Archive for Σεπτεμβρίου 2011

ο παππούς μου (IV)

26/09/2011

Τελειώνει και ο Β΄ βαλκανικός πόλεμος (1913). Ο παππούς Θανάσης -έχει γλυτώσει μεν από τις σφαγές των Τούρκων, θεωρείται όμως ακόμη λιποτάκτης του τουρκικού στρατού κι έτσι αναγκάζεται να καταφύγει -μαζί με την οικογένειά του- στις Μάνδρες, ένα χωριό που βρισκόταν πέρα από τη Ροδόπη, σε βουλγαρικό έδαφος. Εκεί ζούσε παντρεμένη μια ετεροθαλής αδελφή του.
Στις Μάνδρες αρχίζει για τον παππού μου μια μεγάλη περιπέτεια που βάσταξε πολλά χρόνια. Οι βουλγαρικές αρχές δεν έστειλαν τους Βούλγαρους στρατιώτες στα σπίτια τους, γιατί όλα έδειχναν πως θα ξεσπούσε νέος πόλεμος, παγκόσμιος αυτή τη φορά. Έχοντας, λοιπόν, έλλειψη ανδρικού πληθυσμού και επομένως έλλειψη αγροτικών χεριών έστειλαν τους Έλληνες πρόσφυγες απ’ την Αν. Θράκη σε διάφορα χωριά της Βουλγαρίας. Την διασπορά αυτή την βάφτισαν «πολιτική επιστράτευση» που σήμαινε αγροτική εργασία χωρίς χρηματική αμοιβή. Μόνο ύπνο και φαγητό.
Ο παππούς μου βρέθηκε σε ένα χωριό στη λεγόμενη Παλαιά Βουλγαρία, κοντά στα σύνορα Βουλγαρίας – Ρουμανίας και υπήρξε ιδιαίτερα τυχερός γιατί έπεσε σε καλούς ανθρώπους.
Να κάνω εδώ μια ακόμα  παρένθεση. Είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, την περίοδο 1916-18, κατά την οποία υπήρξε βουλγαρική κατοχή στη Αν. Μακεδονία, αρκετοί Έλληνες όμηροι -ιδιαίτερα από χωριά της Δράμας- υπέστησαν φοβερά δεινά στη Βουλγαρία σε κανονικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως (λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε εδώ στην ομιλία του Δραμινού δασκάλου και ιστοριογράφου Δημ. Πασχαλίδη, ο οποίος έβαλε σκοπό της ζωής του να εντοπίσει όλους τους Έλληνες νεκρούς εκείνης της περιόδου με το όνομά τους). Φαίνεται όμως πως οι Έλληνες ομήροι από τη Αν. Θράκη είχαν αισθητά καλύτερη μεταχείριση, εκτός αν ο παππούς Θανάσης ήταν τόσο τυχερός, τι να πω, δεν μπορώ να μιλήσω γενικότερα καθώς δε βρήκα καμία σχετική πληροφορία στο διαδίκτυο. Έτσι θα περιοριστώ στη μαρτυρία του παππού μου που για τα τρία χρόνια ομηρίας του στη Βουλγαρία δε μετέφερε στον πατέρα μου ούτε μια άσχημη ανάμνηση!


Οι συνασπισμοί των κρατών κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914-18) 
(η φωτογραφία είναι από τη Βικιπαίδεια)

Η οικογένεια που τον «φιλοξένησε» λοιπόν για τρία χρόνια -το «φιλοξένησε» εννοείται σε εισαγωγικά- ήταν καλοί άνθρωποι. Καθώς βρίσκονταν μακριά από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα δε διαπνέονταν από ανθελληνικά αισθήματα. Το μακεδονικό ζήτημα, που είχε γίνει αιτία μίσους μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, δεν τους άγγιζε ψυχικά. Αποτελούσε κάτι απόμακρο γι’ αυτούς. Αντιθέτως μισούσαν τους Ρουμάνους λόγω εδαφικών διαφορών. Και έλεγε ο παππούς μου -πολύ σοφά- πως, τελικά, τα μίση δημιουργούνται μεταξύ γειτόνων.
Η οικογένεια λοιπόν αυτή αποτελούνταν από τον πάτερ φαμίλια, δηλαδή τον Βούλγαρο παππού, τη γιαγιά, δυο νύφες και έξι εγγόνια. Οι δύο γιοι της οικογένειας υπηρετούσαν στο βουλγαρικό στρατό.
Τα καθήκοντα του παππού Θανάση είχαν να κάνουν κυρίως με αγροτικές εργασίες, με τις οποίες εξοικειώθηκε -ως αγροτόπαιδο- πολύ εύκολα. Κι όχι μόνο εξοικειώθηκε μα και θαύμασε τον καλύτερο τρόπο εργασίας των ανθρώπων εκεί. Για χρόνια αργότερα ο παππούς μου είχε να λέει για τη μεθοδικότητα και το σωστό τρόπο καλλιέργειας των χωραφιών καθώς και για την πειθαρχία και το σεβασμό τους στην αγροτική νομοθεσία. Του είχε κάνει μάλιστα ιδιαίτερη εντύπωση -σύμφωνα πάντα με τις διηγήσεις του πατέρα μου- πως τα κλαδιά, φορτωμένα με ώριμους καρπούς, από αχλαδιές, συκιές και ροδακινιές έγερναν έξω από τους φράχτες και κανείς περαστικός δεν άπλωνε το χέρι του να αρπάξει ένα φρούτο!
Όλα αυτά όμως θα ήταν άνευ ουσίας, αν δεν συνοδεύονταν από την ανθρώπινη μεταχείριση που επιφύλαξε η βουλγάρικη οικογένεια προς τον Έλληνα αιχμάλωτό τους. Μέχρι και χαρτζηλίκι του έδινε ο βούλγαρος πάτερ φαμίλιας, και καθώς ο παππούς μου δεν κάπνιζε, το ξόδευε σε εφημερίδες και περιοδικά, γιατί μπορεί να ήταν του δημοτικού, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του ο παππούς μου παρέμεινε μανιώδης αναγνώστης. Το αγαπημένο του ανάγνωσμα στη Βουλγαρία ήταν ένα λαϊκό περιοδικό με ήρωα τον Μπαϊγκάνιο, ένα φτωχό Βούλγαρο αγρότη με τσαρούχια που απ’ το δεξί του ώμο είχε κρεμασμένο ένα δισάκι με πράσα.
Τις καθημερινές ο παππούς μου έτρωγε στο χωράφι, με φαγητό που είχε ετοιμάσει αποβραδίς η βουλγάρα νοικοκυρά. Τις Κυριακές όμως καθόταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι -μαζί κι ο παππούς μου.
Μια Κυριακή λοιπόν συνέβη ένα περιστατικό από εκείνα που δεν ξεχνιούνται ποτέ. Την ώρα που έτρωγαν, χτύπησε η πόρτα και μπήκε η Ολυμπία, η δασκάλα του χωριού, με καταγωγή από τη βουλγαρική Μακεδονία. Μόλις ειδε τον παππού μου να τρώει μαζί με την οικογένεια, είπε στο Βούλγαρο νοικοκύρη:
«Αυτό το σκυλί το έχετε και τρώει μαζί σας;»
Δεν ήξερε. βέβαια, πως ο παππούς μου είχε στο μεταξύ μάθει άπταιστα τα βουλγάρικα.
Ο Βούλγαρος τη μάλωσε:
«Γιατί τον λες σκυλί; Άνθρωπος του θεού είναι. Θα ήθελα εγώ, αν πιαστεί ο γιος μου αιχμάλωτος από τους Έλληνες, να τον λεν σκυλί;»
Η Ολυμπία, θυμωμένη, ούτε που εξήγησε το λόγο που είχε έρθει. Έφυγε βιαστικά χτυπώντας την πόρτα.

Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν, κι ο Α΄παγκόσμιος πόλεμος κορυφωνόταν, οι Βούλγαροι είχαν όλο και μεγαλύτερες απώλειες κι έτσι κάποια στιγμή -γύρω στα 1916 ή 17- αποφάσισαν να στρατολογήσουν τους ομήρους από την Αν. Θράκη και να τους στείλουν στο μέτωπο.
Τα πράγματα τότε δυσκόλεψαν για τον παππού μου…

Advertisements

ο παππούς μου (ΙΙΙ)

21/09/2011

1900
Η αυγή του εικοστού αιώνα βρίσκει τον παππού Θανάση να έχει τελειώσει το δημοτικό σχολείο του Μεγάλου Ζαλουφίου. Ούτε λόγος βέβαια για συνέχεια των σπουδών του στο γυμνάσιο της Αδριανούπολης. Ως εδώ και πολύ ήταν, όχι μόνο για τον παππού μου αλλά και για τα υπόλοιπα αγροτόπαιδα του Ζαλουφίου. Μόνο οι εύπορες οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να στείλουν τα αγόρια τους στο γυμνάσιο.
Και αρχίζει η αγροτική δουλειά για τον παππού μου. Βοσκή, όργωμα, σπορά, θέρος, αλώνισμα. Και μια και μιλάμε για αγροτικές δουλειές να πούμε πως το Ζαλούφι έβγαζε δημητριακά, ψυχανθή, σουσάμι, τυροκομικά και βέβαια ήταν το μεγαλύτερο αμπελουργικό κέντρο της Αν. Θράκης. Για λάδι οι Ζαλουφιώτες χρησιμοποιούσαν, από Μάη μέχρι Νοέμβρη, το σουσαμόλαδο, ενώ το χειμώνα μαγείρευαν με χοιρινό λίπος. Ελιές δεν είχαν, ελαιόλαδο δε χρησιμοποιούσαν.


αρραβωνιασμένο ζευγάρι Ζαλουφιωτών
η φωτογραφία είναι από το http://www.cheimonio.gr/CF7D3F64.el.aspx

Οι γυναίκες είχαν τις δικές τους εργασίες: άρμεγμα αγελάδων και προβάτων, καθάρισμα κοτετσιού, μάζεμα των αυγών, σκούπισμα της αυλής, τάισμα πτηνών και οικιακών προβάτων και κατσικιών, μαγείρεμα και μεταφορά φαγητού στους άνδρες στους αγρούς, καθαριότητα σπιτιού, αργαλειός. Από τον αργαλειό γινότανε η ενδυμασία ανδρών και γυναικών με πρώτη ύλη το μαλλί των προβάτων και το βαμβάκι. Και επειδή ανέφερα σε προηγούμενη ανάρτηση την αγορά παπουτσιών από την Αδριανούπολη, τα παπούτσια αυτά προορίζονταν για την Κυριακή στην εκκλησία, Χριστούγεννα, Πάσχα και γιορτές. Τις υπόλοιπες μέρες οι χωριανοί φορούσαν τσαρούχια από τομάρια χοίρων.   


Δυο φίλες Ζαλουφιώτισσες
από το http://www.cheimonio.gr/8A8A05D2.el.aspx

Γύρω στα 1906, ο παππούς Θανάσης διορίστηκε στο τρένο της γραμμής Αδριανούπολη – Κωνσταντινούπολη, ως υπεύθυνος για το ταχυδρομείο. Για την ακρίβεια το τρένο δεν περνούσε από την Αδριανούπολη, αλλά έκανε στάση σε ένα κοντινό χωριό, το Καραγάτς. Από εκεί διακλαδιζόταν η γραμμή, μία πήγαινε για Σόφια και η άλλη για Θεσσαλονίκη.
Λίγο αργότερα ο παππούς μου παντρεύτηκε και το 1910 γεννήθηκε η κόρη του,  η αδελφή του πατέρα μου.
Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι, που στα 1912, ξεσπάει ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, ο πρώτος μιας σειράς πολέμων που θα φέρουν συγκλονιστικές αλλαγές στη ζωή του παππού μου, της οικογένειάς του αλλά και στη ζωή χιλιάδων Ελλήνων που μέχρι τότε ζούσαν υπόδουλοι στη Μακεδονία και τη Θράκη…

1912: Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία κηρύττουν τον πόλεμο στην Τουρκία. Ο παππούς μου, που ήταν τότε 24 χρονών, είχε, ως Οθωμανός υπήκοος, την υποχρέωση να καταταγεί στον τουρκικό στρατό, κάτι που βέβαια θεώρησε αδιανόητο να κάνει κι έτσι προτίμησε, όπως αρκετοί άλλοι νεαροί Ζαλουφιώτες, να κρυφτεί στα χιλιάδες στρέμματα από αμπέλια που υπήρχαν γύρω από το χωριό. Κάθε βράδυ, ένας από κάθε γειτονιά επέστρεφε κρυφά στο χωριό και έπαιρνε τρόφιμα για τους υπόλοιπους.
Όμως ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος εξελίχθηκε ραγδαία. Οι Τούρκοι γρήγορα κατέρρευσαν σε όλα τα μέτωπα και άρχισαν να υποχωρούν. Έτσι έφυγαν και από το Ζαλούφι για να οχυρωθούν στην Τσατάλτζα, 50 χιλιόμετρα πριν την Κωνσταντινούπολη.

 


Ο χάρτης δείχνει τα εδάφη που κέρδισαν Βούλγαροι, Σέρβοι και Έλληνες με τη λήξη του Α΄ βαλκανικού πολέμου. Η πράσινη γραμμή δείχνει τα σύνορα της Οθωμ. αυτοκρατορίας μέχρι το 1912
(ο χάρτης είναι από τη Βικιπαίδεια)

Με το που φεύγουν οι λίγοι Τούρκοι χωροφύλακες από το Ζαλούφι , οι Ζαλουφιώτες ξεσπούν σε πανηγυρισμούς. Ορισμένοι θερμόαιμοι πηγαίνουν στο σταθμό χωροφυλακής, καίνε το οίκημα και υψώνουν την ελληνική σημαία. Φανταστείτε τώρα την απογοήτευσή τους όταν βλέπουν μετά από λίγες μέρες να εισέρχεται στο χωριό τους βουλγαρικός στρατός. Το όνειρό τους για απελευθέρωση και ένωση με την Ελλάδα γκρεμίζεται.
Τα χειρότερα όμως θα έρθουν σε λίγο. Με το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, έρχεται η σειρά των Βουλγάρων να καταρρεύσουν στα πολλά μέτωπα που έχουν ανοίξει και ο τουρκικός στρατός επιστρέφει θριαμβευτικά στο Ζαλούφι. Οι Τούρκοι προβαίνουν σε αρπαγές και λεηλασίες ενώ σκοτώνουν 300 Ζαλουφιώτες που αποφάσισαν να μείνουν στα σπίτια τους. Εδώ να κάνω μια μικρή παρένθεση. Στην ιστοσελίδα http://www.cheimonio.gr/B020B5EC.el.aspx αναφέρεται πως οι σφαγές έγιναν σε αντίποινα της λεηλασίας που έκαναν οι Ζαλουφιώτες στο πομάκικο χωριό Παύλα. Τέτοιο περιστατικό δεν ανέφερε ποτέ ο παππούς μου στις διηγήσεις του προς τον πατέρα μου. Πιθανό να μην ήθελε να το αναφέρει, πιθανό να μην υπέπεσε στην αντίληψή του, το αναφέρω πάντως έστω και αν διατηρώ μια μικρή αμφιβολία για την αλήθεια του περιστατικού. 


Η κατανομή των εδαφών όπως διαμορφώθηκε μετά τη λήξη και του Β΄ βαλκανικού πολέμου.
(ο χάρτης είναι από την Βικιπαίδεια)

 

 

o παππούς μου (ΙΙ)

20/09/2011

Το χωριό του παππού Θανάση, το Ζαλούφι, είχε πολλά αμπέλια και φημιζόταν για τα κρασιά του. Τα ζαλουφιώτικα κρασιά θεωρούνταν τα καλύτερα της Θράκης. Σ’ εκείνα τα αμπέλια κρύφτηκε αργότερα ο παππούς μου για να αποφύγει τη στράτευσή του στον τουρκικό στρατό, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε αργότερα.


γυναικείο πουκάμισο από το Μέγα Ζαλούφι
(από το Λύκειο Ελληνίδων)

Είχε και δημοτικό σχολείο το Ζαλούφι. Με δάσκαλο και δασκάλα. Τα αγόρια διδάσκονταν απ’ το δάσκαλο, τα κορίτσια απ’ τη δασκάλα. Εννοείται βέβαια πως οι δαπάνες του σχολείου επιβάρυναν την κοινότητα καθώς βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα και το Ζαλούφι ανήκε τότε στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Το παράξενο είναι πως, σύμφωνα με τις διηγήσεις του παππού Θανάση, οι μικροί μαθητές διδάσκονταν  τρεις γλώσσες! Την τουρκική (με το αραβικό αλφάβητο) που ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους, την ελληνική ως ελληνόπουλα αλλά και τη γαλλική!
Τώρα βέβαια, σωστό είναι να γίνει εδώ μια απαραίτητη διευκρίνιση. Τα παιδιά διδάσκονταν μεν την ελληνική γλώσσα, αλλά λέγοντας ελληνική εννοούμε την καθαρεύουσα. Φανταστείτε τώρα τα μικρά αρβανιτάκια που στο σπίτι τους μιλούσαν μόνο αρβανίτικα να προσπαθούν κατανοήσουν στο σχολείο την καθαρεύουσα! Ο παππούς Θανάσης θυμόταν ένα περιστατικό που συνέβη όταν πήγαινε Ε΄δημοτικού. Υπήρχε στο αναγνωστικό μια φράση που έλεγε: «έξωθεν ηκούσθη φωνή γλαυκός». Του φαινόταν ακατανόητη και αποβραδίς είχε ρωτήσει τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του να του την εξηγήσουν αλλά δεν την ήξεραν. Την επόμενη μέρα στο μάθημα ο δάσκαλος, κρατώντας τη βέργα, άρχισε να ρωτάει τους μαθητές του τι σημαίνει «φωνή γλαυκός». Εννοείται κανείς δεν ήξερε. Και άρχισε να πέφτει η ράβδος στις πλάτες και τα χέρια των καημένων των παιδιών. Έφτασε και η σειρά του μικρού Θανάση, που, τολμηρός όπως ήταν πάντα στη ζωή του, αποφάσισε να διακινδυνεύσει και λέει δυνατά: «φωνή γλαυκός σημαίνει φωνή γυναικός!» Το τι συνέβη μετά δεν το ξέχασε ποτέ. «Εσύ θα φας διπλό ξύλο γιατί αντί να σιωπήσεις ξεφούρνισες αυτή τη βλακεία!» είπε ο δάσκαλος μιλώντας μάλιστα αρβανίτικα -πάνω στα νεύρα του ξέχασε να μιλήσει ελληνικά όπως έκανε πάντα στο μάθημα- κι άρχισε να βαράει το μικρό Θανάση με τη βέργα.


Το Μεγάλο Ζαλούφι σήμερα
(η φωτογραφία είναι από το http://adrianou125.blogspot.com/


Ο παππούς μου διακρινόταν για τη γλωσσομάθειά του, αφού γνώριζε ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, αρβανίτικα, τούρκικα, και φυσικά βουλγάρικα μια και έκανε τέσσερα χρόνια όμηρος στη Βουλγαρία, κι αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία που θα τη δούμε παρακάτω. Τα γαλλικά δεν τα βάζω γιατί οι γνώσεις του ήταν ελάχιστες, ήξερε όμως τόσα ώστε να βοηθήσει τον πατέρα μου, όταν εκείνος πήγαινε πρώτη γυμνασίου (το 1936), ώστε να βελτιώσει το βαθμό του.


Η κυρά των Μαρασίων ήταν από το Μεγάλο Ζαλούφι!
Πρόκειται για τη γυναίκα σύμβολο των Ελλήνων ακριτών του Έβρου που για 50 χρόνια ύψωνε καθημερινά την ελληνική σημαία λίγα μέτρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα.
Πέθανε τον Ιούνιο του 2011 σε ηλικία 107 ετών.

Η ιστορία του Γιάννη, του αδελφού του παππού μου, ήταν μια ιστορία που συγκλόνισε όλη την οικογένεια. Αλλά πριν μιλήσουμε για το Γιάννη, να πούμε δυο λόγια για την οικογένεια. Ο προπάππος μου, Αναστάσης, χήρος με δυο παιδιά, το Γιάννη και το Μιχάλη, παντρεύτηκε μια χήρα με τέσσερα κορίτσια και καρπός αυτού του γάμου ήταν δύο αγόρια. Σύνολο λοιπόν η οικογένεια είχε οχτώ παιδιά. Βενιαμίν της οικογένειας ήταν ο παππούς Θανάσης. 
Ο Γιάννης ένα βράδυ επέστρεφε στο σπίτι συνοδεύοντας μια ξαδέλφη του. Είχανε πάει σε μια γαμήλια τελετή –εκείνο τον καιρό οι γάμοι γίνονταν και στα σπίτια-, και για κακή τους τύχη πέσανε πάνω σ’ ένα μεθυσμένο Τούρκο χωροφύλακα, ο οποίος μετά τις συνηθισμένες ερωτήσεις «πού πάτε, από πού έρχεστε»,  προσπάθησε να πειράξει ή να «θωπεύσει» την εξαδέλφη, αυτό δεν το γνωρίζουμε σίγουρα, γεγονός είναι πως ο Γιάννης αισθάνθηκε προσβεβλημένος από τη συμπεριφορά του χωροφύλακα και επακολούθησε συμπλοκή. Ο Τούρκος έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε μια φορά ανεπιτυχώς. Ο Γιάννης, βρισκόμενος σε άμυνα, έβγαλε από το ζωνάρι του μια κάμα (μαχαίρι) και τον κάρφωσε. Ο Τούρκος, τραυματισμένος βαριά, οδηγήθηκε σε νοσοκομείο της Αδριανούπολης. Το γεγονός πως έλειπε μια σφαίρα από το πιστόλι του, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της εξαδέλφης του Γιάννη, έδειχνε πως ο Γιάννης θα τη γλύτωνε με μια σχετικά μικρή τιμωρία. Δυστυχώς όμως ο Τούρκος χωροφύλακας πέθανε στο νοσοκομείο κι έτσι η κατηγορία μετατράπηκε σε «φόνο εκ προθέσεως», με πολλά ελαφρυντικά βέβαια, που τον βοήθησαν να γλυτώσει την κρεμάλα, αλλά πάλι η απόφαση του δικαστηρίου ήταν 15 χρόνια φυλακή. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις τουρκικές φυλακές -όσοι έχουν διαβάσει το «Άγιοι Δαίμονες» του Γ. Καλπούζου καταλαβαίνουν τι θα πει τουρκική φυλακή» επί οθωμανικής αυτοκρατορίας-, σε συνδυασμό με μια πνευμονία, απέφεραν το μοιραίο κι ο Γιάννης πέθανε στη φυλακή, το 1905, σε ηλικία 27 ετών.

ο παππούς μου (I)

19/09/2011

Τον παππού μου δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Πέθανε το 1964, λίγα χρόνια πριν γεννηθώ, ωστόσο έχω ακούσει τόσα από τον πατέρα μου για τη ζωή του που είναι σαν να τον έχω γνωρίσει. Η ζωή του, πιστεύω, πως παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Έζησε τέσσερις πολέμους, γνώρισε δύο κατοχές, έκανε τέσσερα χρόνια όμηρος κι έφτασε να κηρυχτεί λιποτάκτης από δύο στρατούς: τουρκικό και βουλγαρικό! Μέσα από τη ζωή του ξετυλίγεται όλη η ιστορία της Ελλάδας στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που ήταν μια ιδιαίτερα ταραγμένη ιστορική περίοδος.

 

Ο παππούς Θανάσης γεννήθηκε το 1888 στο Ζαλούφι (Μέγα Ζαλούφιον ήταν η επίσημη ονομασία), ένα αρβανιτοχώρι της Ανατολικής Θράκης, κοντά στην Αδριανούπολη, 12 χιλιόμετρα από τον Έβρο. Το χωριό ήταν μεγάλο, σύμφωνα με τον παππού μου αριθμούσε 1.200 σπίτια, που σημαίνει πως μπορεί να είχε μέχρι και 6.000 κατοίκους.

 
Στο χάρτη της Αν. Θράκης διακρίνεται, κοντά στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας, το Μέγα Ζαλούφι και βορειότερα η Αδριανούπολη
ο χάρτης είναι από το
http://easternthrace1922.blogspot.com/2010_08_01_archive.html

Πώς όμως βρέθηκαν οι αρβανιτάδες απ’ τη Βόρεια Ήπειρο στην Ανατολική Θράκη; Σύμφωνα με την παράδοση το χωριό ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα όταν ο Σουλτάν Σελίμ θέλησε να κτίσει ένα μεγαλοπρεπές τζαμί στην Αδριανούπολη. Γι’ αυτό μετέφερε τεχνίτες από τα χωριά της Κορυτσάς που ήταν ξακουστοί τεχνίτες πέτρας. Όταν ολοκληρώθηκε το τζαμί οι τεχνίτες ζήτησαν από το Σουλτάνο να τους παραχωρήσει από ένα κομμάτι γης ώστε να μείνουν εκεί για πάντα με τις οικογένειές τους. Έτσι κι έγινε και χτίστηκε το Ζαλούφι. Η γη της Ανατολικής Θράκης είναι πολύ εύφορη. Έλεγε χαρακτηριστικά ο παππούς μου: «Από την Αδριανούπολη μέχρι την Κωνσταντινούπολη πέτρα δε βρίσκεις!»

 
 Το τζαμί του Σουλτάν Σελίμ στην Αδριανούπολη

Οι Ζαλουφιώτες μιλούσαν αρβανίτικα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είχαν ελληνική συνείδηση. Ο παππούς Θανάσης, που ήταν περήφανος για την αρβανίτικη καταγωγή του, έλεγε πως 12 Έλληνες πρωθυπουργοί από συστάσεως του ελληνικού κράτους υπήρξαν αρβανίτες, ενώ καμάρωνε ιδιαίτερα για τον αρβανίτη Υδραίο ναύαρχο Κουντουριώτη που στο Θωρηκτό Αβέρωφ, τα παραγγέλματα τα έδινε αρβανίτικα ώστε να τα καταλαβαίνουν οι αρβανιτάδες Σπετσιώτες και Υδραίοι ναύτες του πλοίου.

Για τη τότε μικρή Ελλάδα οι Ζαλουφιώτες είχαν τη γνώμη ότι ήταν Ευρώπη. Όταν πήγαιναν στην Αδριανούπολη για να αγοράσουν ρούχα ή παπούτσια, ό,τι ωραίο βλέπανε στις βιτρίνες των καταστημάτων λέγανε: «Αυτά στην Ελλάδα παράγονται!»
Μια φορά ο πλουσιότερος του χωριού -τσορμπατζής κατά τη λαϊκή διάλεκτο- πήγε τη γυναίκα του στην Αθήνα ώστε να εγχειριστεί για καταρράκτη. Όταν γύρισε, μετά από μερικές εβδομάδες, οι γείτονες -μεταξύ των οποίων και ο προπάππος μου, Αναστάσης- τον επισκέφτηκαν για να μάθουν από πρώτο χέρι πώς ήταν η Αθήνα. Μιλάμε για το 1900 περίπου. Τους λέει λοιπόν ο τσορμπατζής: «Καλά τα πράγματα στην Αθήνα, αλλά ένα δε μ’ άρεσε. Οι Έλληνες στο ελεύθερο κράτος βρίζουν Χριστό και Παναγία!»
Τρομερή αίσθηση δημιούργησε η δήλωση του τσορμπατζή. Κανένας δεν τον πίστεψε. Όταν βγήκαν από το σπίτι του, άρχισαν όλοι να λένε και να συμφωνούν μεταξύ τους: «Ψέματα λέει. Τον έβαλε ο αστυνόμος στο καρακόλι να μας τα πει, για να δυσφημήσει την Ελλάδα. Είναι δυνατόν χριστιανοί άνθρωποι να βρίζουν Χριστό και Παναγία;»

 
 Έναυσμα για να ασχοληθώ με την ιστορία του παππού μου, στάθηκε η υπέροχη ιστορία ενός θαυμάσιου ανθρώπου, του παππού της φίλης bloger newagemama και η συγκινητική του ιστορία που αξίζει να διαβάσετε.  

 

αλεξανδρινοί νέοι

16/09/2011

Τελειώνουμε σήμερα το μικρό αφιέρωμα στον Καβάφη με έξι ποίηματά του. Κανείς από τους αλεξανδρινούς νέους που περιγράφονται στα ποιήματα αυτά δεν είναι ιστορικό πρόσωπο, όλοι είναι δημιουργήματα της φαντασίας του ποιητή.   

Ιασή Τάφος

Κείμαι ο Ιασής ενταύθα. Της μεγάλης ταύτης πόλεως
ο έφηβος ο φημισμένος για εμορφιά.
Μ’ εθαύμασαν βαθείς σοφοί· κ’ επίσης ο επιπόλαιος,
ο απλούς λαός. Και χαίρομουν ίσα και για

τα δυο. Μα απ’ το πολύ να μ’ έχει ο κόσμος Νάρκισσο κ’ Ερμή,
η καταχρήσεις μ’ έφθειραν, μ’ εσκότωσαν. Διαβάτη,
αν είσαι Aλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή
του βίου μας· τι θέρμην έχει· τι ηδονή υπερτάτη.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

Ο Ιασής ήταν φημισμένος σ’ όλη την Αλεξάνδρεια για την ομορφιά του. Τον θαύμαζαν τόσο οι σοφοί όσο και ο απλός λαός. Πέθανε τελικά απ’ τις καταχρήσεις, αλλά μόνο οι Αλεξανδρινοί μπορούν να καταλάβουν την ορμή του βίου του και βέβαια την υπέρτατη ηδονή που απόλαυσε (ή μήπως που πρόσφερε; -το πιθανότερο και τα δύο)… 

 

Τα Επικίνδυνα

Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής
στην Aλεξάνδρεια· επί βασιλείας
αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου·
εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων)·
«Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός.
Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
στες τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς
κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω —
και θάχω θέλησι, δυναμωμένος
ως θάμαι με θεωρία και μελέτη —
στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό.»

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

Ο Μυρτίας, σπουδαστής από τη Συρία, φτάνει για σπουδές στην Αλεξάνδρεια, διψασμένος όχι τόσο για μελέτη όσο για «ηδονές» και «απολαύσεις ονειρεμένες». Δε φοβάται τις καταχρήσεις γιατί αισθάνεται σίγουρος για τη δύναμη της θέλησής του, όμως όλα τα στοιχεία του ποιήματος μας δείχνουν πως τελικά ο Μυρτίας πολύ δύσκολα θα καταφέρει να ξαναβρεί το «ασκητικό του πνεύμα». Ο δρόμος των σαρκικών απολαύσεων της Αλέξανδρειας μάλλον δεν έχει γυρισμό…

 

Ευρίωνος Τάφος

Εις το περίτεχνον αυτό μνημείον,
ολόκληρον εκ λίθου συηνίτου,
που το σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι,
είναι θαμένος ο ωραίος Ευρίων.
Παιδί αλεξανδρινό, είκοσι πέντε χρόνων.
Aπ’ τον πατέρα του, γενιά παληά των Μακεδόνων·
από αλαβάρχας της μητέρας του η σειρά.
Έκαμε μαθητής του Aριστοκλείτου στην φιλοσοφία,
του Πάρου στα ρητορικά. Στας Θήβας τα ιερά
γράμματα σπούδασε. Του Aρσινοΐτου
νομού συνέγραψε ιστορίαν. Aυτό τουλάχιστον θα μείνει.
Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο — την μορφή του,
που ήτανε σαν μια απολλώνια οπτασία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

Για τον Ευρίωνα πάλι δε θα μάθουμε αν έδωσε ή πήρε ηδονή,  πέθανε όπως κι ο Ιασής πολύ νέος, ωστόσο πρόλαβε να κάνει σπουδές στη φιλοσοφία και στη ρητορική αν και αυτές πολύ λίγο απασχολούν τον Καβάφη, το ίδιο και η συγγραφή ιστορίας. Ένα είναι το σημαντικό του χάρισμα: η ομορφιά! Ο Ευρίων ήταν σαν «απολλώνεια οπτασία».

 

Ιγνατίου Τάφος

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Aλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

Να και ένας που κατάφερε να απαρνηθεί τις σαρκικές απολαύσεις της Αλεξάνδρειας! Ο Ιγνάτιος (πρώην Κλέων), στα 28 του χρόνια, έγινε χριστιανός κι έζησε έτσι τους τελευταίους δέκα μήνες της ζωής του, ευτυχής, «μες στη γαλήνη και στην ασφάλεια του Χριστού». Κι όχι μόνο απαρνήθηκε τις σαρκικές απολαύσεις αλλά και τις αποκήρυξε: «Δεν είμαι εγώ, ο Κλέων εκείνος, τα 28 μου χρόνια να σβηστούν».

 

Ο καθρέπτης στην είσοδο

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Διαφορετική εποχή, δε βρισκόμαστε πλέον στα ελληνιστικά χρόνια, διαφορετικό κλίμα, δεν εξυμνείται κάποιος πλούσιος νέος, αλλά ένας υπάλληλος ράπτη και διαφορετικός -γνήσια όμως καβαφικός-τρόπος προσέγγισης: ο καθρέφτης είναι που χαίρεται την ομορφιά του νέου κι όχι κάποιος άλλος.

 

Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος

Λυπήθηκαν μεγάλως   στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί·   ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες   εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά —   Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως   δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί   η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί   η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν,   δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.—    Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη   χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των,  πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον   θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων   ετών τ’ ωραίο παιδί.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

Δυο νέοι χωρίζουν πριν προλάβει να σβήσει το αίσθημά τους, πριν προλάβουν να γεράσουν. Υπεύθυνη για το χωρισμό αυτό η …»καλλιτέχνις» Τύχη που θα τους κρατήσει για πάντα -τον ένα για τον άλλο- 24 ετών παιδιά!

του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια

15/09/2011

από υαλί χρωματιστό

Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Aνδρονίκου Aσάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς.  Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Aνδρονίκου Aσάν.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

Όταν, τον Μάιο του 1347, ο Ιωάννης ΣΤ΄Καντακουζηνός στέφθηκε αυτοκράτορας στην Παναγία των Βλαχερνών, τα οικονομικά του βυζαντινού κράτους ήταν τόσο άθλια ώστε τα αυτοκρατορικά κοσμήματα φτιάχτηκαν από επιχρυσωμένο δέρμα και γυάλινες πέτρες. Κι αυτό γιατί λίγα χρόνια πριν, η σύζυγος του προηγούμενου αυτοκράτορα, η Άννα της Σαβοΐας, είχε ζητήσει δάνειο 30.000 δουκάτα από τους Βενετούς με ενέχυρο τα βασιλικά κοσμήματα…
Λίγο αργότερα, οι Βενετοί χορήγησαν νέο δάνειο 20.000 δουκάτα, αυτή τη φορά στον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, αντίπαλο του Ιωάννη Καντακουζηνού στην εμφύλια διαμάχη για το θρόνο, με αντάλλαγμα την Τένεδο…
Η διαμάχη αυτή εξελίχθηκε σε μακροχρόνιο και καταστρεπτικό εμφύλιο πόλεμο, ενώ στη μάχη που έγινε στα 1352 στην Αδριανούπολη οι  δύο διεκδικητές του θρόνου είχαν ξένα στρατεύματα! Ο Ιωάννης ΣΤ΄Καντακουζηνός είχε συμμάχους τους Τούρκους και ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος είχε τη βοήθεια Σέρβων και Βουλγάρων…

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών.

Χιουμοριστική περιγραφή των γεγονότων που προαναφέρθηκαν υπάρχει στο φιλικό blog Κωνσταντίνος Καντακουζηνός 

για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

14/09/2011

Στα 200 π.Χ.

«Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
A βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

Μετά τη νίκη στο Γρανικό ποταμό, που ήταν η πρώτη νίκη του Μεγάλου Αλέξανδρου εναντίον των Περσών, ο Μακεδόνας βασιλιάς έστειλε από τα λάφυρα, 300 περσικές ασπίδες, όχι στην Πέλλα, αλλά στην Αθήνα, -οι Αθηναίοι τις κρέμασαν στον Παρθενώνα- με την επιγραφή «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασία κατοικούντων».
Ως γνωστόν οι Σπαρτιάτες δεν είχαν δεχτεί να ακολουθήσουν τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία του.

Ποια είναι όμως η σημασία της φράσης «για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα», με την οποία τελειώνει το ποίημα ο Καβάφης;
Εδώ οι απόψεις διχάζονται. Αρκετοί θεωρούν πως η φράση δείχνει το θαυμασμό του Καβάφη στα αποτελέσματα της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που έφερε τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στα βάθη της Ασίας.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη που ισχυρίζεται πως ο Καβάφης έγραψε τη φράση με ειρωνική διάθεση. Το εγκώμιο του ελληνιστικού κόσμου πλέκεται από τον αφηγητή του ποιήματος στα 200 π.Χ., τρία χρόνια δηλαδή πριν τη σαρωτική ήττα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους στις Κυνός Κεφαλές και δέκα χρόνια πριν την άλλη μεγάλη τους ήττα στη Μαγνησία. Είναι λοιπόν η εποχή που αρχίζει η παρακμή της ελληνιστικής εποχής. Ο Edmund Keely¹ θεωρεί πως ο Καβάφης γράφοντας το στίχο «για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα» εννοεί ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή: «πώς να μη μιλούμε για Λακεδαιμονίους τώρα!». Αφού η Σπάρτη, η μεγάλη και υπεροπτική, έχει ξεπέσει τώρα σε τόσο μεγάλο βαθμό, τι μπορεί να περιμένει τον καινούριο και μεγάλο κόσμο που εξυμνεί με τόση περηφάνια αλλά και αλαζονεία ο ομιλητής;

¹Edmund Keely: Η ΚΑΒΑΦΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ