Archive for Σεπτεμβρίου 2010

γραμματική

30/09/2010

Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνο ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ «Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ»
από το http://otaxidiotis.blogspot.com/2007/12/o.html

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ
λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ
λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ.
Στην ουσία μόνο με το εγώ
μπορούμε να εννοήσουμε
κάποιον άλλο.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ «ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ»
από το
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6470.0

 

Ο ΘΕΤΙΚΟΣ ΚΙ Ο ΥΠΕΡΘΕΤΙΚΟΣ ΒΑΘΜΟΣ ΕΝΟΣ ΕΠΙΘΕΤΟΥ:

Τώρα έχουμε, Παναγιοτάτους, Παναγία μου.
Τώρα έχουμε υπερθετικούς βαθμούς.
Κι εσένα σ’ αφήσαμε στο θετικό βαθμό!

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ «ΣΤΙΓΜΕΣ»
από το http://www.costasmontis.com/video_gr.html

 

απ’ όλα τα αφηρημένα ουσιαστικά
πειράζει να εξαιρέσουμε τη μοναξιά;

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ από τα «ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
από το http://www.sarantakos.com/kibwtos/Xristianopoulos.htm

 

μην καταργείτε την υπογεγραμμένη
ιδίως κάτω από το ωμέγα
είναι κρίμα να εκλείψει
η πιο μικρή ασέλγεια
του αλφαβήτου μας

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ από τα «ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
από το http://www.sarantakos.com/kibwtos/Xristianopoulos.htm

 

Θάλασσα,
θαλάσσης,
θαλασσών

ούτε μια συλλαβή ακαβαλίκευτη δεν άφησε αυτός ο τόνος. 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

Advertisements

ένας άνδρας, μια γυναίκα

27/09/2010

Η Μαρία Ρεζάν γράφει στην εφημερίδα «Ελευθερία» (13/11/1966) για την ταινία «Ένας άνδρας, μια γυναίκα» του Κλοντ Λελούς.

Τώρα που το φιλμ παίχθηκε κατά κόρον και οι Αθηναίοι το είδαν και το σχολίασαν κατά κόρον, μπορεί κι αυτή η στήλη να το μνημονεύσει χωρίς να μπαίνει στα χωράφια της κριτικής ή της διαφημίσεως.
Το φιλμ είναι το «Ένας άντρας, Μια γυναίκα». Δεν θυμάμαι πόσες φορές το είδα. Και κάτι διαφορετικό μου άρεσε κάθε φορά σ’ αυτό. Η μουσική του, η μελαγχολία της μεγάλης ατυχίας και η χαρά μέσα στη μεγάλη λύπη που ζουν οι πρωταγωνιστές του. Ακόμα το ότι η Ανούκ Αιμέ και ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν θα μπορούσαν νάτανε εσείς κι εγώ και όλοι μας κάποια στιγμή. Κάτι ασήμαντες λεπτομέρειές του, ισάριθμες αληθινές φωτογραφίες της ζωής: Το γκαρσόνι που παίρνει παραγγελία και δεν ξεκολλάει από το ζευγάρι. Ο Τρεντινιάν που μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο σχεδιάζει τη συνάντησή του με την Ανούκ και αμφιταλαντεύεται μέχρι που σε μια στιγμή σκέπτεται: «Έχω ακόμα πέντε χιλιόμετρα για να σκεφθώ». (Πόσες φορές μέσα σ’ ένα τρόλεϊ ή σ’ ένα αυτοκίνητο δεν έχετε πει στον εαυτό σας πηγαίνοντας για ένα λεπτό διάβημα: «Θα αποφασίσω μετά την Ομόνοια» – όταν είσαστε βέβαια ακόμα στο Σύνταγμα).
Πέρασαν κάμποσες βδομάδες από τότε που είδα κάμποσες φορές το «Ένας άνδρας, Μια γυναίκα». Κι αφού κάμποσες φορές έφερα στο νου μου τις εικόνες του, νομίζω πως βρήκα γιατί άρεσε τόσο και σε τόσους. Το φιλμ είναι πρωτότυπο για κάτι πολύ κοινό στην τέχνη της εποχής μας: τελειώνει ωραία. Ο σκηνοθέτης του Λελούς ξεπέρασε το άγχος της εποχής μας: Τις αρρωστημένες καταστάσεις – το προϊόν που τροφοδότησε πληθωρικά τον κινηματογράφο, τα αναγνώσματά μας, την ζωή μας και έγινε σχεδόν βίωμά μας μεταπολεμικά – οι ήρωες του Λελούς τις ξεπερνούν με υγεία. Το φιλμ του λέει στον θεατή, με ευρωπαϊκό τρόπο, αυτό που έλεγε με αμερικανικό η αλησμόνητη «Γκαρσονιέρα»: «Όλοι σας κάποια ώρα, περνάτε μια στιγμή που δεν είναι ωραία. Αν την ξεπεράσετε με υγεία, η ζωή είναι ωραία».

ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 13/11/1966

  
(Τρέιλερ της ταινίας στο οποίο ακούγεται η υπέροχη μουσική του Φράνσις Λάι)

Η ταινία του Κλοντ Λελούς κέρδισε το 1966 τα βραβεία Όσκαρ καλύτερου ξενόγλωσσου φιλμ και καλύτερου σεναρίου, ενώ ήταν υποψήφια για τα Όσκαρ σκηνοθεσίας και καλύτερης γυναικείας ερμηνείας. Ακόμα την ίδια χρονιά η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών.

Ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν και η Ανούκ Αιμέ σε σκηνή από την ταινία
(από το
ethnos.gr)

 


προτελευταία σκηνή της ταινίας

 


τελευταία σκηνή της ταινίας

 

 

 

 

ο Μπάιρον στη Βουλή των Λόρδων

23/09/2010

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στο έργο του «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», παρουσιάζει μια άγνωστη πτυχή της ζωής του Λόρδου Μπάιρον.

Λόρδος Μπάιρον (1788-1824)
(Ο πίνακας είναι του Richard Westall)

Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1812, η Βουλή των Λόρδων συζητούσε ένα κρίσιμο νομοσχέδιο. Το νομοσχέδιο αυτό (γνωστό ως «The Frame-Work Bill») πρόβλεπε αυστηρές ποινές, ακόμα και την ποινή του θανάτου, για τους εργάτες, που -χάνοντας τη δουλειά τους, το ψωμί τους, με την πρόοδο της τεχνικής- ξεσηκώνονταν και έσπαζαν τις μηχανές. Είχαν σημειωθεί ήδη πολλά δραματικά επεισόδια, και ο ίδιος ο Μπάιρον είχε παρακολουθήσει, όταν πρόσφατα βρισκόταν στο Νιούστεντ, φοβερές και αιματηρές σκηνές στην περιοχή του Νόττινχαμ, όταν οι άνεργοι των κλωστοϋφαντουργείων, που με την εισαγωγή νέων εργαλείων είχαν χάσει τη δουλειά τους, ξεσηκώνονταν σχεδόν κάθε μέρα και αντιμετώπιζαν τις ξιφολόγχες, τις σπάθες του ιππικού ή και τα πυρά όχι μόνο της Εθνοφυλακής, αλλά και συνταγμάτων του τακτικού στρατού, που μετακινήθηκαν προς την περιοχή εκείνη. Πολλές μηχανές είχαν καταστραφεί, αλλά και άφθονο αίμα απελπισμένων ανέργων είχε χυθεί. Στις 27 Φεβρουαρίου, όταν η Βουλή των Λόρδων θα συζητούσε το νομοσχέδιο σε δεύτερη ανάγνωση (for the second reading), ο Μπάιρον εγέρθηκε και μίλησε. Είχε προσυνεννοηθεί με τον λόρδο Χόλλαντ, έναν από τους ηγέτες των Ουίγων (Whigs). Του είχε απευθύνει μάλιστα, στις 25 Φεβρουαρίου, μιαν επιστολή, δηλώνοντάς του με πολύ σεβασμό ότι αν του συνιστούσε να τροποποιήσει τον λόγο του ή και να μην μιλήσει διόλου, θα ‘ταν πρόθυμος να συμμορφωθεί με τη σύσταση. Στην επιστολή αυτή λέει ότι με την εισαγωγή των νέων μηχανών «ένας εκτελεί την εργασία εφτά ανθρώπων -έξι πετάγονται έτσι έξω», τονίζει (αυτό θα το επαναλάβει και στο λόγο του), ότι το προϊόν είναι τώρα πολύ κατώτερο σε ποιότητα, με αποτέλεσμα «τον πλουτισμό λίγων μονοπωλιστών» και διατυπώνει την επιγραμματική φράση:

«…όσο κι αν μας χαροποιεί κάθε βελτίωση στις (παραγωγικές) τέχνες, που μπορεί να είναι ευεργετικές για το ανθρώπινο γένος, δεν πρέπει να επιτρέψουμε να θυσιάζεται το ανθρώπινο γένος στις μηχανές».

Λόρδος Μπάιρον (1788-1824)
(Ο πίνακας είναι του Thomas Phillips)

Ο λόρδος Χόλλαντ δεν εμπόδισε τον Μπάιρον να εκφωνήσει τον λόγο του. Ο παρθενικός αυτός λόγος του (δεν μίλησε στη ζωή του παρά ελάχιστες ακόμα φορές στη Βουλή των Λόρδων) ήταν καλά προετοιμασμένος και προκάλεσε αίσθηση. Παραθέτουμε τις καλύτερες φράσεις του λόγου:

«Ονομάζετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο (a mob), απελπισμένο, επικίνδυνο και αγράμματο· και μοιάζετε να σκέπτεστε ότι ο μόνος τρόπος να ηρεμήσει η «Bellua multorum capitum» (το «ζώο με τις πολλές κεφαλές») είναι να κρεμάσετε μερικές από τις κεφαλές αυτές. Αλλά ακόμα κι ένας όχλος μπορεί καλύτερα να μπει στον δρόμο της λογικής μ’ ένα κράμα διαλλακτικού πνεύματος και σταθερού χεριού παρά με πρόσθετο εξερεθισμό και αυξημένες ποινές. Έχουμε, τάχα, συνειδητοποιήσει τι οφείλουμε σ’ αυτόν τον όχλο; Είναι ο όχλος που δουλεύει στους αγρούς σας και υπηρετεί στα σπίτια σας -που επανδρώνει τον στόλο σας και προμηθεύει άνδρες στον στρατό σας- που σας έκαμε ικανούς να αψηφήσετε ολόκληρο τον κόσμο, και που μπορεί, επίσης, να αψηφήσει και σας, όταν η παραμέληση και η δυστυχία θα τον οδηγήσει σε απόγνωση! Ονομάστε, αν θέλετε, τους ανθρώπους αυτούς όχλο· αλλά μην ξεχνάτε ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα αισθήματα του λαού».

Οι φράσεις αυτές είναι βαρυσήμαντες. Είναι -άσχετα από την ειδική περίσταση, που προκάλεσαν τη σύλληψη και διατύπωσή τους- ισχυρές για όλους τους καιρούς και όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ»

Εκδόσεις ΤΟ ΒΗΜΑ – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

παρέκβαση!

21/09/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ «Ο Φύλακας στη σίκαλη».

-Είναι ένα μάθημα, που όλα τα παιδιά στην τάξη πρέπει να σηκωθούνε και να βγάλουνε λόγο. Ξέρετε. Έτσι αυθόρμητα να πούμε. Κι άμα κανένα παιδί κάνει πως ξεφεύγει απ’ το θέμα, τότε πρέπει να ουρλιάζεις «Παρέκβαση!» όσο πιο γρήγορα μπορείς. Ήτανε να σου στρίβει. Με μηδενίσανε.
-Γιατί;
-Δεν ξέρω. Όλη αυτή η ιστορία με την παρέκβαση μου ‘σπαγε τα νεύρα. Δεν ξέρω. Το κακό με μένα είναι πως μ’ αρέσει άμα ξεφεύγει κανείς απ’ το θέμα. Είναι, να πούμε, πιο ενδιαφέρον.
-Δε θες να μένει κανείς στην ουσία, όταν σου μιλάει για κάτι;
-Βέβαια, μ’ αρέσει να μένει στην ουσία και τα ρέστα. Αλλά δε μ’ αρέσει να μένει και πάρα πολύ στην ουσία. Δεν ξέρω. Μόνο που νομίζω πως δε θα μ’ αρέσει άμα μένει κανείς στην ουσία όλη την ώρα. Τα παιδιά που πήρανε τους καλύτερους βαθμούς στην Προφορική Έκφραση, ήτανε από κείνα που μένανε όλη την ώρα στην ουσία – το παραδέχομαι. Ήταν όμως κι ένα παιδί, ο Ρίτσαρντ Κινσέλα. Δεν έμενε και πολύ στην ουσία κι όλο του φωνάζανε «Παρέκβαση!» Αυτό το ‘βρισκα απαίσιο, γιατί πρώτα πρώτα ήτανε πολύ νευρικός τύπος – θέλω να πω, ήτανε πολύ νευρικός τύπος – και όλο τρέμανε τα χείλια του κάθε που ερχότανε η σειρά του να βγάλει λόγο, κι ίσα που τον άκουγες όταν καθόσουνα πίσω πίσω στην αίθουσα. Όμως όταν σταματούσαν λιγάκι, να τρέμουνε τα χείλια του, οι λόγοι του μ’ αρέσανε καλύτερα απ’ όλους τους άλλους. Φυσικά κι αυτός κόπηκε όμως. Με τέσσερα, γιατί όλη την ώρα του φωνάζανε «Παρέκβαση!» Για παράδειγμα είχε βγάλει ένα λόγο για μια φάρμα που αγόρασε ο πατέρας του στο Βέρμοντ. Όλη την ώρα του φωνάζανε «Παρέκβαση!» όσο έβγαζε λόγο, και κείνος ο καθηγητής, ο κύριος Βίνσον, του έβαλε μηδέν γιατί δε μας είπε τι ζώα και τι λαχανικά και ξέρω γω τι, είχανε στη φάρμα και δε συμμαζεύεται. Αυτό που έκανε ο Ρίτσαρντ Κινσέλα, ήτανε που ξεκίναγε να σου πει για όλα αυτά τα πράγματα – κι έπειτα, έτσι άξαφνα, έπιανε να σου λέει για κείνο το γράμμα που πήρε η μάνα του απ’ το θείο του, και πώς έπαθε ο θείος του πολυομυελίτιδα και τα ρέστα στα σαρανταδύο του, και πως δεν άφηνε κανένανε να πάει να τον δει στο νοσοκομείο, γιατί δεν ήθελε να τον βλέπουνε με πατερίτσες. Δεν είχε και μεγάλη σχέση με τη φάρμα -το παραδέχουμαι- αλλά πάντως ήτανε όμορφο. Είναι πολύ όμορφο να σου λέει κανείς για το θείο του. Ιδίως όταν αρχίζει να σου διηγιέται για τη φάρμα του πατέρα του και τα ρέστα, κι έπειτα έτσι ξαφνικά ενδιαφέρεται πιο πολύ για το θείο του. Θέλω να πω, είναι πρόστυχο να του ουρλιάζεις συνέχεια «Παρέκβαση!», άμα τα λέει τόσο καλά κι έχει πάρει φόρα… Δεν ξέρω. Δεν είν’ εύκολο να το εξηγήσω.

(…..)

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (1919-2010)

-Χόλντεν… Έχω να σου κάνω μια πολύ σύντομη ελαφρώς στριφνή, παιδαγωγική ερώτηση. Δε νομίζεις πως για όλα τα πράγματα υπάρχει ο κατάλληλος τόπος και χρόνος; Δε νομίζεις πως όταν κανείς αρχίζει να σου μιλάει για τη φάρμα του πατέρα του, πρέπει να μείνει στο θέμα του, κι έπειτα να σου πει για τις πατερίτσες του θείου του; Ή πάλι, αν οι πατερίτσες του θείου του είναι τόσο ενδιαφέρον θέμα, τότε ας διαλέξει να μιλήσει γι’ αυτό κι όχι για τη φάρμα.
-Ναι – δεν ξέρω. Νομίζω πως θα ‘πρεπε. Θέλω να πω, νομίζω πως θα ‘πρεπε να διαλέξει το θείο του για θέμα αντί για τη φάρμα, άμα τον ενδιαφέρει πιο πολύ. Όμως αυτό που θέλω να πω, είναι ότι ένα σωρό φορές δεν ξέρεις τι σ’ ενδιαφέρει πιο πολύ, όσο που ν’ αρχίσεις να μιλάς για κάτι που δε σ’ ενδιαφέρει πολύ. Θέλω να πω, καμιά φορά δε γίνεται κι αλλιώς. Νομίζω όμως ότι πρέπει ν’ αφήνεις κάποιον ήσυχο, άμα τουλάχιστον αυτόν τον ενδιαφέρει, κι είναι ξαναμμένος. Μ’ αρέσει να ξανάβει κανείς με κάτι. Είναι όμορφο.

ΤΖ. ΝΤ. ΣΑΛΙΝΤΖΕΡ «Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ»
Μετάφραση ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, Εκδόσεις ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

 

 

Η μεγάλη επιτυχία του «Φύλακα» το 1951 τρόμαξε τον φυγόκοσμο Σάλιντζερ. Εγινε ακόμη πιο απόμακρος, απέφυγε όσο μπορούσε τη δημοσιότητα, αρνήθηκε πεισματικά να μεταφερθεί ο «Φύλακας» στο σινεμά και ήταν έτοιμος να κάνει αγωγές σε οποιονδήποτε δοκίμαζε να απειλήσει την ιδιωτική του ζωή. Κάποιοι, μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να πουν ότι ο επίσης άφαντος Τόμας Πίντσον ήταν στην πραγματικότητα ψευδώνυμο του Σάλιντζερ. Τα τελευταία χρόνια, το όνομά του συνδεόταν περισσότερο με αγωγές και μηνύσεις – είχε γίνει έξαλλος όταν η πρώην σύντροφός του και η κόρη του δημοσίευσαν τα απομνημονεύματά τους, όπου βέβαια κύριο θέμα ήταν ο Σάλιντζερ (παρουσιαζόταν ως ένας παράξενος, αυταρχικός, σχεδόν βάναυσος άνδρας), όμως η αλήθεια είναι ότι και μόνο με τον Χόλντεν Κόλφιλντ του «Φύλακα», εξασφάλισε την υστεροφημία του.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ
Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29/1/2010)

 

ΤΖ. Ντ. Σάλιντζερ:
Το αίνιγμα που δε θα πεθάνει ποτέ

χάρτινο το φεγγαράκι…

17/09/2010

Η Μανουέλα Παυλίδου γράφει για τη σχέση της Μελίνας Μερκούρη με το Μάνο Χατζιδάκι.

Μελίνα Μερκούρη (1920-1994) – Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)

Όταν γνώρισα τη Μελίνα, στην Ελλάδα είχε έρθει η χούντα. Το σπίτι της στο Παρίσι γέμιζε από διανοουμένους, καλιτέχνες, αντιστασιακούς. Έκπληκτη έβλεπα τη Σιμόν Σινιορέ να τηλεφωνεί μόνη της στο ταξί για να έρθει να την πάρει, τον Μίκη να παίζει πιάνο, τον Μπριλάκη να κυκλοφορεί με τις πιτζάμες γιατί είχε γρίπη, τον Κούνδουρο να μπαινοβγαίνει, κι άλλους… κι άλλους.
Εντονότερα όμως την εποχή εκείνη θυμάμαι την αίσθηση της τσακωμένης με τον Μάνο Μελίνας. Ένας καβγάς που φάνταζε ιερός. Μια σχέση απίστευτα μεγάλη.
Η Μελίνα μιλούσε πολύ συχνά για τον Μάνο. Διηγόταν χιλιάδες ιστορίες, κλαίγοντας που πια δεν μιλιόντουσαν.
Έπεσε η χούντα και ένα μεσημέρι στου Φλόκα γνώρισα τον Χατζιδάκι. Εκεί μου αποκαλύφθηκε ο κόσμος της φιλίας της Μελίνας και του Μάνου. Μια μέρα, εκείνη πανευτυχής μου είπε να πάμε στου Φλόκα. «Μα δεν είστε τσακωμένοι;». «Τρελάθηκες;». Μάλλον εκείνη τρελάθηκε, σκέφτηκα. Σαν τους είδα όμως μαζί ξεδιπλώθηκε μπροστά μου μια σχέση τόσο πολύπλοκη, τόσο χαριτωμένη, τόσο γοητευτική, μια σχέση τόσο μεγάλη. Πειραζόντουσαν, αγγιζόντουσαν, οι κουβέντες εναλλάσονταν με την ταχύτητα που έχει το μπαλάκι του πινγκ πονγκ. Η Μελίνα συμπεριφερόταν ταυτόχρονα σαν κοριτσάκι, σαν έφηβος και σαν μοιραία γυναίκα, φιλάρεσκη τρομερά μπροστά στο Μάνο. Τα πάντα για να του αρέσει. Και ο Μάνος την ίδια συμπεριφορά είχε.
Όταν συνάντησα τον Μάνο στο σπίτι του, λίγο μετά το θάνατο της Μελίνας, συζητήσαμε βέβαια για εκείνη και για την παγκόσμια αίσθηση που έκανε ο θάνατός της. Διαφωνούσε με όλες αυτές τις ατέλειωτες και μεγαλόστομες καταθέσεις ανθρώπων για τη Μελίνα. «Εγώ αν θα μιλούσα θα έλεγα μόνο: Η Ελλάδα έχασε το ερωτικό της πρόσωπο». Ίσως η Ελλάδα να έχασε τώρα πια τα ερωτικά της πρόσωπα.
Από την εποχή του Φλόκα έζησα κι άλλους καβγάδες για ασήμαντες αφορμές και άλλες τόσες αγκαλιές.
Ο Μάνος θα έρθει το βράδυ για φαΐ. Πανικός στο σπίτι. Τι θα φάει, να του αρέσει, να μην είναι και παχυντικό κλπ., κλπ. Το φαΐ κρύωνε και ο Μάνος δεν ερχόταν. Η Μελίνα απειλούσε θεούς και δαίμονες. «Τελευταία φορά, δε θα του ξαναμιλήσω». Την επόμενη, την ώρα του βραδινού η πόρτα χτυπούσε. Ο Μάνος στην εξώπορτα με κοστούμι και λουλούδια. «Για σήμερα δεν ήταν;». Αγκαλιές, γέλια.

(…)

Μάνος – Μελίνα
(μια φωτογραφία από το Μάιο του 1993, λίγους μήνες πριν από το θάνατο και των δύο)

Η τελευταία φορά που συναντήθηκαν η Μελίνα και ο Μάνος ήταν την παραμονή της εγχείρησής της στη Νέα Υόρκη. Ήρθε με τον γιο του, τον Γιώργο, αργά στο δωμάτιο του Memorial. Η Μελίνα κι εγώ βλέπαμε μια ταινία στην τηλεόραση όταν φάνηκε στην πόρτα κρατώντας ένα μικρό γλαστράκι. Ήταν όμορφος, είχε αδυνατίσει και με περηφάνια μας έδειξε πόσο εύκολα καθόταν σταυροπόδι. Το δωμάτιο ήταν πολύ μικρό. Ο Γιώργος κι εγώ καθόμασταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσαμε να μιλάνε, να γελάνε. Η Μελίνα πληροφόρησε τη νοσοκόμα που μπήκε κάποια στιγμή ότι ο κύριος που καθόταν πλάι της ήταν ο συνθέτης του «Never on Sunday». «Συγνώμη, Μάνο», του είπε σκανδαλιάρικα. Ο Μάνος εκνευριζόταν πάντα όταν τον ταύτιζαν με αυτό το τραγούδι. Και λίγο πριν φύγει, με τα χέρια τους πλεγμένα, τραγούδησαν το «Χάρτινο το φεγγαράκι» και ήταν η τελευταία φορά που τραγούδησε η Μελίνα. Για τον Μάνο δεν μπορώ να είμαι σίγουρη…

ΜΑΝΟΥΕΛΑ ΠΑΥΛΙΔΟΥ «ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ»
από το ένθετο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» (6/6/1999)


Η Μελίνα Μερκούρη τραγουδάει «Χάρτινο το φεγγαράκι»

Πηγές φωτογραφιών:

http://www.e-orfeas.gr/artists/10/1289-article1289.html

http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_melina_merkoyri.html

έτσι, χωρίς πρόγραμμα…

14/09/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαρίας Ρεζάν «Με νοσταλγία… για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα», Εκδόσεις Πατάκη.

 

Η Μαρία Ρεζάν θυμάται ένα περιστατικό από τα γυμνασιακά της χρόνια κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά:

Τέλειωνα και το γυμνάσιο πια και ετοιμαζόμουνα για το πανεπιστήμιο. Δίναμε εξετάσεις, θυμάμαι, απολυτήριες και ήταν στο μάθημα της ιστορίας. Μόλις που το είχαμε δώσει, λοιπόν, το διαγώνισμα στο μάθημα αυτό, και μια συμμαθήτριά μας, γνωστή κομουνίστρια εκείνης της εποχής, έβαλε φωτιά να κάψει τα βιβλία του μαθήματος, που, εκτός των άλλων, εξυμνούσαν και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Και δεν έβαλε μόνο φωτιά επάνω στην ταράτσα του σχολείου, μας παρότρυνε κιόλας να κάνουμε κι εμείς οι άλλες το ίδιο.
Φούντωσε η φωτιά, αλλά κυρίως αυτό που φούντωσε ήταν το όλο θέμα.. Δικτατορία του Μεταξά είχαμε, βιβλία της ιστορίας ήταν, οπότε η πράξη, και κυρίως η προτροπή της «επαναστάτριας» της τάξης μας έπρεπε να τιμωρηθεί. Και μάλιστα παραδειγματικά!
Ο γυμνασιάρχης του σχολείου μας, ένας άνθρωπος από την Καρδίτσα, άρχισε, λοιπόν, να μας καλεί μία μία ξεχωριστά, να μας ανακρίνει κανονικά και να μας απειλεί με την μαγκούρα του.
«Παλιοκατσίκες του κερατά» ούρλιαζε «μη μου κάνετε εμένα τις μωρές παρθένες, πέστε μου ποια ήταν αυτή που είχε την ιδέα και βάλατε τη φωτιά».
Μια δυο τρεις, σε όλες ούρλιαξε ο ανθρωπάκος, αλλά επλανάτο πλάνην οικτράν. Δεν το μαρτύρησε καμιά μας!
Αλλά ο κ. γυμνασιάρχης ήταν αποφασισμένος να τη βρει την άκρη. Και ίσως να εξαρτιοτάνε η μετέπειτα εξέλιξή του, εδώ που τα λέμε, στο εκπαιδευτικό σύστημα της δικτατορίας από αυτό. Απελπισμένος και έξω φρενών, λοιπόν, με τις «παλιοκατσίκες», που όλες τους είχανε δει το συμβάν, αλλά καμιά δε θυμότανε τίποτα, φώναξε τα μέλη του συλλόγου των κηδεμόνων της τάξης μου, μέλος του οποίου ήταν και ο πατέρας μου, και τους εξήγησε σαφέστατα πως τα βλαστάρια τους κινδύνευαν να μην αποφοιτήσουν αν συνέχιζαν την ίδια τακτική. Να έχουν, δηλαδή, πάθει ομαδική αμνησία. Έπαιρνε τον κάθε γονιό χωριστά, του εφιστούσε την προσοχή για την κόρη του, ώσπου ήρθε και η σειρά του πατέρα μου.
«Λοιπόν, κύριε Μισραχή, ελπίζω η δική σας κόρη…»
…Και ο πατέρας μου, που κατάλαβε αμέσως περί τίνος επρόκειτο, τον διέκοψε, πήρε ύφος αυστηρό και του είπε:
«Όχι, κύριε γυμνασιάρχα μου. Να με συγχωρείτε πολύ. Αλλά εγώ στην κόρη μου να σας το μαρτυρήσει αυτό δεν μπορώ να της το πω. Γιατί βλέπετε, κύριε γυμνασιάρχα, για να μαρτυρήσει κάποτε ένας προ-προ-πρόγονός μου, εδώ και κάπου 2.000 χρόνια, εγώ παιδεύομαι ακόμα…»

“ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ… ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ” Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Η Μαρία Ρεζάν θυμάται ένα περιστατικό από τα φοιτητικά της χρόνια κατά τη διάρκεια του 1939:

Στο πανεπιστήμιο είχα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή, στο τμήμα Αρχαιολογίας (!!!) -καημένε Μανόλη Ανδρόνικε, από τι γλίτωσες-, κυρίως για να μπορώ να ξεπορτίζω από το σπίτι μας χωρίς να πρέπει να δίνω λεπτομερή αναφορά στη Μαρί πού πήγα και τι έκανα. Και ως εκ τούτου, τα πήγαινα μάλλον μέτρια. Σε κάποιες εξετάσεις μάλιστα, στις οποίες, ως συνήθως, είχα πάει αδιάβαστη, αυτά που έπρεπε να ξέρω και δεν ήξερα τα είχα αντιγράψει επάνω στους …μηρούς μου. Σήκωνα λίγο τη φούστα μου με τρόπο και αντέγραφα. Όταν ξαφνικά είδα να έρχεται καταπάνω μου ο αξέχαστος καθηγητής μου της Αρχαιολογίας, ο Γιώργος ο Οικονόμου, φυσικά πάγωσα. “Θεέ μου” είπα από μέσα μου “αυτό ήταν, μ’ έπιασε στα πράσα”. Ενστικτωδώς, λοιπόν, σηκώθηκα όρθια να πέσει η φούστα μου ως τα γόνατα, μπας και τη γλιτώσω…
“Θα ήθελα να ξέρετε πως ντρέπομαι βαθύτατα, παιδί μου” μου είπε μόλις στάθηκε μπροστά μου και κόκκινη εγώ σαν το παντζάρι νόμισα πως ντρεπόταν για μένα. “Που σπούδασα στη Γερμανία, παιδί μου, γι’ αυτό ντρέπομαι. Και ήθελα να το ξέρετε αυτό, παιδί μου…”
Έκανε μεταβολή ο σπάνιος εκείνος άνθρωπος, που θεώρησε καθήκον του ν’ απολογηθεί σε μια εβραϊκής καταγωγής μαθήτριά του, και απομακρύνθηκε δίχως να πει τίποτε άλλο. Και, αντί να βάλω τα κλάματα που ένας άνθρωπος συνέπασχε μ’ έναν ολόκληρο λαό, το μόνο που βρήκα να πω από μέσα μου ήταν ένα σκέτο “ουφ!”.

“ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ… ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ” Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Η Μαρία Ρεζάν θυμάται των εκτέλεση των Μπελογιάννη, Μπάτση, Καλούμενου και Αργυριάδη (1952):

Δεν είχε έρθει τυχαία ο Πλαστήρας στην εξουσία. Και ίσως ο κυριότερος λόγος ήταν η υπόσχεσή του να μην υπάρξουν ξανά άλλες θανατικές καταδίκες για πολιτικά αδικήματα. Τους Έλληνες, πίστευε, δεν ήταν δυνατόν να τους χωρίζει διαρκώς το αίμα. Αρκετό, έλεγε, είχε χυθεί και ήταν η ώρα της συμφιλίωσης. Και πάνω σ’ αυτή την πραγματικά μεγάλη αλήθεια πορευότανε κυβερνώντας. Όχι, χωρίς δυσκολίες, εδώ που τα λέμε.
«Εγώ, κουμπάρα μ’, βγάζω όσους μπορώ το πρωί μ’ ανήκεστον βλάβη από τη Μακρόνησο, έρχεται το μεσημέρι ο υπουργός Δημόσιας Τάξης και τους γυρίζει πίσω…» μου είπε μια μέρα που τρώγαμε, και έτσι πρέπει να ήταν.
Κι από την άλλη πλευρά, παλάτι και Αμερικάνοι, αλλά και το κόμμα της συντηρητικής παράταξης, καιροφυλακτούσαν…(…)
Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν μια εβδομάδα μετά, Κυριακή πρωί, ημέρα σχόλης και οικογενειακού χουζουρέματος, όπως λένε, καθόμασταν ο Αντρέας¹ και γω και τα λέγαμε. Χωρίς να υποψιαζόμασταν το παραμικρό. Δίπλα μας το ραδιόφωνο ήταν ανοιχτό και μετέδιδε ελαφριά μουσική. Και κάποια στιγμή διακόπηκε το πρόγραμμα και μεταδόθηκαν ειδήσεις. Με πρώτη πρώτη την εκτέλεση! Των παλικαριών! Τα χαράματα εκείνης της Κυριακής.!
…Χάσαμε και οι δυο το χρώμα μας. Αλλά αυτό που θυμάμαι ήταν ο άντρας μου, που έμοιαζε σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός! Κι εδώ που τα λέμε, πώς να μην ήταν έτσι; Καθώς ακόμα και οι Γερμανοί επί Κατοχής την Κυριακή την είχαν σεβαστεί… Ενώ ήταν φανερό πως εδώ ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο Ρέντης², είχε επισπεύσει τις εκτελέσεις για να μειώσει τις αντιδράσεις. Τις οίδε κατόπιν διαταγής ποιανού…
…Μείναμε αμίλητοι για κάμποση ώρα. Και την παγωμάρα της σιωπής που βασίλευε στο διαμέρισμα της οδού Μάγερ διέκοψαν φωνές διαδηλωτών. Που με επικεφαλής την ηθοποιό και πρωθιέρεια τότε του χορού της ολυμπιακής φλόγας, την Αλέκα Κατσέλη, πλησίασαν και άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα. (…)
Αμίλητος ο Αντρέας στο παράθυρο, κοιτούσε τον κόσμο που φώναζε. Και άντε βρες τι σκεφτόταν. Εγώ πάλι, αμίλητη, ούτε που τολμούσα να διακόψω τις σκέψεις του. Όταν κάποια στιγμή τον βλέπω να απομακρύνεται από το παράθυρο, να πηγαίνει στο τηλέφωνο, να σχηματίζει έναν αριθμό, να περιμένει λίγο και μετά να λέει:
«Αντρέας Ιωσήφ στο τηλέφωνο. Παρακαλώ να μεταδώσετε την εξής δήλωση: Ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Αντρέας Ιωσήφ υπέβαλε την παραίτησή του σήμερον, 30η Μαρτίου 1952».
Την ΕΙΡ είχε πάρει τηλέφωνο, χωρίς να μου πει το παραμικρό. Την ΕΙΡ που υπαγόταν σ’ αυτόν. Κάποια υπάλληλος το σήκωσε, κάτι ψέλλισε, φαίνεται, «μα, κύριε υπουργέ…», τη διέκοψε ο Αντρέας και είπε:
«Έτσι ακριβώς όπως σας την υπαγόρευσα, σας παρακαλώ…». Και ύστερα κατέβασε το ακουστικό.

“ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ… ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ” Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

¹Ο Ανδρέας Ιωσήφ (σύζυγος τότε της Μαρίας Ρεζάν) διετέλεσε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ της κυβέρνησης Πλαστήρα από τις 27/10/1951 μέχρι τις 10/4/1952, οπότε και υπέβαλε την παραίτησή του διαφωνώντας με την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του.

²Για τη στάση του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξεως, Ρέντη, συγκλονιστική είναι η περιγραφή του ίδιου του Ανδρέα Ιωσήφ: …στη συνεδρίαση του μικρού υπουργικού συμβουλίου -που εξετάζει τα κάπως μυστικά ζητήματα και στο οποίο μετείχαν ο Πλαστήρας, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Γιώργος Καρτάλης, υπουργός Συντονισμού, ο Ρέντης, υπουργός Εσωτερικών, ένας υπουργός, απόγονος του Ζαΐμη, και εγώ-, το θέμα της συζήτησης ήταν το αποτέλεσμα της δίκης και το τι θα γινόταν στο εξής. Και τότε ο Ρέντης είπε: «Πόσους να στείλουμε στο απόσπασμα; Τέσσερις ή έξι;» Πετάχτηκα αυθόρμητα και είπα: «Κύριε υπουργέ, μιλάμε για εκτελέσεις». Δεν απάντησε αλλά μου έστειλε ένα φονικό βλέμμα που έλεγε καθαρά: «Ορίστε, πετάχτηκε το μικρό να μας κάνει τον έξυπνο».
από το βιβλίο του Σ. ΚΟΥΛΟΓΛΟΥ «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ»  Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Η Μαρία Ρεζάν θυμάται μια συνομιλία της με τον Κλωντ Σαμπρόλ λίγο μετά το πραξικόπημα του 1967:

Ανάμεσα στους θαμώνες ενός ζαχαροπλαστείου ήταν και ο Γάλλος σκηνοθέτης Κλωντ Σαμπρόλ, που την εποχή εκείνη γύριζε στην Ελλάδα το φιλμ “Ο δρόμος τη Κορίνθου”. Ένα έργο που όσοι δεν το είδαν δεν έχασαν απολύτως τίποτα. Με ήξερε, όπως ήξερε και την Τασσώ, γιατί καμιά φορά παρακολουθούσαμε τα γυρίσματα για την “Ελευθερία”. Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι που καθότανε, πλησίασε και με έντονες χειρονομίες μου είπε:
-Κα – τα – στρά – φη – κα ! Τα γυρίσματα σταμάτησαν. Merde! (σκατά).
-Εδώ καταστράφηκε μια χώρα ολόκληρη, κύριε Σαμπρόλ, του είπα, και θέλετε να συγχυστώ για το έργο σας;

ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ “ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ… ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ” Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Η Μαρία Ρεζάν θυμάται μια συνομιλία του Καραμανλή με τον Μάνο Χατζιδάκι:

Μια μέρα που τρώγαμε με τον Καραμανλή άρχισε να μιλάει ο Μάνος και δε σταματούσε. Και για όλα έφταιγε το Ελληνικό Δημόσιο. Άκουγε ο Σερραίος, που του είχε μεγάλη αδυναμία, όπως και του Τάκη Χορν, αλλά κάποια στιγμή δεν άντεξε. Γύρισε και του είπε: “Αμάν, βρε Μάνο μου. Κοντεύεις να μου βγάλεις σκάρτους τους μισούς υπουργούς μου…” Ατάραχος ο Μάνος, συνεχίζοντας το φαγητό του, απάντησε: “Λάθος, κύγιε πγόεδγε. Όχι, τους μισούς. Όλους…”

“ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ… ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ” Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

 

το ιπτάμενο σάντουιτς…

11/09/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φρανκ Μακ Κορτ «Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ – ΜΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ» Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ.

Ο Φρανκ Μακ Κορτ αφηγείται ένα περιστατικό που του συνέβη την πρώτη μέρα που μπήκε σε τάξη να διδάξει:

Το πρόβλημα με το σάντουιτς ξεκίνησε όταν ένα αγόρι που το έλεγαν Πήτυ φώναξε: Θέλει κανείς ένα σάντουιτς με μορταδέλα;
Μας δουλεύεις; Η μαμά σου θα πρέπει να σε μισεί, για να σου δίνει τέτοια σάντουιτς.
Ο Πήτυ πέταξε την καφετιά χαρτοσακούλα με το σάντουιτς στον επικριτή, τον Άντυ, και η τάξη ζητωκραύγασε. Καβγάς, καβγάς, άρχισαν να φωνάζουν. Καβγάς, καβγάς. Η σακούλα προσγειώθηκε στο πάτωμα, ανάμεσα στον πίνακα και στο θρανίο της πρώτης σειράς που καθόταν ο Άντυ.
Εγώ βγήκα απ’ την έδρα μου και άρθρωσα τον πρώτο ήχο της διδασκαλικής μου σταδιοδρομίας: Ε. Τέσσερα χρόνια τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, και το μόνο που μπόρεσα να σκεφτώ να πω ήταν Ε.
Το ξαναείπα. Ε.
Με αγνόησαν. Ήταν απασχολημένοι να συνδαυλίζουν τον καβγά που θα έτρωγε την ώρα και θα με αποσπούσε απ’ οποιοδήποτε μάθημα είχα ενδεχομένως σκοπό να διδάξω. Πλησίασα τον Πήτυ κι έκανα την πρώτη μου δήλωση ως δάσκαλος. Σταματήστε να πετάτε σάντουιτς. Ο Πήτυ και η τάξη με κοίταξαν εμβρόντητοι. Τούτος ο δάσκαλος, ο καινούργιος δάσκαλος, μόλις σταμάτησε έναν καλό καβγά. Οι καινούργιοι δάσκαλοι υποτίθεται ότι πρέπει να κοιτάζουν τη δουλειά τους ή να στέλνουν κάποιον να φέρει τον διευθυντή ή τον υποδιευθυντή, κι όλοι ξέρουν πως αυτοί θα κάνουν χρόνια να ‘ρθουν. Πράγμα που σημαίνει ότι μπορείς να τσακωθείς όσο τραβάει η ψυχή σου καθώς θα περιμένεις. Εξάλλου, τι να κάνεις μ’ έναν δάσκαλο ο οποίος σου λέει να σταματήσεις να πετάς σάντουιτς όταν ήδη έχεις πετάξει το σάντουιτς;
Ο Μπέννυ φώναξε απ’ το πίσω μέρος της αίθουσας. Ε, δάσκαλε, το ‘χει ήδη πετάξει, το σάντουιτς. Δεν ωφελεί να του λες τώρα μην πετάς το σάντουιτς. Να το, το σάντουιτς, εκεί δα, στο πάτωμα.
Η τάξη γέλασε. Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα στον κόσμο από έναν δάσκαλο ο οποίος σου λέει να μην κάνεις κάτι αφού ήδη το έχεις κάνει. Ένα αγόρι κάλυψε με το χέρι του το στόμα του και είπε, Βλάακα, κι εγώ ήξερα ότι αναφερόταν σ’ εμένα. Ήθελα να του δώσω μια μπουνιά και να τον κάνω να δει τον ουρανό σφοντύλι, αλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε το τέλος της διδασκαλικής μου σταδιοδρομίας. Εξάλλου, το χέρι που κάλυπτε το στόμα του ήταν τεράστιο, και το θρανίο του πολύ μικρό για το κορμί του.

 

Φρανκ Μακ Κορτ (1930-2009)

Κάποιος είπε, Βρε Μπέννυ, μπας κι έγινες δικηγόρος; Και η τάξη λύθηκε πάλι στα γέλια. Ναι, ναι, έλεγαν και περίμεναν την επόμενη κίνησή μου. Τι θα κάνει τούτος ο καινούργιος δάσκαλος;
Οι καθηγητές της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης δεν αφιέρωσαν καμιά διάλεξη για να μας μάθουν πώς να χειριζόμαστε περιστατικά ιπτάμενων σάντουιτς. Μας μιλούσαν για θεωρίες και φιλοσοφίες της εκπαίδευσης, για ηθικές και δεοντολογικές επιταγές, για την αναγκαιότητα ν’ αντιμετωπίζεις το παιδί ως όλον, το Gestalt, μετά συγχωρήσεως, για τις βιωμένες ανάγκες του παιδιού, αλλά ποτέ για το πώς τα βγάζεις πέρα σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές μέσα στην τάξη.
Έπρεπε άραγε να πω, Ε, Πήτυ, σήκω και μάζεψε αυτό το σάντουιτς, γιατί αλλιώς…; Έπρεπε να το μαζέψω εγώ ο ίδιος και να το πετάξω στο καλάθι των αχρήστων, για να τους δείξω την περιφρόνησή μου για τους ανθρώπους που πετάνε σάντουιτς τη στιγμή που εκατομμύρια συνάνθρωποί τους σ’ όλο τον κόσμο λιμοκτονούν;
Ήταν απόλυτη ανάγκη να καταλάβουν ότι εγώ έκανα κουμάντο εκεί μέσα, ότι ήμουν αυστηρός, ότι δε θ’ ανεχόμουν καμιά από τις ανοησίες τους.
 


Το πρώτο βιβλίο του Φρανκ Μακ Κορτ, «Οι στάχτες της Άντζελα», εκδόθηκε το 1996, όταν ο Μακ Κορτ ήταν 66 χρονών.

Το σάντουιτς, τυλιγμένο σε λαδόκολλα, είχε μισοβγεί από τη σακούλα και η ευωδιά του μου έδωσε να καταλάβω ότι έκρυβε μέσα του πολύ περισσότερα από μερικές απλές φέτες μορταδέλας. Το σήκωσα και το έβγαλα από το περιτύλιγμά του. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο σάντουιτς, από κείνα που το κρέας είναι στριμωγμένο όπως όπως ανάμεσα σε δυο φέτες άγευστου λευκού αμερικανικού ψωμιού. Ετούτο το ψωμί ήταν μαύρο και θρεπτικό, ψημένο από μια Ιταλίδα μητέρα στο Μπρούκλυν, ψωμί αρκετά κρουστό ώστε να συγκρατεί φέτες μιας πλούσιας μορταδέλας, εναλλάξ τοποθετημένες μαζί με φέτες ντομάτας, κρεμμύδια και πιπεριές, ραντισμένο με ελαιόλαδο και παραγεμισμένο από ένα καρύκευμα που έκανε τη γλώσσα να ηλεκτρίζεται.
Έφαγα το σάντουιτς.
Ήταν η πρώτη μου ενέργεια διαχείρισης της τάξης. Το στόμα μου, μπουκωμένο, με το σάντουιτς, τράβηξε την προσοχή των μαθητών μου. Με κοιτούσαν χάσκοντας, τριάντα τέσσερα αγόρια και κορίτσια, με μέσο όρο ηλικίας τα δεκαέξι χρόνια. Μπορούσα να δω το θαυμασμό στα μάτια τους, για τον πρώτο δάσκαλο που έβλεπαν στη ζωή τους να μαζεύει ένα σάντουιτς από το πάτωμα και να το τρώει σε κοινή θέα. Ο άνθρωπος με το σάντουιτς. Όταν ήμουν μικρό παιδί στην Ιρλανδία, θαυμάζαμε έναν δημοδιδάσκαλο ο οποίος καθάριζε κι έτρωγε ένα μήλο κάθε μέρα, και αντάμειβε τα καλά αγόρια με τη μακριά του φλούδα. Αυτά τα παιδιά παρακολουθούσαν το λάδι να κυλά στο πιγούνι μου κι από κει να σταλάζει στη γραβάτα, που την είχα πληρώσει δύο ολόκληρα δολάρια στο συνοικιακό πολυκατάστημα.
Ο Πήτυ είπε, Ε, δάσκαλε, αυτό το σάντουιτς που έφαγες ήταν δικό μου.
Η τάξη έσπευσε να του φωνάξει σύσσωμη, Βγάλε το σκασμό. Δεν βλέπεις ότι ο δάσκαλος τρώει;
Εγώ έγλειψα τα δάχτυλά μου. Είπα, Μμμ, έκανα τη χαρτοσακούλα και το λαδόχαρτο μια μπάλα και τα πέταξα στο καλάθι των αχρήστων. Η τάξη ζητωκραύγασε. Αμάν, είπαν, και Τι έκανε ο άνθρωπος, μωρό μου, και Πω, ρε μάγκα μου. Ρε για δέστε. Τρώει το σάντουιτς. Πετυχαίνει το καλάθι. Φοβερό.
  

Αυτό λοιπόν είναι η διδασκαλία; Ναι, στ’ αλήθεια φοβερό. Ένιωθα πρωταθλητής. Έφαγα το σάντουιτς. Πέτυχα το καλάθι, Ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα μ’ αυτή την τάξη. Σκέφτηκα πως τώρα πια τους είχα του χεριού μου. Πολύ καλά, μόνο που δεν ήξερα τι να κάνω στη συνέχεια. Βρισκόμουν εκεί για να διδάξω, κι αναρωτήθηκα πώς έπρεπε να μεταβώ από το περιστατικό με το σάντουιτς στην ορθογραφία, τη γραμματική, τη δομή της παραγράφου ή οτιδήποτε άλλο σχετικό με το αντικείμενο που υπετίθετο ότι έπρεπε να διδάξω, τα Αγγλικά.
Οι μαθητές μου χαμογελούσαν, ώσπου είδαν το πρόσωπο του διευθυντή κορνιζαρισμένο στα τζάμι της πόρτας. Τα φουντωτά μαύρα φρύδια του, ανασηκωμένα ψηλά στο μέτωπό του, σχημάτιζαν ένα ερωτηματικό. Άνοιξε την πόρτα και μου έγνεψε να βγω. Να σας πω δυο λογάκια, κύριε Μακ Κορτ;
Ο Πήτυ ψιθύρισε, Ε, κύριε. Μη σας νοιάζει για το σάντουιτς. Έτσι κι αλλιώς δεν το ήθελα.
Η τάξη είπε σύσσωμη, Ναι, ναι, μ’ έναν τρόπο που έδειχνε ότι θα ήταν με το μέρος μου αν είχα πρόβλημα με τον διευθυντή, κι αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία της αλληλεγγύης που διέπει τη σχέση δασκάλου-μαθητών. Μπορεί στο μάθημα οι μαθητές σου να κωλυσιεργούν και να μουρμουρίζουν, αλλά μόλις εμφανιστεί ο διευθυντής ή οποιοσδήποτε άλλος παρείσακτος, επικρατεί αμέσως ενότητα και σχηματίζεται ένα αρραγές μέτωπο.

ΦΡΑΝΚ ΜΑΚ ΚΟΡΤ «Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ – ΜΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ»
μετάφραση: Ν. ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ  Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

 οι φωτογραφίες είναι από τα blog:

http://www.achievement.org/autodoc/page/mcc1bio-1 

http://www.fantasticfiction.co.uk/m/frank-mccourt/

http://www.geibtechforlearning.org/blog/2006/01/your_personal_philosophy_of_ed_1.html

http://www.scripta.gr/seires/logotexnia/mithistorima3.htm