκε”.
Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, ο 60χρονος πια γιος του Αλέκος (έχει εργοστάσιο με είδη λευκοσίδηρου) θυμάται με πίκρα εκείνα τα χρόνια. Και δεν είναι μόνο ο τραυματισμός. Ο εξευτελισμός του πατέρα του συνεχίστηκε και μετά θάνατον. Όταν η θλιβερή πομπή έφτασε στους Σοφάδες Καρδίτσας, το χωριό από όπου καταγόταν ο “κύριος Αλέκος”, εκτός από τους εκατοντάδες συγγενείς και φίλους, εκατοντάδες ήταν και οι χωροφύλακες οι οποίοι είχαν αναπτυχθεί γύρω από το νεκροταφείο. Φεβρουάριος μήνας. Οι ώρες περνούσαν και δεν άφηναν τη νεκροφόρα να πλησιάσει. Έπαιρνε να νυχτώνει. Οι συγγενείς και οι φίλοι άρχισαν να αποχωρούν. Η ώρα πήγε οκτώ το βράδυ. Παντού σκοτάδι, κρύο και μια μοναξιά που τσάκιζε κόκαλα. Κόντρα στις παραδόσεις της Εκκλησίας μας (δεν γίνεται ταφή νεκρού μετά τη δύση του ηλίου), οι χωροφύλακες επέβαλαν να ταφεί ο νεκρός εκείνη την ώρα με τα φώτα της νεκροφόρας.

ΑΛΕΚΟΣ ΚΟΥΜΠΟΣ περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΤΑ ΝΕΑ – 15/11/2003)

  

Η κατάθεση του Μίμη Τραϊφόρου:

Όπως αναφέρει στην κατάθεσή του, “περί ώραν 2:15 της Κυριακής 18/11/1973 ευρισκόμουν εις το μπαλκόνι του σπιτιού μου επί της οδού Πατησίων και αντελήφθην έναν νεαρό άνδρα, ύψους περίπου 1,80 μ. με μακριά μαλλιά, να κατέρχεται την οδόν Στουρνάρη, ήσυχος και αδιάφορος. Καθώς είχεν φθάσει εις το μέσον της διασταυρώσεως των άνω οδών, φαίνεται ότι κάποιος από το Πολυτεχνείο του φώναξε κάτι, εγώ δεν άκουσα τίποτε, αλλά το συμπεραίνω, διότι τον είδα να επιταχύνη το βήμα του και στον τρίτο – τέταρτο βηματισμό του άκουσα δύο πυροβολισμούς. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ο ανωτέρω αποβιώσας ωνομάζετο Μυρογιάννης, υιός θυρωρού, ο οποίος πήγαινε να επισκεφθή τον πατέρα του εις κάποιαν πολυκατοικίαν επί της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου. Ο πατέρας του επεσκέφθη την σύζυγόν μου, Σοφίαν Βέμπο, και της άφηκε μιαν φωτογραφίαν του νεκρού με αφιέρωσιν, εγώ έλειπα κατά την επίσκεψιν του ανωτέρω. 

 

“Με τη μία στο κεφάλι”

Ο Νίκος Μπογιόπουλος γράφει στον Ριζοσπάστη:

Το μεσημέρι της 18ης Νοέμβρη 1973, ο ταγματάρχης Ντερτιλής βρίσκεται με το υπηρεσιακό τζιπ έξω από την κατεστραμμένη πύλη του Πολυτεχνείου. Απέναντι, Πατησίων και Στουρνάρα, οι αστυφύλακες χτυπούν ένα νεαρό, που προς στιγμήν τους ξεφεύγει. Ο Ντερτιλής βγάζει από το μπουφάν το περίστροφο και πυροβολεί.
“Ο νεαρός έπεσε σαν κοτόπουλο”, περιγράφει στην κατάθεσή του ένα χρόνο αργότερα ο οδηγός του Ντερτιλή – ο 21 ετών τότε Αντώνης Αγριτέλης – και συνεχίζει: “Μετά το φόνο ο Ντερτιλής σα να μη συνέβαινε τίποτα μπήκε στο τζιπ και χτυπώντας με στην πλάτη μου είπε: “Με παραδέχεσαι, ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μία στο κεφάλι!”…

απόσπασμα από άρθρο του Νίκου Μπογιόπουλου (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 16/11/2005)
http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=3110523&pulDate=16/11/2005 

Ο οδηγός του Ν. Ντερτιλή, Αντώνης Αγριτέλης, κατέθεσε στη δίκη του Πολυτεχνείου ότι ο Ντερτιλής σκότωσε εν ψυχρώ τον Μιχάλη Μυρογιάννη, έναν από τους εξεγερμένους, την ώρα που ο 20χρονος νέος επιχειρούσε να ξεφύγει από αστυνομικούς. Ο ίδιος ο Ντερτιλής αμφισβήτησε τη μαρτυρία του Αγριτέλη, αλλά το δικαστήριο τον καταδίκασε στη βάση και αυτού του στοιχείου.
(περισσότερα στο άρθρο του Τάσου Τέλλογλου: “Ν. Ντερτιλής: Εγώ δεν θα… αρρωστήσω“, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 27/7/2008)   

 

Advertisements

ταξιδεύοντας στην αρχαία Αίγυπτο

27/04/2011

Το βιβλίο του Lionel Casson «Το Ταξίδι στον Αρχαίο Κόσμο» είναι μια συναρπαστική μελέτη για τα ταξίδια στους αρχαίους χρόνους, από τις μετακινήσεις των κατοίκων της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας (μετά το 3000 π.Χ.) μέχρι τα ταξίδια των χριστιανών προσκυνητών του 6ου αιώνα. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου αναφέρεται στον τουρισμό που είχε αναπτυχθεί στην Αίγυπτο κατά την περίοδο 1600 – 1200 π.Χ.

Ο τουρισμός πρωτοεμφανίζεται στην Αίγυπτο και όχι στη Μεσοποταμία, γιατί η κοιλάδα του Νείλου παράγει πολύ καλής ποιότητας πέτρα οικοδομών την οποία οι Φαραώ είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν για την ανέγερση των μεγαλόπρεπων τάφων και ναών τους ήδη από το 2700 π.Χ. Έτσι οι Αιγύπτιοι των μεταγενέστερων εποχών βρέθηκαν να ζουν μέσα σε ένα πραγματικό μουσείο, περιστοιχισμένο από πανάρχαια μνημεία. Στις λαμπρές ημέρες του Νέου Βασιλείου, από το 1600 ως το 1200 π.Χ., όταν ανέβηκαν στο θρόνο φημισμένοι Φαραώ, όπως ο Τούθμωσης, ο Ακενατόν και ο Ραμσής, η κλιμακωτή πυραμίδα του Ζοζέρ στη Σακκάρα, η Σφίγγα και οι τρεις μεγάλες πυραμίδες της Γκίζας, το σύμπλεγμα των πυραμίδων του Αμπού Σιρ, και άλλα μνημεία ήταν ήδη χιλίων ετών και άνω. Στους τοίχους τους βρίσκουμε μηνύματα από ανθρώπους που είχαν πάει ως εκεί μόνο και μόνο για να θαυμάσουν αυτές τις εντυπωσιακές μαρτυρίες του λαμπρού παρελθόντος. Κάθε μνημείο ήταν τόπος ιερός, κι έτσι οι επισκέπτες αφιέρωναν πάντα λίγα λεπτά για να προσευχηθούν, αν και κίνητρό τους ήταν η περιέργεια ή η απλή διασκέδαση και όχι η θρησκεία. «Ο Αντναχτέ, γραφέας του θησαυροφυλακίου», γράφει ένα τέτοιο μήνυμα, που χρονολογείται στο 1244 π.Χ., πάνω στον τοίχο ενός ναΐσκου συνεχόμενου με την πυραμίδα του Ζοζέρ, «ήρθε για να κάνει εκδρομή και να διασκεδάσει στα δυτικά της Μέμφιδας, μαζί με τον αδελφό του Παναχτί, γραφέα του Βεζίρη». Από έναν τοίχο στο ναΐσκο της θεάς Σεχμέτ στο συγκρότημα των πυραμίδων του Αμπού Σιρ μαθαίνουμε ότι το 1261 π.Χ. ο γραφέας Φθα-Εμουέ, μαζί με τον πατέρα του, επίσης γραφέα, και ίσως με έναν τρίτο γραφέα «ήρθαν να ατενίσουν τη σκιά των πυραμίδων, αφού έκαναν πρώτα τις προσφορές τους στη Σεχμέτ». Ήταν και αυτοί τουρίστες σαν το σημερινό περιηγητή ο οποίος, σε κάποιον φημισμένο μητροπολιτικό ναό, βρίσκει το χρόνο να ανάψει ένα κερί.

LIONEL CASSON «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ»
Εκδόσεις ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ


Η βαθμιδωτή πυραμίδα του φαραώ Ζοζέρ, στη Σακάρα, είναι μια από τις
αρχαιότερες πυραμίδες της Αιγύπτου
(χτίστηκε περίπου το 2650 π.Χ.)
η φωτογραφία είναι από το http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=4659304&publDate=3/8/2008

Τα γραπτά μηνύματα που υπάρχουν από ταξιδιώτες εκείνης της εποχής είναι πάρα πολλά και βέβαια όλα είναι από γραφείς, γιατί οι μόνοι που γνώριζαν να γράφουν εκείνη την περίοδο στην Αίγυπτο, εκτός από τους ιερείς, ήταν οι γραφείς.

Ξεφεύγουμε λίγο από το θέμα μας αλλά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το σημαντικό ρόλο των γραφέων στην αρχαία Αίγυπτο περιέχονται στο βιβλίο του Γουίλ Ντυράν«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ». Εκεί διαβάζουμε πως πολυάσχολοι γραφείς συνέβαλλαν στην επιτάχυνση των εμπορικών πράξεων, συντάσσοντας διάφορα έγγραφα σχετικά με τις συναλλαγές, με τη λογιστική και τα οικονομικά ζητήματα. Οι γραφείς μετρούσαν τα ζώα, που οδηγούνταν στο σφαγείο ή τις ποσότητες σιταριού που είχαν πουληθεί, έφτιαχναν τα συμβόλαια και τις διαθήκες και συμπλήρωναν τις δηλώσεις του φόρου εισοδήματος των κυρίων τους! Ακόμα οι γραφείς ενεργούσαν απογραφή του πληθυσμού και έφτιαχναν στατιστικές του φόρου  επί του εισοδήματος.
Από τη μελέτη των δεδομένων που έδιναν τα «νειλόμετρα», που ήταν όργανα μέτρησης της στάθμης του Νείλου, οι γραφείς υπάλληλοι υπολόγιζαν τη μελλοντική συγκομιδή και την πιθανή απόδοση των φόρων. Παρείχαν ακόμη, κατά προτεραιότητα, τις αναγκαίες πιστώσεις σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, επόπτευαν τις βιομηχανίες και το εμπόριο και διηύθυναν ουσιαστικά την οικονομία. Κι όλα αυτά σε μια εποχή  που οι πληρωμές, ακόμη και οι κρατικές, γίνονταν σε είδος: σιτάρι, ψωμί, ζύμη, μπύρα κλπ. Το ίδιο και οι φόροι καταβάλλονταν σε είδος, ενώ μετά την εποχή του Τούθμωση του Γ΄ άρχισαν στην Αίγυπτο οι έμποροι να πληρώνουν τα εμπορεύματα με χρυσές ράβδους ή δαχτυλίδια, τα οποία ζύγιζαν σε κάθε συναλλαγή.

από το βιβλίο του ΓΟΥΙΛ ΝΤΥΡΑΝ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ»


Ο καθιστός γραφέας (άγαλμα από τη Σακάρα της Αιγύπτου)
Λούβρο, 2600 ως 2350 π.Χ. περίπου
από τη Βικιπαίδεια

Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης, Ρωμαίοι πολίτες άρχισαν να επισκέπτονται την Αίγυπτο. Αντιγράφουμε από το περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ:

Πολλοί ήταν οι ιδιώτες που έφθαναν στην Αίγυπτο από τη Ρώμη και από άλλες ιταλικές πόλεις. Αρκετοί, και ανάμεσά τους, ιστορικοί και γεωγράφοι, είχαν μεγάλη λαχτάρα να γνωρίσουν τον τόπο.

Πολυάριθμοι άλλοι επισκέπτες (μελετητές, ποιητές, καλλιτέχνες, μουσικοί, ηθοποιοί, αθλητές και εύποροι αστοί) γοητεύονταν από την Αλεξάνδρεια, πόλη κοσμοπολίτικη, φημισμένη όχι μόνο για τη ζωντάνια της και τον πολιτισμό της, αλλά και για τους αθλητικούς συναγωνισμούς και τους ιππικούς αγώνες.
Η Αλεξάνδρεια ήταν η πόλη της ατελείωτης διασκέδασης, η πρωτεύουσα των γιορτών, της πολυτέλειας, της φινέτσας και της διαφθοράς.

Αναχωρώντας από το Ποζουόλι, λιμάνι της Ρώμης κατά τη δημοκρατική εποχή, ή από την Όστια την περίοδο του Κλαύδιου, ταξίδευαν για τη Βασιλική Καλαβρία, τη Μάλτα, στη νήσο του Φάρου, στον όρμο της Αλεξάνδρειας: 12 ημέρες ταξίδι. Μερικές φορές χρειάζονταν 9 ημέρες από το Ποζουόλι για την Αλεξάνδρεια με πορεία κατά μήκος της Σικελίας. (…) Με ευνοϊκό άνεμο από την Καλαβρία μπορούσαν να φθάσουν στην Αίγυπτο σε 7 ημέρες, ακόμη και 6 ημέρες.

Ένα κανάλι μήκους 5 μιλίων ένωνε την Αλεξάνδρεια με την Κάνωπο και είχε στις όχθες του πανδοχεία και πολυτελή εστιατόρια φημισμένα για τα συμπόσια και τις ευχάριστες βραδιές με μουσική, χορό και ευχάριστες βραδιές με μουσική, χορό και ωραίες γυναίκες.

Αφού θαύμαζαν τις Πυραμίδες, όχι μόνο στην Γκίζα αλλά και στη Σακάρα, οι επισκέπτες έμπαιναν πάλι στις φελούκες και συνέχιζαν για τις Θήβες όπου επισκέπτονταν τα υπόγεια στην Κοιλάδα των Βασιλέων. Πολλοί από αυτούς έγραψαν τα ονόματά τους στους τοίχους των τάφων και μερικές φορές πρόσθεταν και κάποιες λέξεις για να εκφράσουν το θαυμασμό τους. Τέτοιες επιγραφές στο σύνολό τους είναι πολύ μικρές. Προφανώς δεν ήταν εύκολο να χαράξουν με το φως των φανών.

αποσπάσματα από το περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ, τ. 510, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010
MARIO TOZI «ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ»
Μετάφραση Ν. Λαϊνάς

Η συνήθεια να γράφουν οι επισκέπτες στις πυραμίδες συνεχίστηκε και επί ρωμαϊκής κατοχής (η πυκνή προσέλευση περιηγητών άρχισε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και κορυφώθηκε τον 2ο αιώνα, «στα ήρεμα χρόνια της Pax Romana»). Περισσότερες λεπτομέρειες μας δίνει ο Lionel Casson στο βιβλίο του «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ»:

Μπαίνοντας στον τάφο, οι ξεναγοί σταματούσαν για να συνηθίσουν τα σώματα των περιηγητών στη διαφορά της θερμοκρασίας και τα μάτια τους στο μισόφωτο, ύστερα από τον λαμπερό ήλιο. Φαίνεται λοιπόν ότι πολλοί επωφελούνταν της ευκαιρίας για να βγάλουν καλαμένια πένα και μελάνι, ή κάποιο αιχμηρό αντικείμενο, και να αφήσουν εκεί το όνομά τους. Όπως είπαμε, κοντά στις εισόδους βρίσκουμε στριμωγμένα πολλά ακιδογραφήματα, ανάμεσά τους και τα περισσότερα από τα γραμμένα με μελάνι. Από αυτά, καμιά τριακοσαριά είναι με μαύρο μελάνι, γύρω στα σαράντα με κόκκινο και μερικά σκόρπια με πράσινο ή καφετί. Όλα τα υπόλοιπα, περίπου 1.750, είναι χαραγμένα. Ύστερα, οι ξεναγοί άναβαν πυρσούς και προχωρούσαν στα βάθη. Αδιαφορώντας για τα τμήματα των τοίχων που ήταν καλυμμένα με ιερογλυφικά, σταματούσαν μπροστά στις τοιχογραφίες για να τις εξηγήσουν. Εδώ υπήρχε πάλι χρόνος για γράψιμο, και πολλοί τον χρησιμοποιούσαν για να σκαλίσουν μηνύματα στα κενά διαστήματα γύρω από τις εικόνες.
Ο επισκέπτης των τάφων ένιωθε την υποχρέωση να αναφέρει όχι μόνον ότι βρέθηκε εκεί αλλά και ότι είχε μείνει «έκθαμβος».
«Εγώ, ο Παλλάδιος από την Ερμούπολη, δικαστής, είδα και έμεινα έκθαμβος.»
«Εγώ, ο Αλέξανδρος, Διοικητής Περιφέρειας Θηβών, είδα και έμεινα έκθαμβος – και εγώ, ο Ισαάκ από την Αλεξάνδρεια, ο γραμματικός του, έμεινα ακόμη πιο έκθαμβος από τα θαυμάσια έργα.»
Άλλοι είναι ακόμη πιο αναλυτικοί:
«Εγώ, ο Αντώνιος, γιος του Θεοδώρου, από την Ηλιούπολη της Φοινίκης, Εντιμότατος Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος έμεινα πολύν καιρό στη Ρώμη και είδα εκεί τόσα θαύματα, είδα και αυτά εδώ.» Μερικοί εκστασιάζονταν: «Μοναδικό, μοναδικό, μοναδικό!», παραληρεί κάποιος. Ένας ρωμαίος αξιωματικός, ο οποίος γράφει στα λατινικά, ήθελε προφανώς να είναι απόλυτα βέβαιος ότι ο θαυμασμός του θα γίνει αντιληπτός, γιατί τον καταγράφει, ούτε λίγο ούτε πολύ, τέσσερις φορές: στον τάφο του Ραμσή Δ΄,  με τα λόγια «Εγώ, ο Ύπαρχος Ιανουάριος, είδα και εθαύμασα μαζί με την κόρη μου Ιανουαρία. Χαίρετε όλοι». Σε διάδρομο και σε εσωτερική αίθουσα του τάφου του «Μέμνονα», με τα λόγια «Εγώ, ο Ύπαρχος Ιανουάριος είδα και εθαύμασα αυτό το μέρος», και στο νεκρικό θάλαμο με τη σαρκοφάγο έγραψε το συνηθισμένο σύντομο «Εγώ, ο Ύπαρχος Ιανουάριος, είδα και εθαύμασα». Κάποιος «Μάρκος Βολτούριος, Ρωμαίος», ο οποίος χάραξε την υπογραφή του λατινικά στους δύο κυριότερους τάφους, επανέλαβε και τις δύο φορές το μήνυμα στα ελληνικά, για να είναι σίγουρος ότι θα μπορούσαν να το διαβάσουν όλοι. Το ρεκόρ το διεκδικεί κάποιος Άμσουφης, ο οποίος επισκέφθηκε τέσσερις τάφους και άφησε συνολικά εννέα υπογραφές. Τη μια φορά «έμεινε έκθαμβος», την άλλη άφησε «τα σέβη του», σε άλλο σημείο χάραξε το όνομα και το επάγγελμά του –«μάγος» παρακαλώ- και άλλες έξι φορές απλώς υπέγραψε.

LIONEL CASSON «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ»
Εκδόσεις ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ 

Ο L. Casson γράφει ακόμα πως οι περιηγητές προέρχονταν από πολλές περιοχές της Ελλάδας, από μεγάλα νησιά του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, από την Μικρά Ασία, την Εγγύς Ανατολή, την Ιταλία, τη Σικελία ακόμη και από την Περσία. 


Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ

24/04/2011

Το κείμενο που ακολουθεί είναι από το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου «Ίσως να ‘ναι κι έτσι».
Καλό Πάσχα και Χρόνια Πολλά!

…και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει γ ι α ν’  α κ ο ύ σ ε ι, και τ’ άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να ‘ναι λυπημένος ο κόσμος κι η θεια-Σταθούλα κι η κυρα-Παρασκευούλα κι ο μπαρμπα-Γιάννος που ‘χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι’ αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ’ άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι ύστερα σπάσει το γυαλί.


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος «Η Ανάσταση»
από το http://www.metmuseum.org/special/El_Greco/4.l.htm

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά ν’ ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να ‘φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα – δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες. «Ίων, Ίων» με φωνάζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο». Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ’ αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον έχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;). Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το ‘πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιον;», «το Χριστό, ντε, μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά, «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα – λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ». Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πως το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήριο του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να ‘ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα ‘φτιαξα στεφάνι και Του ‘βγαλα τον ακάνθινο στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το ‘χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπότης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να ‘βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ’ αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό· –θα το φορέσει – είπε – το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

ΑΘΗΝΑ, 11-1-84

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ «ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

λόγχη εκεντήθη ο Υιός της Παρθένου

23/04/2011


Rogier van der Weyden: «Η Αποκαθήλωση»
από τη http://en.wikipedia.org/wiki/Rogier_van_der_Weyden

Σε αυτό τον χώρο με το μικρό βάθος, πάνω σε πετρώδες έδαφος, τα πρόσωπα σε φυσικό μέγεθος καταλαμβάνουν όλη την επιφάνεια με τρισδιάστατη σαφήνεια. Η αλληλουχία χειρονομιών και στάσεων δημιουργεί μια συνεχή κίνηση, η οποία μεγεθύνει το πένθος κάθε προσώπου, όπως παρατηρούμε στις κυρτωμένες στάσεις του Ιωάννη και της Μαρίας Μαγδαληνής στις δύο άκρες: σχεδόν δυο παρενθέσεις που περικλείουν το σύνολο και απηχούν τις δυο διαγώνια τοποθετημένες παράλληλες καμπύλες των σωμάτων του Χριστού και της Παναγίας.

από το βιβλίο «ΜΑΔΡΙΤΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΡΑΔΟ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 
Μιχαήλ Άγγελος: «Πιετά»
από τη Wikipedia

Η Πιετά δείχνει την Παρθένο Μαρία με το νεκρό Χριστό ξαπλωμένο στα γόνατά της. Ένα έργο που κόβει την ανάσα, φτιαγμένο από έναν καλλιτέχνη μόλις είκοσι τριών χρονών. Χάρη στη λεπτότητα του γλυπτού έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ύφασμα και όχι σε μάρμαρο. Οι πτυχές του μανδύα της Μαρίας μοιάζουν ανάλαφρες, έτοιμες να παρασυρθούν από το αεράκι. Κοιτάξτε προσεκτικά τη λωρίδα στο μανδύα της Παρθένου Μαρίας. Θα δείτε την υπογραφή του Μιχαήλ Άγγελου.

Όταν αυτή η Πιετά τοποθετήθηκε στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, στα 1497, κανείς δεν πίστευε ότι ο δημιουργός της ήταν ένας καλλιτέχνης τόσο νέος όσο ο Μιχαήλ Άγγελος. Λέγεται ότι ο Μιχαήλ Άγγελος θύμωσε τόσο πολύ, που μπήκε κρυφά στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου, μέσα στη νύχτα, για να σκαλίσει το όνομά του στη λωρίδα του μανδύα της Μαρίας. Είναι το μόνο έργο που υπέγραψε ποτέ.

ΡΟΜΠΙΝ ΡΙΤΣΜΟΝΤ «ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟ»
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 
Τιτσιάνο: «Πιετά»

Θεωρήθηκε ένα υπέροχο αυτοβιογραφικό ντοκουμέντο, ένα είδος τάματος που πραγματοποιήθηκε από τον καλλιτέχνη για να αποτρέψει τον κίνδυνο του λοιμού για τον ίδιο και για τον γιο του.

Ο ημίγυμνος γονατισμένος μπροστά στην Παναγία γέροντας , που υποβαστάζει το χέρι του Χριστού και ταυτίζεται είτε ως Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, είτε ως Άγιος Ιερώνυμος, είτε ως Σαν Τζόμπε, είναι μία αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη που παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας και κουρασμένος: ο Τιτσιάνο τονίζει με αυτό τον τρόπο τον αφιερωματικό χαρακτήρα του πίνακα που τον προόριζε για τον τάφο του.

Εκτός από τον γονατισμένο γηραιό, ο Τιτσιάνο απεικονίζεται –μαζί με τον γιο του Οράτιο- επίσης στον μικρό πίνακα αφιερωματικού χαρακτήρα, στα δεξιά της σύνθεσης: ο ζωγράφος γονατίζει για δεύτερη φορά μπροστά στην Παναγία για να ικετεύσει για τη σωτηρία από την ασθένεια. Παρά την προσφορά, που έγινε πριν εισακουστεί η παράκλησή του, ο λοιμός θα θανατώσει τον γιο και μετά τον πατέρα.

από το βιβλίο «ΒΕΝΕΤΙΑ – ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 
Ανγκεράν Καρτόν: «Ο επιτάφιος θρήνος – Πιετά της Αβινιόν»

Η Μαγδαληνή γέρνει ταπεινά προς το σώμα του νεκρού Χριστού, ενώ ο Ιωάννης αγγίζει τρυφερά το ακάνθινο στεφάνι σαν να παίζει άρπα. Το εξαντλημένο πρόσωπο της Παναγίας και το αποφασιστικό βλέμμα του ιερέα μεταδίδουν μια ταυτόσημη πεποίθηση: το μήνυμα της νίκης επί του θανάτου.

από το βιβλίο «ΛΟΥΒΡΟ»
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ


Μαντένια: «Επιτάφιος Θρήνος»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/File:Mantegna_Andrea_Dead_Christ.jpg


Καραβάτζιο «Η ταφή του Κυρίου»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/The_Entombment_of_Christ_(Caravaggio)

 

 

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου

22/04/2011


Ραφαήλ: «Η Ανάβαση του Γολγοθά»
από το http://www.friendsofart.net/en/art/raffaello-sanzio/christ-falls-on-the-way-to-calvary

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τι πες “Να με”!
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Kώστας  Βάρναλης «Η Μάνα του Χριστού» 
από το «Το Φώς που καίει»

από το http://efpa.wordpress.com/

 


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: «Ο Χριστός κουβαλάει το σταυρό»
από το http://idlespeculations-terryprest.blogspot.com/2007/03/el-greco-christ-carrying-cross.html


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
: «Ο διαμερισμός των ιματίων του Χριστού»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/El_Greco

Ανάμεσα στα Πάθη του Χριστού, ο διαμερισμός των ιματίων είναι ένα από τα πιο απωθητικά συμβάντα. Ο Γκρέκο προβάλλει την αντίθεση του βασιλικού μεγαλείου του Χριστού και της ευγενούς συμπεριφοράς του με το πλήθος των άξεστων στρατιωτών. Μέσα στον πορφυρό μανδύα του, ο Χριστός στέκει απομονωμένος στο μέσο του πίνακα. Προπηλακίζεται από τον επιθετικό στρατιώτη με το μαυροπράσινο ρούχο. Δίπλα βρίσκεται ο ιππότης με την γκρι-μπλε αδιαπέραστη πανοπλία σύμβολο της πολεμικής, γήινης εξουσίας. Στην πανοπλία αυτού του υποκριτή, αδρανούς και αδιάφορου ιππότη η αντανάκλαση από τον πορφυρό μανδύα του Χριστού δημιουργεί ένα δραματικό βιολέ χρώμα.

απόσπασμα από ανάλυση της καθηγήτριας Π. Γαλανοπούλου
αντιγραφή από το http://protolm.blogspot.com/


Τιτσιάνο: «Ο Χριστός στο σταυρό και ο καλός κλέφτης»
από το http://www.backtoclassics.com/gallery/vecelliotiziano/christandthegoodthief/

Ο χώρος καθίσταται άπειρος με εξαίσιο τρόπο, χάρη στην προοπτική απόδοση των δύο σταυρών που ξεχωρίζουν πάνω στον άδειο ουρανό. Ο Τιτσιάνο αρνείται όλα τα τεχνάσματα της ζωγραφικής διατηρώντας μόνο τη βασική αρχή του φωτός: κιαροσκούρο, σκιές, ημίφως, άπλετο φως. Τα δύο κεφάλια είναι αντικριστά: το ανοιχτόχρωμο φωτοστέφανο του Χριστού προκαλεί την έκπληξη του ληστή, το βλέμμα του οποίου μοιάζει να απηχεί την κίνηση των ποδιών, που τινάζονται στο κενό.

από το βιβλίο «ΜΠΟΛΟΝΙΑ – ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: «Η Σταύρωση»
από το http://www.wga.hu/frames-e.html?/html/g/greco_el/12/1209grec.html

Εδώ όλες οι μορφές προβάλλονται σε έναν χώρο κενό και αφύσικο, χωρίς φόντο, με φωσφορίζοντα χρώματα και παγωμένες χειρονομίες, σχεδόν σε μια μεγαλειώδη επανέκδοση των βυζαντινών εικόνων που θαύμασε (ενν. ο Θεοτοκόπουλος) και αντέγραψε όταν ήταν νέος στην Κρήτη. Σε αυτό το μεγάλο ρετάμπλ, με τον εντυπωσιακά συγκινησιακό χαρακτήρα, η ατμόσφαιρα είναι τόσο φορτισμένη με μυστικισμό, που οι μορφές φαίνονται να έχουν χάσει το σωματικό τους βάρος, όπως οι δύο άγγελοι με τα ανάλαφρα φτερά που μαζεύουν στα χέρια τους το αίμα του Χριστού.

Ερευνώντας τις μορφές, ο Ελ Γκρέκο ανανεώνει την υποβλητική τους δύναμη. Πράγμα που συμβαίνει και σε αυτό το έργο (…), μέσω του σχεδιασμού των μορφών σε επιμήκυνση, με αποκορύφωμα τον άγγελο που μας γυρίζει την πλάτη, πρωτόφαντα αιωρούμενος στη βάση του σταυρού.

από το βιβλίο «ΜΑΔΡΙΤΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΡΑΔΟ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ίδε ο άνθρωπος

21/04/2011

Αντονέλο ντα Μεσίνα: «Ο Χριστός στον κίονα»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/Christ_at_the_Column_(Antonello_da_Messina)

Λεπτομέρειες όπως το μισάνοιχτο στόμα, τα δάκρυα, οι σταγόνες αίματος από τον ακάνθινο στέφανο, καθώς και η λεπτομερής απόδοση της αραιής γενειάδας και των μαλλιών, συμβάλλουν στη συγκινησιακή φόρτιση.

από το βιβλίο «ΛΟΥΒΡΟ»
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ

 


Ντονάτο Μπραμάντε «Ο Χριστός στον Στύλο»
από το http://www.backtoclassics.com/gallery/donatobramante/christatthecolumn/

Εδώ η πονεμένη φιγούρα του Χριστού βρίσκεται στο πρώτο πλάνο, σε άμεση σχεδόν επαφή με τον θεατή, ενώ το δυνατό κορμί μοιάζει σαν να έχει πλαστεί από φως.

από το βιβλίο «MANTEGNA»
ELECTA – ΗΜΕΡΗΣΙΑ


Αντονέλο ντα Μεσίνα «Ίδε ο άνθρωπος»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/Ecce_Homo_(Antonello_da_Messina)

 


Αντρέα Μαντένια: «Ίδε ο άνθρωπος»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/Ecce_Homo

Από τον πίνακα λείπει κάθε αφηγηματική νότα και η προτροπή των κατηγόρων του Χριστού βρίσκεται στα δυο χαρτιά στο πάνω μέρος: «Σταύρωσέ τον. Πάρ’ τον και σταύρωσέ τον».

από το βιβλίο «MANTEGNA»
ELECTA – ΗΜΕΡΗΣΙΑ 

ο ακάνθινος στέφανος

20/04/2011


Gerrit van Honthorst «Ο Χριστός ενώπιον του Καϊάφα»
από το http://www.backtoclassics.com/gallery/gerritvanhonthorst/christbeforethehighpriest-detail/

Ο ζωγράφος ανακαλύπτει στο ευμετάβολο φως του κεριού ένα αποτελεσματικό μέσο απεικόνισης της ψυχολογικής κατάστασης των προσώπων, που προσδίδει αληθοφάνεια και δραματική ένταση στο ευαγγελικό επεισόδιο και ελκύει την προσοχή του παρατηρητή στις εκφράσεις των πρωταγωνιστών.

Ο λευκός χιτώνας του Χριστού αντανακλά τόσο έντονα το φως, που μοιάζει να το εκπέμπει ο ίδιος.

Από το βιβλίο «ΛΟΝΔΙΝΟ – ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


Τιτσιάνο: «Ο ακάνθινος στέφανος»

Ο Τιτσιάνο παρουσιάζει όλη την ωμότητα και τη θηριωδία του γεγονότος. Μέσα από τον πίνακα μοιάζει να ακούγονται ουρλιαχτά, αναθεματισμοί, πνιγμένοι θόρυβοι, λαχανιάσματα, το χτύπημα των ξύλων.

από το βιβλίο «ΜΕΓΑΛΑ ΜΟΥΣΕΙΑ – ΛΟΥΒΡΟ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


Καραβάτζιο: «Η Μαστίγωση του Ιησού»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/File:Caravaggio_-_La_Flagellazione_di_Cristo.jpg

Απολύτως δραματική είναι η αντίθεση ανάμεσα στο σώμα του Χριστού, που είναι πιο ανοιχτόχρωμο και ολόφωτο, και στις πιο σκούρες μορφές των δύο δημίων που εν μέρει τις καταπίνει το σκοτάδι. Εξίσου ξεχωρίζουν ο πόνος στο όμορφο πρόσωπο του Ιησού και η βαναυσότητα στα χαρακτηριστικά των δύο δεσμοφυλάκων. Πολύ όμορφη είναι η υπέρτατης νατουραλιστικής πιστότητας λεπτομέρεια του λευκού υφάσματος του Χριστού. Όπως πέφτει χαλαρά, απηχεί την κάθετο του κίονα και υπογραμμίζει την αδυναμία του Ιησού, ο οποίος αν δεν ήταν δεμένος θα έπεφτε στο έδαφος.

από το βιβλίο «ΝΑΠΟΛΗ – ΕΘΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΑΠΟΝΤΙΜΟΝΤΕ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ