Archive for Αύγουστος 2012

μακριά από …κωμικές δυνατότητες

31/08/2012


Βασίλης Λογοθετίδης (1898-1960)

Ο Δημήτρης Μυράτ περιγράφει τον φίλο και συνεργάτη του, Βασίλη Λογοθετίδη:

-Ο Λογοθετίδης δεν ήταν φυσικά αλκοολικός, αλλά έπινε πολύ, κι όταν ακόμα του το είχαν απαγορεύσει οι γιατροί. Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι φεύγαμε μαζί από το θέατρο Μουσούρη. Είχεν εγερθή κάποια διαφορά μεταξύ του Κώστα Μουσούρη και της τριάδας Λαμπέτη – Παππά – Χορν για την «Λουίζα Μίλερ» του Σίλερ. Την είχαν αναγγείλει και τη διεκδικούσαν και οι δύο θίασοι. Αποφασίσαμε να λύσουμε τη διαφορά με διαιτησία και οι αντίδικοι δέχτηκαν τον μακαρίτη, την Κατερίνα και μένα. Φεύγοντας απ’ το θέατρο της πλατείας Καρύτση, σταθήκαμε στου Αγαλλιώτη, γιατί του είχε κοπεί λίγο η ανάσα. Είχε πιει πολλά ούζα στη διάρκεια της συνεδριάσεως και τον είχε λίγο πειράξει. Τότε, με το θάρρος της παλιάς φιλίας, τον ρώτησα γιατί αυτοκτονεί.
«Το είπες, αυτοκτονώ» μου απάντησε χαμηλόφωνα, χωρίς ίχνος ρομαντικής διαθέσεως. Λίγοι, στενοί κοινοί φίλοι, πληροφορήθηκαν αυτή τη στιχομυθία. Και ξέραμε πια πως κάθε προσπάθεια να τον πείσουμε να ξεκουραστεί κανένα καλοκαίρι θα ήτανε μάταιη, αφού είχαμε μαντέψει πως ήθελε να πεθάνει στη σκηνή.  

Πώς μπορούσε να συνταιριαστεί η ηθελημένη αποχώρηση από τη ζωή με μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του, τη θρησκευτικότητα, δεν κατάλαβα. Μεγαλωμένος στην Πόλη, στην χριστιανική της ατμόσφαιρα, που χρησίμευε σαν πανοπλία μέσα στο εχθρικό περιβάλλον, ήξερε όλα τα τροπάρια και όλα τα κοντάκια, και τα στιχηρά και τα ιδιόμελα, κι όταν τύχαινε, σε κάπως παλιότερα χρόνια, να πάμε μαζί στην εκκλησία, τον άκουγα να σιγοψέλνει τις υπέροχες βυζαντινές μελωδίες, με μια κατάνυξη που μόνο εκείνοι που είχαν ζήσει στις χώρες του αλύτρωτου ελληνισμού μπορούσανε να νιώσουν. Ίσως αυτός ο αργός θάνατος να μην του φαινότανε, έξω από τις λίγες στιγμές που το συνειδητοποιούσε από κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, πραγματική αυτοκτονία. Ποιος ξέρει; Μια φορά είναι βέβαιο πως δεν κοιμήθηκε ποτέ νύχτα χωρίς να προσευχηθεί. Και δεν ήταν η προληπτική συνήθεια ή η συναλλαγή που επιζητούν πολλοί άνθρωποι με το θείο, αλλά ήταν η προσευχή ενός θρησκευόμενου ανθρώπου που θέλει στο τέλος της ημέρας να ξεφορτώσει τη βαρημένη ψυχή του.

Μια άλλη πλευρά του χαρακτήρα του ήτανε πολύ παράδοξη. Η φεουδαρχική, τολμώ να πω, αντίληψη της θεατρικής εργασίας. Όχι πως δυνάστευε ποτέ τους συναδέλφους του, όσοι είχαν την τύχη να δουλέψουν μαζί θα τον θυμούνται με αγάπη ως τα βαθιά τους γεράματα, δυσκολευότανε ωστόσο να αναγνωρίσει τους καινούριους όρους που διέπουν τις σχέσεις εργαζομένου και εργοδότου. Την αύξηση της αμοιβής δεν ήθελε να την αναγνωρίσει σαν δικαίωμα κερδισμένο με συνδικαλιστικούς αγώνες όλων, αλλά σαν επιβράβευση της επιδόσεως, του ταλέντου, του καταβαλλομένου μόχθου. Στα χρόνια που έκανε ο Λογοθετίδης τα πρώτα του βήματα στο θέατρο, δεν υπήρχαν συμβάσεις, άδειες, δώρα, ο ηθοποιός συμφωνούσε έναν ορισμένο μισθό, μπορούσε όμως να πάρει αύξηση ένα μήνα μετά την πρόσληψή του, και αύξηση σημαντική, αν έπαιζε με επιτυχία έναν ρόλο. Αυτό ίσχυε μόνο για τους ικανούς, δεν ήταν γενικό μέτρο που συμπεριελάμβανε και τους ατάλαντους.  

Αλλά εκείνος ήταν προσκολλημένος στα παλιά, στα χρόνια που τον φώναξε ο πατέρας μου στο γραφείο του και του ανάθεσε τον πρώτο του κωμικό ρόλο, έναν υπηρέτη στη γαλλική φάρσα «Πανσιόν Μαρινιάν». Πολλοί νομίζουν πως το επεισόδιο συνέβη με τη Μαρίκα, δεν είναι αλήθεια, ο πατέρας μου, ο Μήτσος Μυράτ, ήταν τότε διευθυντής του θεάτρου «Κοτοπούλη», και εκείνος κανόνιζε τις διανομές. Ο Λογοθετίδης, με πολύ σεβασμό, αρνήθηκε τον κωμικό ρόλο, δικαιολογούμενος πως είναι έξω από τις δυνατότητές του, και οπωσδήποτε μακριά από τις καλλιτεχνικές του επιδιώξεις, γιατί ήθελε να γίνει δραματικός ηθοποιός. Ο πατέρας μου επέμεινε, χάλασε ο κόσμος απ’ το γέλιο στην πρεμιέρα και το άλλο πρωί διπλασιαζόταν ο μισθός του.

Δεν υπήρξε ποτέ ωραίος, αλλά είναι κι αυτό ένα παράξενο χαρακτηριστικό των κωμικών, αρέσουν στις γυναίκες. Ο Λογοθετίδης είχε εξαιρετική επιτυχία. Σκυλιάζαμε οι νεότεροι του θιάσου, ο Μινωτής, εγώ, παριστάναμε τους καρδιοκατακτητές επί σκηνής, τις κατακτήσεις εκτός θεάτρου τις είχε εκείνος!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΑΤ
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 28/4/1963


Δημήτρης Μυράτ (1908-1991)

Ο Βύρων Πάλλης θυμάται τον Λογοθετίδη:
Είχε γίνει έξαλλος με την αργία της Δευτέρας. Όταν πετύχαμε την αργία της Δευτέρας δεν ήξερε τι να κάνει τις Δευτέρες. Πήγαινε στο θέατρο κι έφτιαχνε τις γλάστρες, τα καθίσματα και την Τρίτη που πηγαίναμε με φώναζε:
«Πάλλης!»
«Μάλιστα, αρχηγέ».
«Δε μου λες, σε παρακαλώ, ξεκουράστηκε ο Μεσολογίτης;», (Μεσολόγγιτης ήταν ο πρόεδρος του σωματείου που είχε πετύχει την αργία) «γιατί αυτός έχει κουραστεί πολύ».
«Μα γιατί, βρε άνθρωπε του Θεού, δε θέλεις να ξεκουραστείς μια μέρα;»
«Ποτέ, ποτέ, ποτέ!»

Από διήγηση του Βύρωνα Πάλλη στην εκπομπή της ΕΡΤ
Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΛΑΜΠΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Βύρων Πάλλης (1923-1995)

Όπως αφηγείται στην αυτοβιογραφία του ο Λυκούργος Καλλέργης, όταν καθιερώθηκε η αργία της Δευτέρας (Μάρτιος 1957), μόνο οι θίασοι Μουσούρη και Λογοθετίδη έπαιξαν με ηθοποιούς απεργοσπάστες. Το Σωματείο των Ελλήνων Ηθοποιών (Πρόεδρος: Μεσολογγίτης, Γεν. Γραμματέας: Καλλέργης) κατήγγειλε με ανακοίνωσή του ότι οι δύο θιασάρχες χρησιμοποίησαν μέσα «ψυχολογικού εκβιασμού και τρομοκρατίας» για να αναγκάσουν τους ηθοποιούς τους να δουλέψουν τη Δευτέρα. Οι θιασάρχες υπέβαλαν μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση, την οποία και κέρδισαν καθώς έφεραν στο δικαστήριο ηθοποιούς που κατέθεσαν ότι έπαιξαν αυτοβούλως. Τελικά η διένεξη λύθηκε ομαλά, καθώς οι θιασάρχες απέσυραν τη μήνυση λίγο πριν οι συνδικαλιστές ηθοποιοί καταθέσουν έφεση. Από τότε η αργία της Δευτέρας έγινε θεσμός για το ελληνικό θέατρο.

Η Καίτη Λαμπροπούλου θυμάται τον Λογοθετίδη:

-Ήταν άνθρωπος που, χωρίς να το θέλει, σε ενέπνεε σεβασμό. Εμείς πάντα του μιλούσαμε στον πληθυντικό.
Ήταν πάρα πολύ σεμνός. Φοβάμαι ότι δεν είχε αντιληφθεί τη μεγαλοσύνη του ταλέντου του. Γιατί ήταν χαμηλών τόνων. Ποτέ δεν τον θυμάμαι να μας έχει μαλώσει, να είναι εκνευρισμένος. Ήταν πάντα μειλήχιος.
Βεβαίως είχε τρακ. Τόσο τρακ που δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν γύρω του. Θυμάμαι, είχαμε πρεμιέρα σ’ ένα έργο και τελειώνει το πρώτο μέρος καταϊδρωμένος, γιατί άλλαζε 3-4 φανέλες σε κάθε παράσταση από το άγχος και την ένταση που έβγαζε. Βγαίνοντας του λέμε «μπράβο, συγχαρητήρια, ήσασταν πάρα πολύ καλός». «Τι καλός;» μας απαντάει. «Καλά, δεν ακούσατε, τέσσερα χειροκροτήματα είχατε». «Ποια χειροκροτήματα, δεν πήρα είδηση!» Δεν πήρε είδηση! Τόσο τρακ είχε!
Είχε ορισμένες ενοχλήσεις απ’ την καρδιά του και τις στιγμές που αισθανόταν πιο ζορισμένος, γύριζε την πλάτη του στο κοινό, είχε κάτι υπογλώσσια, τα έβαζε στο στόμα του και συνέχιζε την παράσταση.
Θυμάμαι μια φορά, στα τελευταία του ήτανε, που τον είδα να είναι έτοιμος να βγει στη σκηνή και να είναι πολύ καταβεβλημένος. Λέω, τώρα πώς θα βγει, και ήταν ο ρόλος του τεράστιος, όλο το έργο ήταν στους ώμους του. Και ξαφνικά βγαίνει στη σκηνή και ήταν άλλος άνθρωπος. Ήταν ο μεγάλος ηθοποιός. Ούτε στιγμή δεν καταλάβαινες πως αυτός ο άνθρωπος ίσως κάπου να πονούσε, ίσως κάπου να ήταν κουρασμένος. Καθόλου. Ήταν λιοντάρι.

από αφήγηση της Καίτης Λαμπροπούλου στην εκπομπή της ΕΡΤ
ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ


Καίτη Λαμπροπούλου (1926-2011)

Η Ελένη Χαλκούση συνεργάστηκε για χρόνια με τον Βασίλη Λογοθετίδη.

Στους αντίποδες όλων αυτών βρισκόταν ο Βασίλης Λογοθετίδης, που η ανοιχτοχεριά και η ανιδιοτέλειά του θα τον έκαναν ασφαλώς να πεθάνει πάνω στην ψάθα, αν δεν πέθαινε πάνω στην ακμή του.
Γιατί ο Βασίλης Λογοθετίδης πεθαίνοντας δεν άφησε τίποτα!
Κι όμως εργάστηκε συνεχώς, δίχως μιας ώρας ανάπαυλα, από το 1919 ως την ημέρα που πέθανε: 20 Σεπτεμβρίου του 1960.

Ήταν ακριβώς φθινόπωρο του 1957 όταν χρειάστηκε να χειρουργηθεί για να βγάλει τη χοληδόχο κύστη του.
Σταμάτησε τις παραστάσεις της θερινής περιόδου στις 25 Σεπτεμβρίου στο θέατρο Παρκ και, με την προοπτική μιας σύντομης παραμονής στον Ευαγγελισμό, ανανέωσε τα συμβόλαια των ηθοποιών του για τη χειμερινή περίοδο από τις 5 Οκτωβρίου.
Όμως, μετά την εγχείρηση, ο Θωμάς Δοξιάδης του συνέστησε να μείνει στο κρεβάτι άλλη μια βδομάδα και να μη βιαστεί να βγει, ώστε να αποθεραπευθεί τελείως, προτού ξεκινήσει για την κοπιαστική δουλειά της χειμερινής περιόδου, πρόβες, διπλές παραστάσεις κάθε μέρα έργων που απαιτούσαν τη διαρκή παρουσία του στη σκηνή, τα γνωστά τρεχάματα, τα γέλια, τα ξεφωνητά, το τάνισμα των νεύρων , την αδιάλειπτη σωματική και πνευματική υπερένταση!  
Οι συνεργάτες του, που του ήταν αφοσιωμένοι, σκέφτηκαν να μη ζητήσουν την εφαρμογή του συμβολαίου τους από τις 5 Οκτωβρίου, αλλά να αναβάλουν κι αυτοί τις απαιτήσεις τους για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.
Ανέλαβαν λοιπόν, δυο απ’ αυτούς –οι στενότερα δεμένοι μαζί του- ο Ευάγγελος Πρωτοπαππάς και ο Μιχάλης Παπαδάκης, να τον επισκεφτούν στον Ευαγγελισμό και να του αναγγείλουν με πολλή λεπτότητα την απόφασή τους.
(…) Δεν πρόφτασαν να τελειώσουν! Ο Βασίλης πετάχτηκε από το κρεβάτι του σαν να τον είχαν χαστουκίσει.
-Ποιος (και είπε μια χοντρή για το 1957 λέξη) σκέφτηκε αυτή τη βλακεία; Επειδή δηλαδή είμαι εγώ σαράβαλο και πότε το στομάχι μου (είχε επανειλημμένα εγχειριστεί για έλκος του στομάχου), πότε οι χολές μου, πότε κάτι άλλο, πρέπει εσείς να πεινάσετε; Φέρε μου γρήγορα από το συρτάρι της ντουλάπας ένα τεφτεράκι που βρίσκεται εκεί μέσα! (Ήταν ένα βιβλιάριο ταμιευτηρίου). Πόσα λεφτά χρειάζονται για να πληρωθείτε όλοι σας;
Έκανε το λογαριασμό, έγραψε μια επιταγή –αφήνοντας ένα αξιοθρήνητο υπόλοιπο- και την έδωσε στους κομιστές της πρότασης των ηθοποιών του.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Η Σμάρω Στεφανίδου θυμάται τον θάνατο και την κηδεία του Λογοθετίδη

Παίζαμε, αν δεν απατώμαι, ένα έργο του Τζαβέλα, «Η Γυνή να φοβήται τον Άντρα», ήταν η τελευταία παράσταση νομίζω, ή η προτελευταία, και πήγα εκεί, και βγαίνει η ταμίας και μου λέει, έτσι στεγνά, από αυτά που δεν τα πιστεύει κανείς, «Ο Λογοθετίδης πέθανε!»… τι αντίδραση, δε θυμάμαι… δεν το πίστεψα… ανέβηκα πάνω κι όταν το διαπίστωσα αυτό το πράγμα… ήταν πολύ θλιβερό… Η δε κηδεία του ήταν ένα πράγμα… τι να σου πω δηλαδή, όλη η Αθήνα τον ακολούθησε… τον αγαπούσανε πολύ, ήταν αξιαγάπητος… και τον ραίνανε με λουλούδια και, θα σου φανεί περίεργο, γελούσανε και χειροκροτούσανε! Λες κι είχε την τελευταία του πρεμιέρα.

ΣΜΑΡΩ ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ
από την εκπομπή της ΕΡΤ
Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΛΑΜΠΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Σμάρω Στεφανίδου (1913-2010)

Ο Γιώργος Λαζαρίδης είχε ζητήσει από τον Λογοθετίδη να παίξει στην ταινία «Ένας βλάκας και μισός» μια και ήταν από τις μεγαλύτερες θεατρικές του επιτυχίες.

Θυμάμαι σαν τώρα τη σκηνή, όταν τον περίμενα στο καμαρίνι να τελειώσει την παράσταση. Έπαιζε τότε στο θέατρο «Αθηνών» την κωμωδία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» και όταν έκλεισε η αυλαία ήρθε στο καμαρίνι του μούσκεμα στον ιδρώτα και σωριάστηκε πτώμα σε μια καρέκλα. Άκουσε ευγενικά την πρότασή μου και με κοίταξε με ένα βλέμμα που ήταν παράπονο και μαζί αποδοχή της μοίρας, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω:
-Γιατί να σε κάψω; Μου είπε. Φοβάμαι ότι δε θα προλάβω να σου τελειώσω το γύρισμα, είμαι πολύ κουρασμένος.
Είχε πάρει το μήνυμα. Σε ένα μήνα πέθανε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ «ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ, ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΙΝΕΜΑ»
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

Ίλυα Λιβυκού (1919-2002)
Έστω και μετά το θάνατο του Λογοθετίδη, ο Γιώργος Λαζαρίδης της ζήτησε να πρωταγωνιστήσει στην ταινία «Ενα βλάκας και μισός». Η Λιβυκού αρνήθηκε λέγοντας: «Μου είναι αδύνατο να παίξω το έργο χωρίς τον Βασίλη…»

Ο Μ. Καραγάτσης ήταν πάντα επαινετικός στις θεατρικές κριτικές που έγραφε για τον Βασίλη Λογοθετίδη. Παρακάτω δημοσιεύουμε δύο αποσπάσματα από κριτικές του, στις οποίες εξυμνεί το ταλέντο του Λογοθετίδη, καταφέρνοντας παράλληλα να «σφάξει με το βαμβάκι» τους θεατρικούς συγγραφείς των έργων που ο μεγάλος κωμικός ανέβαζε.

Η θεατρική παραγωγή των Γιαννακοπούλου – Σακελλάριου είναι χωρισμένη θεληματικώς σε δύο σκέλη. Το πρώτο αντιπροσωπεύεται από τον «Ήρωα με τις παντόφλες», την «Δεσποινίδα 39 ετών» και την «Μεγάλη παρένθεση», δηλαδή ένα έργο που κυριαρχεί η πνευματική ποιότης ως σύλληψις του θέματος, αλλά και -κατά σοβαρό ποσοστό- ως χειρισμός. Στο δεύτερο σκέλος πρέπει να κατατάξουμε όλα τα άλλα θεατρικά έργα της δυάδας μηδέ του «Δελησταύρου και Υιός» εξαιρουμένου, που παρουσιάσθηκε προχθές από το θίασο Λογοθετίδη στο θέατρο «Κοτοπούλη». Η σύλληψις και συγγραφή των έργων αυτών έχει ένα και μόνο σκοπό: Πώς, διά της εντέχνου εκμεταλλεύσεως των μεγάλων κωμικών δυνατοτήτων του Λογοθετίδη να προκληθή το άφθονο γέλιο ενός κοινού που δεν έχει αξιώσεις ποιότητος κειμένου για να γελάση.
(…) Παρακολουθώντας προχθές το «Δελησταύρου και Υιός» και γελώντας με την καρδιά μου, αναρωτιόμουν: θα κατόρθωνα άραγε έστω και να μειδιάσω αν τον ρόλο του Λογοθετίδη τον έπαιζε οποιοσδήποτε άλλος από τους ηθοποιούς μας, έστω και ισάξιος του Βασίλη στο ταλέντο; Χμ… Φοβάμαι πως μάλλον θα χασμουριόμουν. Συνεπώς φρονώ ότι πράξις δικαιοσύνης είναι να παραδεχθούμε πως δημιουργοί του «Δελησταύρου και Υιός» δεν είναι μόνον δύο, αλλά τρεις: Γιαννακόπουλος – Σακελλάριος – Λογοθετίδης.
Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ, εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ, 19/10/1951 

Στις «Ερωτικές Βιταμίνες» ο κ. Ρούσσος εβάσισε ολόκληρη την πλοκή του έργου του επάνω σ’ ένα φάρμακο που προκαλούσε γαστροεντερικές διαταραχές. Όπως ήταν επόμενο, η βαρύγδουπη κριτική εστιγμάτισε την κακή τούτη πράξι του συγγραφέα. Το κοινό, όμως, δεν συμφώνησε με την κριτική. Επί, δεν θυμάμαι πόσους, μήνες γέμιζε το θέατρο του κ. Λογοθετίδη με γέλια, και τα θυλάκια του κ. Ρούσσου με ποσοστά. Ύστερ’ απ’ αυτό ο κ. Ρούσσος, πολύ ορθώς σκεπτόμενος, έστειλε εις κόρακας την βαρύγδουπη κριτική κι απεφάσισε να εκμεταλλευθή εντατικώς, και στο επόμενο έργο του, του χρυσωρυχείο του κ. Λογοθετίδη, πίνοντος ρετσινόλαδο, γαστραλγούντος και ανακουφιζομένου εις τα παρασκήνια. Αλλά γιατί στα παρασκήνια; Ο κ. Ρούσσος θα έπρεπε να τολμήση· να διαβή τον Ρουβίκωνα των μικροαστικών προκαταλήψεων της κριτικής και, στο μεθεπόμενο έργο του, να βάλη τον κ. Λογοθετίδη να τα κάνη τα πάντα επί σκηνής. Το μειονέκτημα δημιουργίας κακόσμου ατμοσφαίρας στην πλατεία, μπορεί εξαίσια να εξουδετερωθή διά ραντισμού διαλύματος χλωροφύλλης, η οποία, ως γνωστόν, έχει την ιδιότητα να διαλύη τας μεφιτικάς αναθυμιάσεις του καμπρονικού οξέος.
(…) Εκείνο, πάντως, που πρέπει να εξαρθή είναι η μεγάλη τέχνη του Βασίλη Λογοθετίδη να παίρνη στα χέρια του ένα μη ρόλο και να τον μεταπλάθη σε ρόλο. Συλλογίζομαι τι πραγματική καλλιτεχνική απόλαυσις θα ήταν αν, κάποτε, ο δυναμικός αυτός ηθοποιός απεφάσιζε να ερμηνεύση ένα ρόλο που να είναι ρόλος εκ γενετής.
Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ, εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ, 3/2/1954

από το βιβλίο «Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ 1946-1960»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Advertisements

τα νεκρά όνειρα ενός λαού

30/08/2012

Τίτος Βανδής (1917-2003)

Ο Τίτος Βανδής περιγράφει την «ρομαντική» πλευρά της σκληρής περιόδου της Κατοχής.

Ο χαρακτηρισμός ρομαντική εποχή για τη γερμανική Κατοχή ακούγεται σαν τρέλα αλλά η ανθρώπινη πλευρά που ξεπήδησε από την αγριότητα της Κατοχής με κράτησε αισιόδοξο και με πίστη στον άνθρωπο και στο μέλλον του για το υπόλοιπο της ζωής μου. Κι αυτό το υπόλοιπο δεν είναι ευκαταφρόνητο εξήντα χρόνια. Οι εκτελέσεις, η πείνα, τα βασανιστήρια, η κάθε είδους τρομοκρατία που έσπερναν οι Γερμανοί είχαν ενώσει τον Ελληνικό λαό μ’ έναν τρόπο που έμοιαζε με θαύμα.
(…)
Έβλεπες τους ανθρώπους στο δρόμο σου σαν να ‘βλεπες τους παιδικούς σου φίλους στην ίδια αυλή. Προσπερνούσες έναν άγνωστο κι έπιανες βουβή κουβέντα μαζί του. Άραγε να ‘φαγε; Ζουν οι δικοί του; Έχει αρρώστους στο σπίτι; Δουλεύει; Κλέβει για να ζήσει; Και τελικά κατέληγες ότι είναι κι αυτός σαν και σένα. Δηλαδή καλός μέχρι τελειότητας! Χαμογελούσες και τραβούσες το δρόμο σου ευτυχισμένος, ως την επόμενη γωνιά που εμφανιζόταν μπροστά σου μια γερμανική περίπολος κι η καρδιά σου άρχιζε να χτυπά πάλι και το μυαλό σου να σου δίνει συμβουλές για το προς ποια κατεύθυνση να το βάλεις στα πόδια αν χρειαστεί. Κι αν ήταν μόνο Γερμανοί στην περίπολο δεν υπήρχε τόσος φόβος, αλλά αν είχαν μαζί τους και «Έλληνες» συνεργάτες τότε έπρεπε να ‘σαι προετοιμασμένος για κάθε τι.

Ο Τίτος Βανδής συμμετείχε στη διαδήλωση που διοργάνωσε το ΕΑΜ το Δεκέμβρη του 1944, που σήμανε την έναρξη των Δεκεμβριανών και την απαρχή της προετοιμασίας του εμφύλιου πολέμου:

Στις 3 Δεκεμβρίου έγινε το συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος ενάντια στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ που ζήτησε με διαταγή του ο Σκόμπι. Συγκέντρωση ειρηνόφιλη και υπερνόμιμη. (Είχαμε ζητήσει και μας παραχωρήθηκε άδεια που δεν απαιτούσε ο νόμος).
Ξαφνικά ύστερα από λίγη ώρα, μετά την ολοκλήρωση της συγκέντρωσης στην πλατεία Συντάγμάτος κι ενώ ο κόσμος άκουγε τους ομιλητές, χειροκροτούσε και φώναζε συνθήματα, χωροφύλακες και παρακρατικοί δολοφόνοι, οχυρωμένοι πίσω από τα βρετανικά τανκς, τα παρατεταγμένα μπροστά στα Παλαιά Ανάκτορα, άρχισαν να πυροβολούν ομαδικά στο ειρηνικά συγκεντρωμένο πλήθος. Αποτέλεσμα: Γύρω στους 30 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.

Όμως εκείνη η εκτέλεση, γιατί για εκτέλεση επρόκειτο, βίασε το μυαλό μου με τόσες σκέψεις που οι νεκροί, μ’ όλο που βοήθησα στη μεταφορά τους στο πεζοδρόμιο της οδού Αμαλίας (να τους προφυλάξουμε από τι τάχα;) σχεδόν δεν υπήρχαν στις σκέψεις μου. Κουβαλούσα το νεκρό δεν ένιωθα τον άνθρωπο. Ήταν σαν να κουβαλούσα τα νεκρά όνειρα ενός λαού. Το ξάφνιασμα κράτησε όσο κράτησε ο ήχος της ομοβροντίας. Κινιόμουνα μαζί μ’ όλο τον κόσμο. Έκανα ό,τι κάνουν όλοι. Όμως μετά την παγωμάρα της πρώτης στιγμής ο κόσμος φώναζε και καταριόταν. Εγώ δεν μπορούσα ν’ ανοίξω το στόμα μου. Έβλεπα τους νεκρούς και τους τραυματισμένους μπροστά μου, τους άγγιζα, βοηθούσα, αλλά όλα γίνονταν σαν να μην είχα επίγνωση του τι γινόταν γύρω μου. Όλα γίνονταν μηχανικά, το κορμί μου και το μυαλό μου είχαν μουδιάσει και μόνο μια σκέψη, μια εικόνα είχε ακινητοποιηθεί μπροστά μου. Προδοσία!

ΤΙΤΟΣ ΒΑΝΔΗΣ «ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ο Τίτος Βανδής θυμάται μια περιοδεία με το θίασο της κ. Κατερίνας την περίοδο 1946-47

Δε θυμάμαι την τιμή του εισιτηρίου εκείνης της εποχής, αλλά ξέρω ότι με τα λεφτά που έπαιρνα μπορούσα να πληρώσω δυο μερίδες λαδερά, όσπρια ή μακαρόνια. Τα όσπρια με ψωμί και κρεμμύδι ήταν τα πιο χορταστικά κι αυτά έτρωγα κάθε μέρα. Πολλές φορές κολάτσιζα με ελιές και σκόρδο που τραβάει ψωμί. Κι αυτό το κάναν κι άλλοι συνάδελφοι κι έτσι η Κατερίνα που μισούσε το σκόρδο μαρτυρούσε, αλλά αντί να μας νοιάζει μάλλον το διασκεδάζαμε. Αυτή έτρωγε κάθε μέρα τη μπριζόλα της. Ας μας έδινε και μας καμιά δεκάρα. Χρόνια θησαύριζε από τη δουλειά μας και αποταμίευε.
Κάποτε νευρίασε τόσο πολύ που ξέσπασε και σχεδόν με λυγμούς από την αγανάχτησή της μας φώναξε:
-Οι άνθρωποι δεν έρχονται στο θέατρο όχι γιατί φοβούνται το Στρατιωτικό Νόμο, αλλά γιατί δεν αντέχουν το σκόρδο σας.
Όμως και πάλι δεν μας έδωσε δεκάρα. Το μόνο που μας πλήρωσε -και τα κράτησε βέβαια αργότερα- ήταν το ξενοδοχείο γιατί έπρεπε να πάει στις επόμενες πόλεις όπου είχε υπογράψει συμβόλαια με τους θεατρώνες. 

ΤΙΤΟΣ ΒΑΝΔΗΣ «ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Στη μνήμη δεν μένουν μόνο οι πετυχημένες παραστάσεις, αλλά και οι αποτυχημένες. Μια τέτοια αποτυχημένη παράσταση, στην οποία συμμετείχε ο Τίτος Βανδής το 1949, ήταν το «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» που ανέβηκε από το θίασο της κ. Κατερίνας. Το έργο παίχτηκε μόνο για 6 παραστάσεις.

Εκείνο όμως που έφερε την καταστροφή ήταν οι κομπάρσοι που ήρθαν στις τελευταίες πρόβες και έκαναν με το σκηνικό στημένο μόνο μια πρόβα. Ακόμα μια ευκαιρία για τον Καραντινό να ζητήσει αναβολή ή να παραιτηθεί. Δεν το έκανε. Έγινε λοιπόν η παράσταση. Μπλεχτήκαν οι στρατοί του Αντώνιου και του Οκτάβιου. Βγαίναν και οι δυο απ’ αριστερά ή από δεξιά και δεν ξέρω αν αντιμετωπίστηκαν ποτέ. Για μια στιγμή βγάζω το σπαθί μου τρέχοντας και φωνάζοντας «Χτυπάτε τους». Γυρίζω να δω και βλέπω να με ακολουθεί ο στρατός του Αντώνιου κι όχι ο δικός μου.
Αλλά εκείνος που έκλεψε την παράσταση ήταν ο Βάχλας, που υποτίθεται πως σκοτώνεται και πέφτει. Κάποιος κομπάρσος που έτρεχε δίπλα του, τον έσπρωξε κι ο Βάχλας έπεσε χάνοντας τον έλεγχο και σηκώθηκε η χλαμύδα και το χιτώνιό του. Δυστυχώς το σώβρακό του ήταν φαρδύ. Βγήκαν όλα στη φόρα και έμειναν σε κοινή θέα ώσπου να κλείσει η αυλαία. «Να ένας πολεμιστής με αρ…» φώναξε κάποιος από την πλατεία κι αυτό έβγαλε την παράσταση νοκ-άουτ. 

ΤΙΤΟΣ ΒΑΝΔΗΣ «ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ 

ένα άτομο παρατημένο από ανθρώπινες φιλοδοξίες

29/08/2012

Σαπφώ Νοταρά (1907-1985)

Ήταν μια γυναίκα η οποία πραγματικά αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη της σε ένα μικροαστικό ή αστικό τρόπο ζωής… Τελείωσε το πανεπιστήμιο –από τις λίγες γυναίκες τότε-, τη Βιομηχανική Σχολή. Δούλευε στην Τράπεζα, έκανε χορό, και ξαφνικά αποφάσισε να βγει στο θέατρο, αλλάζοντας το όνομά της… αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήτανε Xανδάνου… και έκτοτε ήταν σαν να αποσύρθηκε από τον κόσμο, έγινε σαν ιερό πρόσωπο, δηλαδή έβλεπε όλη την ίντριγκα που γινότανε γύρω της και δεν ήθελε να συμμετάσχει, για να μη χάσει μια βαθύτερη αγνότητα που είχε.
(
…) Μου είπε ότι το ’35 στην Αίγυπτο είχε ερωτευθεί έναν εργοστασιάρχη, όχι, την είχε ερωτευθεί ένας εργοστασιάρχης και της έλεγε να τον παντρευτεί και θα της έχτιζε τρία θέατρα, αλλά αυτή δεν τον αγαπούσε και τον είχε διώξει, κι εγώ της είπα: «Σαπφώ, έπρεπε να θυσιαστείς για την τέχνη, βρε παιδί μου, τώρα θα είχες τρία θέατρα» και μου είπε ότι είμαι ένας βλαξ, διότι ο εργοστασιάρχης αυτός ήτανε χημικός, είχε κάνει πειράματα κι είχε παραμορφωθεί κι είχε γίνει σαν τον Φρανκεστάιν!… Ύστερα μου είπε ότι είχε ερωτευτεί έναν αντάρτη, τον αγαπούσε και ότι αυτός χάθηκε στον εμφύλιο.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΙΩΤΗΣ
από την εκπομπή της ΕΡΤ
ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ 

Πολλές φορές μου είπε ότι παρασύρθηκε από μια επιτυχία που είχε όταν άρχισε να μιλάει  κάπως έτσι, με αυτό το χαρακτηριστικό ύφος, γιατί δε μιλούσε έτσι η γυναίκα και έγινε ένας τύπος, και έχασα, μου λέει, όλο το μέλλον μου και όλα τα «νερά μου».
ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ
από την εκπομπή της ΕΡΤ
Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΛΑΜΠΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Το άβατο της μοναξιάς της δεν το πάτησε ποτέ κανείς. Στη διάρκεια της ημέρας την έβλεπες συχνά να κάθεται μονάχη της στο τραπεζάκι κάποιου καφενείου, να μηρυκάζει τη θλίψη της, να ηλεκτρίζεται στη θέα των απόμαχων της ζωής και να καπνίζει τα κόκκινα τσιγάρα της. Οι άνθρωποι του θεάματος δεν της φέρθηκαν καλά, δεν εκτίμησαν το ταλέντο της, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τον αρχαίο σπαραγμό της. Εκείνη την πρώτη μεταπολεμική περίοδο των αιωνίως ερωτευμένων νεαρών πλάι στις ακρογιαλιές και μέσα στα σπορ αυτοκίνητα, πίσω από τη βροντερή και βραχνή φωνή της υπηρέτριας και σπιτονοικοκυράς, που της έδιναν να παίζει στον κινηματογράφο υπήρχε ένα άτομο παρατημένο από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες των ημερών. Με μια παράξενη ανθρωπιά και αγνότητα, που έκανε τους ρόλους της τόσο πιστευτούς, γιατί έδινε στις λέξεις ύλη, όταν φώναζε «μπουρλότο!». Ο Γιάννης Τσαρούχης συνέλαβε το πραγματικό της ταλέντο και της δίνει το ρόλο της κορυφαίας του χορού αλλά και όλα τα χορικά των «Τρωάδων». Υπέφερε από σοβαρή αρθρίτιδα και σάκχαρο, λόγω των γλυκών που έτρωγε συχνά για να ξεγελά την πείνα της λόγω των πενιχρών εσόδων της. Κανένας πολιτιστικός ή κρατικός φορέας δε νοιάστηκε γι΄ αυτήν. Άλλωστε η πλειοψηφία των συναδέλφων της τη θεωρούσε απλά ένα κωμικό πρόσωπο. Ενώ στεκόταν πεθαμένη στην ψάθινη καρέκλα της, η ανοιχτή τηλεόραση συνέχιζε να παίζει αδιάφορη, πουλώντας ψεύτικα όνειρα και πιπεράτα σκάνδαλα στα θύματα της νέας εποχής.
ΝΙΚΟΣ ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ
από το http://www.cinemainfo.gr/actors/greekactors/sapfonotara/index.html

Η Σαπφώ Νοταρά και ο Γιάννης Τσαρούχης συνδέονταν φιλικά και βρίσκονταν συχνά σε ζαχαροπλαστείο της Φωκίωνος Νέγρη.

Ένα βράδυ η Σαπφώ Νοταρά έφυγε νωρίς για ύπνο. Ο Τσαρούχης σκαρφίστηκε φάρσα. Άφησε να περάσει καμιά ώρα και πήγανε όλοι μαζί στο τηλέφωνο του μαγαζιού. Σχημάτισε τον αριθμό της κι όταν απάντησε νυσταγμένα, όπως έκανε στην «Χαρτοπαίχτρα», της είπε με βαθιά, απόκοσμη φωνή:
«Σαπφωωώ, κοιμάσαι; Ξύπνα»
«Ποιός είναι, καλέ;» απάντησε παραξενεμένη εκείνη.
Ο Τσαρούχης συνέχισε με την ίδια φωνή, αλλά ενα ..προδοτικά μοιραίο λάθος!
«Είμαι ο Αγχάγγελος και έγχομαι να σε πάγω».
Για να πέσει η εκπληκτική ατάκα:

«Αρχάγγελο και πούστη, πρώτη φορά βλέπω»!

από το
http://theopeppasblog.pblogs.gr/2011/03/otan-o-tsaroyhhs-ekane-farsa-sthn-sapfw.html

Η Σαπφώ Νοταρά συμμετείχε, όπως και η Σμάρω Στεφανίδου, στην παράσταση «Τρωάδες» που ανέβασε στο θέατρο της οδού Καπλανών, το 1977, ο Γιάννης Τσαρούχης. 

Όλα τα δίναμε στην πρόβα. Όλα τα δώσαμε στην παράσταση, στο όμορφο θεατράκι της οδού Καπλανών που έφτιαξε. Είκοσι μέρες αλησμόνητες. Επιτυχία. Η Σαπφώ θαυμάσια. Νιάτα πλημμύριζαν τις κερκίδες. Νιάτα ορμούσαν στα καμαρίνια, αμέσως μετά το Ράλι Αντίκα. Τελείωνε η παράσταση και έτρεχαν η Σμάρω και η Σαπφώ, τα δυο ερείπια του έργου, να παραβγεί η μια την άλλη, σαν παιδούλες πάνω στο σανίδι ποια θα βγει πρώτη, να πάρει το ξέσπασμα από το χειροκρότημα. Έτσι είχε βαφτίσει το χαιρετισμό μας ο Τσαρούχης: «Γάλι-Αντίκα».

ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ «ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ ΒΕΡΣΑΤΖΕ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 Σαπφώ Νοταρά και Σμάρω Στεφανίδου στην παράσταση Τρωάδες (1977) του Γιάννη Τσαρούχη
από το
http://www.facebook.com/media/set/comments/?set=a.250799218278977.83982.250517184973847

θεέ μου, φύλαξε τους γονείς μου και τον κύριο Φωτόπουλο

28/08/2012


Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986)

Μάθημα ιστορίας η ζωή του Μίμη Φωτόπουλου.
Ο πατέρας του γύρισε φυματικός από τον πόλεμο του 1912-13 και σε 40 μέρες πέθανε. Λίγο αργότερα πέθανε και η αδελφούλα του από κάποια παιδική ασθένεια, άγνωστο ποια.
Μετά από αυτά τα γεγονότα η μητέρα του αποφάσισε να πάρει τον ίδιο και τον αδελφό του και να μετακομίσουν στο Αίγιο. Εκεί, κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, έζησε τον ναυτικό αποκλεισμό των Αγγλογάλλων. Η οικογένεια επέζησε χάρη σε ένα τσουβάλι στάρι που έστειλαν από τα Καλάβρυτα οι αδελφές της γιαγιάς του.
Επόμενος σταθμός της οικογένειας η Αθήνα, κοντά στις αδελφές της μητέρας του που ήταν μοδίστρες όπως και η ίδια η μητέρα του. Στην Αθήνα έζησε τα ζεστά αθηναϊκά καλοκαίρια που ο νερουλάς ερχόταν μια φορά την εβδομάδα να ανοίξει τη βρύση της γειτονιάς και τρέχανε οι νοικοκυρές να πιάσουνε θέση στην ουρά, ώστε να γεμίσουν κανάτια, στάμνες και τενεκέδες. Διασκέδαση εκείνη την εποχή ήταν οι υπαίθριοι κινηματογράφοι και οι παραστάσεις του Καραγκιόζη. Τις Απόκριες ντύνονταν όλοι στη γειτονιά μασκαράδες, ενώ την Καθαρά Δευτέρα έφευγαν «μακρινές» εκδρομές στο Γαλάτσι ή στο δάσος του Χαλανδρίου. Άπλωναν κάτω κουβέρτες και κουρελούδες κι έτρωγαν νηστήσιμα πίνοντας κρασί. Ύστερα γέμιζαν οι ουρανοί αυτοσχέδιους χαρταετούς.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Φωτόπουλος είδε τους ρακένδυτους πρόσφυγες να φτάνουν στην Αθήνα, με τους τρισάθλιους μπόγους, και «την απόγνωση ζωγραφισμένη στα μάτια τους». Επειδή οι πρόσφυγες είχαν στεγαστεί και σε σχολεία, τα παιδιά έκαναν μάθημα στο ύπαιθρο. Όταν έβρεχε έκαναν μάθημα στην εκκλησία. Οι γυναικωνίτες όμως είχαν πρόσφυγες επάνω που έκαναν ησυχία ώστε να κάνουν μάθημα τα παιδιά!
Το Νοέμβρη του 1922 άκουσε τους γείτονες να λένε πως ήρθαν να πάρουν για εκτέλεση τον πρώην πρωθυπουργό, Δημήτριο Γούναρη που νοσηλευόταν σε μια γειτονική κλινική στην οδό Ασκληπιού.
Τέσσερα ή πέντε γειτονόπουλα, φίλοι του, πέθαναν από φυματίωση, γι’ αυτό η μητέρα του, μόλις έλαβε μια κληρονομιά, προτίμησε, αντί ν’ αγοράσει σπίτι, με τα λεφτά αυτά να τον στέλνει κάθε καλοκαίρι για τρεις μήνες στην Φτέρη, πάνω από το Αίγιο, ένα πανέμορφο χωριό μέσα στα έλατα. Εκεί περνούσε τα καλοκαίρια του δίπλα στα πλουσιόπαιδα της εποχής.

Και φτάνει η Κατοχή:

Το καλοκαίρι του ’41 μαζευόμαστε ο Λεμός, η Γιατρά, η Γαρμπή, ο Χαραλαμπίδης, η Μεταξά, ο Καλλίδης, η Φανή Νικολαϊδου, ο Φύριος, ο Πούντας, εγώ και μερικοί άλλοι και στήνουμε τη σημαία μας στη “Νανά”, έναν κινηματογράφο της οδού Βουλιαγμένης. Παίζουμε οι αθεόφοβοι, όλο το καλοκαίρι μέσα στα πρώτα …σκιρτήματα της πείνας, 52 έργα όλων των ειδών και ποιοτήτων. Κατά μέσο όρο τέσσερα έργα τη βδομάδα -από “Δύο ορφανές” μέχρι “Οθέλο”. Και τα βράδια, μετά την παράσταση, φεύγαμε μισοβαμμένοι και τρέχοντας πριν σταματήσει η κυκλοφορία. Έκανα τη διαδρομή από οδό Βουλιαγμένης – Πευκάκια σε είκοσι λεπτά. Φυσικά με τα πόδια. Γι’ αυτό λέω ότι το “τζόκινγκ” είναι κατοχική εφεύρεση.
Κι έρχεται ο χειμώνας του ’41. Εγώ πια αισθάνομαι ανάλαφρος και αεράτος σαν πούπουλο. Είναι από την πείνα. Κοντεύω να γίνω οδοντογλυφίδα. Μια μέρα τα μαζεύω και πάω στο Κιάτο απ’ όπου φέρνω δυο τσουβάλια σταφίδα για τους δικούς μου. Με τη σταφίδα καλμάρω λιγάκι, σκέφτομαι ψύχραιμα και φεύγω –Φλεβάρης του ’42- μ’ ένα μπουλούκι για το Ναύπλιο. Και ως συνήθως τα βρίσκουμε άλλη μια φορά σκούρα. Μας σώζουν τρεις παραστάσεις που δώσαμε για τους Ιταλούς στρατιώτες. Εμείς παίζαμε κάτι παμπάλαια νούμερα κι αυτοί δεν καταλαβαίνανε τίποτα. Είχαμε όμως και μια ντιζέζ, τη Ρενή Χανούμ, που τραγούδαγε ιταλικά τραγούδια με συνοδεία ορχήστρας αποτελουμένης από ένα ακορντεόν!
Μα πληρώνανε σε είδος. Φασόλια, ρύζι, μακαρόνια, τυρί και πανιότες. Πανδαισία.

ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1945 ο Φωτόπουλος συνελήφθη από την αστυνομία, ως αριστερός, με μοναδικό επιβαρυντικό στοιχείο την κατάθεση ενός ταξιθέτη κάποιου θεάτρου στο οποίο είχε δουλέψει στο παρελθόν. Παραδόθηκε στους Άγγλους οι οποίοι τον μετέφεραν, με αρκετούς ακόμα αριστερούς, στην Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου, όπου παρέμεινε φυλακισμένος για τρεις μήνες.  

Εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξάνδρεια ανοίξανε -έτσι σαν στόμα του Άδη- οι αγκαθωτές πόρτες του στρατοπέδου. Είχαμε φτάσει στην Ελ Ντάμπα. Τέλος του ταξιδιού μας, συνέχεια του μαρτυρίου μας.
Μπήκαμε στη σειρά δυο χιλιάδες φοβερά ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Έξι χιλιάδες όμηροι που βρισκόντουσαν στα κλουβιά, κατά μήκος ενός μεγάλου δρόμου, πλησιάσανε όλοι στα σύρματα, γαντζωθήκανε ο ένας πάνω στον άλλο -πουλιά φυλακισμένα- κι άρχισαν να φωνάζουν, να ρωτάνε απεγνωσμένα:
-Κώστα, Κώστα, μήπως είδες τη γυναίκα μου; ο ένας.
-Είναι κανείς σας από το Παγκράτι; ο άλλος.
-Ρε Γιώργη, τα παιδιά μου τι κάνουνε; ο τρίτος.
-Απ’ το Κατσιπόδι ποιος είναι; ο τέταρτος.
-Πατέρα, πατέρα… εδώ είμαι…, ο πέμπτος.
-Η μάνα μου ζει, Πέτρο;
Ο έκτος…ο έβδομος… ο όγδοος… Έξι χιλιάδες στόματα μόνο ρωτούσανε για μάνες, για παιδιά, για αδέλφια – σπίτια διαλυμένα.

ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Ήταν ένας πολύ ωραίος δάσκαλος στη δραματική σχολή, ο πατέρας της Αλκαίου, ο Παπαγεωργίου. Και όταν με απέρριψαν στην πρώτη τάξη, του λέω: «Να ξανάρθω;» «Να ξανάρθεις», μου λέει, «θα γίνεις κωμικός. Η μούρη σου είναι σαν… τρίφτης».

Στην Κύπρο, όταν έπαιζα στη Λάρνακα, με πλησίασε ένας παππούς με το εγγονάκι του.
-Ήθελε να σας γνωρίσει από κοντά, μου λέει. Δε θα το πιστέψετε, αλλά κάθε που κάνει την προσευχή του, λέει: «Θεέ μου, φύλαξε τον πατέρα μου, τη μητέρα μου και τον κύριο Φωτόπουλο…

ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

άσχημη σε θέλω!

27/08/2012

Εγκαινιάζουμε σήμερα μια σειρά αναρτήσεων αφιερωμένη σε δημοφιλείς Έλληνες και Ελληνίδες ηθοποιούς. Πρώτη ηθοποιός του αφιερώματος η Γεωργία Βασιλειάδου.

Γεωργία Βασιλειάδου (1897-1980)

Κάποτε ο Νίκος Τσιφόρος ρώτησε τη Γεωργία Βασιλειάδου: «Βρε, Γεωργία, το σκέφτηκες να πας να κάνεις πλαστική στο πρόσωπο;»
Και η Βασιλειάδου του απάντησε: «Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι άμα τις έπαιζα;»

Η Γεωργία Βασιλειάδου ήταν πολύ θρήσκα. Κάποτε ο σκηνοθέτης Απόστολος Τεγόπουλος της ζήτησε να κάνουν γύρισμα την Μεγάλη Παρασκευή. Και η Βασιλειάδου του απάντησε: «Καλά όλοι οι άλλοι, αλλά κι εσύ, βρε παιδί μου, θα δουλέψεις με σταυρωμένο τον Χριστό;»

Όταν την ρώτησε ο Σταμάτης Φιλιπούλης τι θα ήθελε να ήταν, αν δεν ήταν αυτή που ήταν, εκείνη απάντησε: «Πάλι ηθοποιός και φυσικά πάλι άσχημη!»

Το 1925 την είδε να παίζει η Μαρίκα Κοτοπούλη και της πρότεινε να προσληφθεί στο θίασό της. «Εδώ είσαι ένα διαμάντι κρυμμένο στα κάρβουνα. Θα σε πάρω εγώ, να σε βγάλω όξω» της είπε.

Το 1927 συμμετείχε στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, που ανέβασε ο θίασος της Κοτοπούλη στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Η Γεωργία Βασιλειάδου έπεισε τη μητέρα της να έρθει να δει την παράσταση. Όταν στο τέλος τη ρώτησε ποιες ήταν οι εντυπώσεις της από την παράσταση η μητέρα της της είπε: «Τι να σου πω, βρε παιδί μου, εγώ μονάχα εσένα άκουγα!» 

Τη δεκαετία του ’30 η Βασιλειάδου έκανε αίτηση να προσληφθεί στο Εθνικό Θέατρο που απορρίφθηκε γιατί οι ιθύνοντες δεν ενέκριναν το γεγονός πως μεγάλωνε μόνη της το παιδί της.
(Η Βασιλειάδου είχε πάρει διαζύγιο από τον πρώτο της άντρα. Ξαναπαντρεύτηκε μετά τον πόλεμο, σε ηλικία 48 ετών)

Αμέσως μετά την απελευθέρωση η οικονομική της κατάσταση παρέμεινε δύσκολη. Όταν έβρισκε φασόλια τα μαγείρευε για την οικογένειά της. Η φασολάδα όμως μύριζε σε όλη τη γειτονιά κι έφταναν τα παιδάκια απ΄ τα γύρω χαμόσπιτα να την παρακαλέσουν να τους δώσει να φάνε. Πάντα έδινε και σχολίαζε: «Εγώ δίνω κι ο Θεός μου τα δίνει απ’ αλλού».

Η καριέρα της άνθισε μετά την επιτυχία που γνώρισε με την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» το 1948. Τότε ξεκίνησε και η συνεργασία της με τον Φίνο. Κάποια φορά που η Βασιλειάδου εμφανίστηκε στο γραφείο του περιποιημένη και καλοντυμένη, ο Φίνος της είπε: «Τι είναι αυτά; Θέλεις να χάσεις το ψωμί σου; Εγώ δε σε θέλω έτσι. Άσχημη, σε θέλω!»

οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο της Βιβής Ζωγράφου «Γεωργία Βασιλειάδου – Η Ωραία των Αθηνών»
Εκδόσεις ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Μου εδιηγήτο, όταν πρωτοβγήκε στο θέατρο, πόσο πόνεσε, πόσο σκληρές στιγμές πέρασε. Θυμάμαι που μου έλεγε, έμενε κάπου Κουμουνδούρου, και μου ‘λεγε ότι «για να πάω στο θέατρο, τα παπούτσια μου ήταν τρύπια και μέσα έβαζα χαρτί για να κλείσω την τρύπα μέχρι να ανεβώ την Αγίου Κωνσταντίνου να φτάσω στο θέατρο». Πέρασε πολύ σκληρές στιγμές, όμως κάποτε βρήκε το δρόμο της, γιατί ήταν ταλέντο η γυναίκα και το ταλέντο ποτέ δε χάνεται.

από διήγηση της Αθηνάς Μερτύρη στην εκπομπή της ΕΡΤ:
Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΛΑΜΠΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ