Archive for Δεκέμβριος 2012

εγώ, ο Ταλθύβιος

27/12/2012

Με λένε Ταλθύβιο κι ήμουν ο έμπιστος κήρυκας του βασιλιά Αγαμέμνονα. Δέκα χρόνια, όσο κράτησε ο πόλεμος, βρισκόμουν πάντα στο πλευρό του. Αργότερα τον ακολούθησα στην επιστροφή του στο Άργος κι έγινα μάρτυρας σε γεγονότα που δε θέλω να θυμάμαι γιατί μαυρίζουν την ψυχή μου, μα όσο κι αν προσπαθώ να τα ξεχάσω, δε γίνεται, δυστυχώς η μνήμη μου παραμένει ακόμα τόσο δυνατή όσο η φωνή μου και τα πνευμόνια μου.
Φόβος τι θα πει δε γνώρισα ποτέ, εκτός από μια φορά, που μ’ έστειλε ο αφέντης μου να πάρω τη Βρισηίδα απ’ τον φτεροπόδαρο Αχιλλέα. Κι απ’ την ταραχή μου καθόμουν ασάλευτος κι αμίλητος μπροστά του μέχρι που κατάλαβε εκείνος τι θέλω κι είπε στον διογέννητο Πάτροκλο, να φέρει έξω την όμορφη κοπέλα.

Όμως άλλα θα σας εξιστορήσω σήμερα. Αυτά που συνέβησαν μετά το πάρσιμο της Τροίας. Ναι, όρμησα κι εγώ σα μανιασμένο θηρίο κι άρπαξα και σκότωσα και βίασα μα δε θα ‘κανα ποτέ μου κάτι που θα πρόσβαλε τους θεούς του Ολύμπου, όπως ο Αίας ο Λοκρός που έσυρε με τη βία έξω από το ναό της Αθηνάς την Κασσάνδρα κι έκανε τη θεά να οργιστεί μαζί μας και να ζητήσει από τον Ποσειδώνα να μας ρίξει στην επιστροφή φουρτούνες και θύελλες και κεραυνούς.
Τότε όμως δεν τα σκεφτόμασταν αυτά, κανείς δεν έβαλε στο νου του τις συνέπειες των πράξεων μας κι όταν κόπασε το πάθος και ξεφούντωσε η οργή μας, κάθισαν και σκέφτηκαν οι άρχοντές μας πώς θα ξεδιαλέξουν τις γυναίκες της Τροίας που βρίσκονταν αιχμάλωτες στα χέρια μας· ποια θα πάρει ο καθένας τους. Κι είπαν να βάλουν κλήρο. Κι ύστερα έστειλαν εμένα να ανακοινώσω τα αποτελέσμα στις Τρωάδες. Μα όταν είδα μπροστά μου την βαριόμοιρη Εκάβη, τη βασίλισσα της Τροίας, τη δοξασμένη γύναικα του Πρίαμου, που την είχα αντικρίσει πολλές φορές στις δόξες της και στα καλά της, -δεν ήταν λίγες οι φορές που μ’ είχε στείλει ο αφέντης μου να μιλήσω στον ίδιο τον Πρίαμο- κι είχα θαμπωθεί απ’ την αρχοντιά της, όταν την είδα λοιπόν μπροστά μου, σωριασμένη καταγής, ντυμένη με κουρέλια σα καμιά ζητιάνα, μου κόπηκε η μιλιά. Εγώ, ο ξακουστός, βροντόφωνος Ταλθύβιος, που μόνο μπροστά στον ισόθεο Αχιλλέα είχα νιώσει ταραχή, τώρα, μπροστά σε μια γυναίκα, ένιωθα ντροπή και λύπη:

«ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Βγήκε πια ο λαχνός, αν αυτός ήταν ο φόβος σας.
ΕΚΑΒΗ: Αχ, ποια πόλη της Θεσσαλίας ή της Φθιώτιδας ή της Καδμείας χώρας έχεις να μας πεις;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Χώρια την κάθε μια κι όχι όλες μαζί έχει δώσει ο κλήρος σε χωριστόν αφέντη.
ΕΚΑΒΗ: Ποιανού έλαχε η καθεμιά;  Ποιαν από μας προσμένει τύχη μαλακή;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Ξέρω, μα ρώτα με με τη σειρά, όχι για όλα μαζί.
ΕΚΑΒΗ: Ποιανού έλαχε η κόρη μου; Πες μου για την άμοιρη Κασσάνδρα.
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Έξω από τη μοιρασιά ο αφέντης ο Αγαμέμνονας την πήρε.
ΕΚΑΒΗ: Τι; Σκλάβα της Λακεδαιμόνισσας; Ω! δυστυχία μου!
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Όχι, με για κρυφό του ταίρι στο κρεβάτι.
ΕΚΑΒΗ: Τι; Την παρθένα την αγαπημένη από τον Φοίβο, που της χάρισε ο χρυσομάλλης την τιμή να περάσει τη ζωή της μακριά από κρεβάτι αντρός;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Ο Έρωτας¹ τον σαΐτεψε για την κόρη τη θεόπνευστη
ΕΚΑΒΗ: Πέτα τα, παιδί μου, τα ιερά κλαδιά και βγάλε από πάνω σου τα ιερά στεφάνια που τα φορείς για στολισμό σου.
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Για λίγο τόχεις σε βασιλικό κλινάρι να πλαγιάσει;
ΕΚΑΒΗ: Και την κόρη που τώρα μόλις μου την πήρατε, τι μου την κάνατε; Πού μου βρίσκεται;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Για την Πολυξένη ρώτησες; Για ποια μιλείς;
ΕΚΑΒΗ: Γι’ αυτήν. Με ποιον την έσμιξε ο λαχνός;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Τον τύμβο του Αχιλλέα είναι βαλμένη να υπηρετεί.
ΕΚΑΒΗ: Δυστυχία μου! (…)
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Καλοτύχιζε την κόρη σου. Απαλλάχτηκε απ’ τα βάσανα.
ΕΚΑΒΗ: Τι είναι αυτό που είπες; Βλέπει τον ήλιο;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Με την τωρινή της τύχη είναι γλυτωμένη από τις συμφορές.»
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, «ΤΡΩΑΔΕΣ»
Μετάφραση Α. Παπαχαρίσης
¹Άλλη μια καινοτομία του Ευριπίδη: Για πρώτη φορά στο θέατρο, ο έρωτας γίνεται κίνητρο των πράξεων των ηρώων.

Δε  βρήκα το κουράγιο να της πω ότι η κόρη της, η Πολυξένη ήταν νεκρή. Είχα άλλα να της αναγγείλω, πόσα θα μπορούσε να αντέξει η βαριόμοιρη Εκάβη. Έπρεπε να της πω για τη γυναίκα του Έκτορα, την Ανδρομάχη, που την είχε επιλέξει, εκτός μοιρασιάς, ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος, κι ύστερα να της αναγγείλω πως η ίδια θα γινόταν σκλάβα του Οδυσσέα. 
Αχ, εγώ ο Ταλθύβιος που όλοι έλεγαν πως είχα φωνή δυνατή σαν του Στέντορα, που μόνο με μια κραυγή σταμάτησα τη μονομαχία του Έκτορα με τον Αίαντα, εγώ ο Ταλθύβιος δίστασα, δεν ντρέπομαι που το λέω -γι’ άλλα ντρέπομαι, για το πώς φερθήκαμε στις Τρωάδες-, ναι, δίστασα μέχρι να της πω την αλήθεια.
Κλάμα κι οδυρμός ήταν η αντίδρασή της μόλις έμαθε πως θα γινόταν σκλάβα του Οδυσσέα. Άπιστο, βδελυρό και άνομο θεριό τον είπε, και μεταξύ μας, δεν είχε και πολύ άδικο.
Ύστερα πήρα την Κασσάνδρα να την πάω στο καράβι του Αγαμέμνονα. Μα πριν την πάρω, η Κασσάνδρα πρόλαβε και προφήτεψε διάφορα μελλούμενα, που όλα έγιναν έτσι ακριβώς όπως τα είπε, εγώ βέβαια τότε νόμιζα πως ήταν απλώς μια τρελή, που έλεγε ό,τι της ερχόταν στο ταραγμένο της μυαλό. Είπε για τον αφέντη μου τον Αγαμέμνονα πως ένα τσεκούρι θα του έκοβε τον τράχηλο -αχ, δεν μπόρεσα να τον βοηθήσω, οι άντρες του Αίγισθου πρόλαβαν και με έπιασαν χειροπόδαρα- και πως το σπιτικό του θα διαλυόταν, είπε για τον Οδυσσέα πως θα πάλευε 10 χρόνια μέχρι να γυρίσει στην πατρίδα του, ενώ για την Εκάβη είπε πως δε θα έφευγε ποτέ μαζί με τον Οδυσσέα. Όμως ανάμεσα στις προφητείες της είπε κι άλλα λόγια για να δώσει κουράγιο στη μητέρα της. Λόγια που όσο τα σκέφτομαι τώρα, που πέρασαν τα χρόνια, όλο και πιο πολύ τα δίνω δίκιο.

«ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ: Τούτη εδώ η πόλη είναι πιο ευτυχισμένη από τους Αχαιούς. (…) Για μια γυναίκα και για έναν έρωτα εκείνοι -για να μη χάσουν την Ελένη!- χάσανε αμέτρητους λεβέντες. (…). Κι ήρθανε να πεθάνουν στου Σκαμάνδρου την ακροποταμιά, όχι γιατί κινδύνευαν να χάσουν τ’ ακρότοπα της χώρας τους ή τα ψηλά της πατρίδας τους τα κάστρα. Κι όσους αφάνισε ο πόλεμος δεν είδαν τα παιδιά τους, των γυναικών τους δεν τους σαβανώσανε τα χέρια, μα σε ξένον τόπο είναι θαμμένοι. (…) Οι Τρώες όμως πεθαίνανε για την πατρίδα, που είναι η πιο ωραία δόξα. Κι όσους αφάνιζε το κοντάρι, νεκρούς τουλάχιστο τους φέρνανε στα σπίτια οι δικοί τους και τους θάβανε στο πατρικό το χώμα και τους νεκροστολίζανε τα χέρια εκείνων που έπρεπε.»
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, “ΤΡΩΑΔΕΣ”
Μετάφραση Α. Παπαχαρίσης  

Πόσο δίκιο είχε… Για μια Ελένη πολεμούσαμε 10 ολόκληρα χρόνια… Για μια Ελένη χαθήκανε τόσοι και τόσοι γενναίοι πολεμιστές… Για μια Ελένη θυσίασε ο αφέντης μου, ο Αγαμέμνονας, την αγαπημένη του κόρη, την Ιφιγένεια… Για μια Ελένη είδε η δόλια η Εκάβη νεκρά τόσα παιδιά της, τον Έκτορα, τον Πάρη, τον Δηίφοβο, τον Πολίτη, τον Άντιφο, τον Πολύδωρο, τον Τρωίλο… Κι όταν είδα την Ελένη εκεί, ανάμεσα στις αιχμάλωτες Τρωάδες, όμορφη, καλοντυμένη, με τα χέρια της άσπρα και τα μαλλιά της περιποιημένα σα να βρισκόταν ακόμη στο παλάτι του Πρίαμου, μου ήρθε να τη σφάξω εγώ με το δικό μου μαχαίρι. Όμως σώπασα, γιατί ήταν μπροστά μου ο Μενέλαος που, με λόγια γεμάτα οργή, είπε για την Ελένη:

«ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κι έχω έρθει για να πάρω αυτή τη Λάκαινα -γιατί δε μ’ αρέσει να λέω τ’ όνομα της γυναικός που ήταν κάποτε δική μου-. Εδώ σε τούτα τα καλύβια των αιχμαλώτων βρίσκεται με τις άλλες τις Τρωάδες, γιατί για αιχμάλωτη τη λογαριάζουνε κι αυτή. Όσοι αγωνιστήκανε γι’ αυτήν με το κοντάρι, μου τη δώσανε να τη σκοτώσω ή, αν δεν το θέλω αυτό, ζωντανή στο Άργος να την ξαναπάω. Κι εγώ αποφάσισα να μην τη θανατώσω εδώ, μα με το καΐκι να την πάω στην Ελλάδα, κι εκεί να την παραδώσω για να τη σκοτώσουν όσοι έχουν να εκδικηθούν για το θάνατο αγαπημένων ανθρώπων τους στην Τροία.» 
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, “ΤΡΩΑΔΕΣ”
Μετάφραση Α. Παπαχαρίσης 

Όλοι τον πίστεψαν -να πω την αλήθεια κι εγώ μαζί τους- και νόμισαν πως τα εννοούσε αυτά που έλεγε. Μόνο η Εκάβη κατάλαβε τι θα γινόταν σαν θα έφταναν στην Ελλάδα.

«ΕΚΑΒΗ: Μη λησμονήσεις τους συντρόφους σου τους σκοτωμένους απ’ αυτή. Εγώ για κείνους και τα παιδιά τους σε παρακαλώ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σύχασε γερόντισσα, και γι’ αυτήν εγώ δεν ενδιαφέρομαι. Εσάς τους ακολούθους μου προστάζω να την πάτε στα καΐκια που θα ταξιδέψει.
ΕΚΑΒΗ: Να μη μπει στο ίδιο το καΐκι μ’ εσένα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί; Μήπως είναι τώρα πιο βαριά από πρωτύτερα;
ΕΚΑΒΗ: Ένας που αγαπάει, αγαπάει πάντοτε.»
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, “ΤΡΩΑΔΕΣ”
Μετάφραση Α. Παπαχαρίσης

Άδικα πήγαν οι συμβουλές της Εκάβης. Τη συγχώρεσε τελικά ο Μενέλαος κι έζησαν ευτυχισμένοι αρκετά χρόνια στην Σπάρτη. Κι ας έμειναν για πάντα στην Τροία τα κουφάρια τόσων Ελλήνων πολεμιστών. Κι ας πνίγηκαν άλλοι τόσοι στην επιστροφή από την οργή του Ποσειδώνα και της Αθηνάς. Τόσοι νεκροί εξαιτίας της Ελένης.
Τελικά είναι σωστό να πιστεύουμε πως ο Δίας φροντίζει για τους ανθρώπους ή μήπως η γνώμη μας πως υπάρχουν θεοί είναι ψεύτικη και η τύχη κυβερνάει όσα γίνονται στους θνητούς;¹ Πώς αλλιώς να εξηγήσω όσα συνέβησαν στην Ανδρομάχη, τη γυναίκα του Έκτορα;

¹Η τόσο ριζοσπαστική, για την εποχή, άποψη πως ίσως ο Δίας να μην φροντίζει για τους ανθρώπους και πως ίσως να μην υπάρχουν καν θεοί είναι φυσικά του Ευριπίδη, που τη διατυπώνει μέσα από το στόμα του Ταλθύβιου όχι όμως στις «Τρωάδες» αλλά στην «Εκάβη», μια τραγωδία με παρεμφερές θέμα που έγραψε 10 χρόνια νωρίτερα από τις «Τρωάδες».

Άφησα τελευταία την έντιμη Ανδρομάχη, την πιστή σύζυγο, την άξια μητέρα, που της φερθήκαμε τόσο ανέντιμα και τόσο ανήθικα. Του Οδυσσέα ήταν η απόφαση μα όλοι συμφώνησαν, ακόμα κι ο αφέντης μου, ο Αγαμέμνονας, και διάλεξαν εμένα να της ανακοινώσω το φριχτό νέο, γιατί είπαν πως ήταν δική μου δουλειά, εγώ ήμουν ο κήρυκας, ναι, αλήθεια ήταν, κήρυκας ήμουν, όχι όμως για να μεταφέρω ανόσια και αποτρόπαια μηνύματα.

«ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Γυναίκα του Έκτορα, που ήταν μια φορά ο πιο αντρειωμένος από τους Τρώες, μη με μισήσεις· δίχως να το θέλω θα σου πω διαταγές των Δαναών και των Πελοπιδών.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ: Τι συμβαίνει; Πολύ κακός είναι ο πρόλογός σου.
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Αποφασίστηκε για τούτο το παιδί… Πώς να τον πω αυτόν το λόγο.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ: Να μην έχει τον ίδιο αφέντη μ’ εμένα;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Κανένας Αχαιός δε θα γίνει αφέντης του.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ: Μα τι; Γι’ απομεινάρι των Φρυγών θα τ’ αφήσουν εδώ;
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Δυσκολεύομαι να σου πω τη συμφορά σου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ: Επαινώ το δισταγμό σου, εξόν αν μιλάς για συμφορά.
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Θα σκοτώσουν το παιδί σου, μάθε τη μεγάλη συμφορά.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ: Οϊμένα, πόσο πιο βαρύ κι απ’ το γάμο μου¹ είναι τούτο το κακό που ακούω!
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Έγινε το θέλημα του Οδυσσέα, γιατί έλεγε μπροστά σ’ όλους τους Έλληνες…
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ: Οϊμένα η άμοιρη! Μικρές δεν είναι οι συμφορές μου.
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Είπε να μη θρέφουμε το γιο του πιο αντρειωμένου γονιού.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ: Άμποτε και για τα παιδιά του τέτοια γνώμη να επιβάλει.»
¹Εννοεί τον επικείμενο γάμο της με τον Νεοπτόλεμο, τον γιο εκείνου που σκότωσε τον άντρα της.  
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ «ΤΡΩΑΔΕΣ»
Μετάφραση: Α. Παπαχαρίσης

Πώς να μπορέσω να γλυκάνω τον πόνο της; Υπήρχε άραγε τρόπος να χωρίσεις μια μάνα απ’ το παιδί της; Μια συμβουλή μόνο της έδωσα. Να μην αντισταθεί, να μην αρχίσει να καταριέται τους Αχαιούς, γιατί -έτσι μου είχαν πει οι άκαρδοι αφεντάδες μας- αν θύμωναν δε θα επέτρεπαν να ταφεί το παιδί. Ναι, μέχρι εκεί έφτασαν, πώς να κρατηθώ και να μην πω τα λόγια που μου ξέφυγαν όταν πήρα το παιδί στα χέρια μου να το δώσω στους στρατιώτες που θα εκτελούσαν την άδικη απόφαση.

«ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Έλα, παιδί μου, χωρισμένο πια από το γλυκό αγκάλιασμα της μάνας σου της άμοιρης, πήγαινε στην ψηλή κορφή, που στεφανώνει τους πύργους των προγόνων σου, όπου να ξεψυχήσεις είναι αποφασισμένο. Πάρτε το.
Όποιος είναι άσπλαχνος και πιο σκληρός απ’ ό,τι δέχεται η ψυχή μου, αυτός πρέπει ν’ αναγέλλει κάτι τέτοια.»
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ «ΤΡΩΑΔΕΣ»
Μετάφραση: Α. Παπαχαρίσης

Νόμιζα πως είχαν τελειώσει τα αποτρόπαια καθήκοντά μου, μα ήμουν γελασμένος. Εγώ έπρεπε να συνοδεύσω τους στρατιώτες που επέστρεψαν το λείψανο του μικρού Αστυάνακτα, ανεβασμένο πάνω στην ασπίδα του Έκτορα. Καθώς περνούσαμε απ’ τα νερά του Σκάμανδρου, δεν άντεξα, διέταξα τους στρατιώτες να σταματήσουν και πήρα στα χέρια μου το άψυχο κορμάκι του κι έλουσα τα μαλλάκια του κι έπλυνα τις πληγές του κι ύστερα το παρέδωσα στις Τρωάδες να το θάψουν. Τότε ήταν που άκουσα την Εκάβη να λέει για τους Έλληνες τα πιο σκληρά λόγια που έχω ακούσει ποτέ.

«ΕΚΑΒΗ: Ε, σεις, Αχαιοί, που η πολεμική παληκαριά σας ζυγιάζει πιο πολύ από τη γνώμη σας, τι φόβο είχατε από τούτο το παιδί και το σκοτώσατε με τρόπο που δεν ξανάγινε; Μην αναστήσει καμιά μέρα την Τροία από τα ερείπιά της; Ψεύτικη ήταν η φήμη της παληκαριάς σας, βλέπω. (…) Και τι μπορεί να γράψει τάχα ποιητής στον τάφο σου για σένα; «Τούτο το παιδί το σκοτώσανε κάποτε οι Αργείοι, γιατί φοβηθήκανε απ’ αυτό»; Ντροπή για την Ελλάδα ένα τέτοιο επίγραμμα.» 
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ «ΤΡΩΑΔΕΣ»
Μετάφραση : Α. Παπαχαρίσης 

Μόνο τυχαία δεν ήταν η χρονική στιγμή που επέλεξε ο Ευριπίδης για να γράψει και να παρουσιάσει στους Αθηναίους την τραγωδία του «Τρωάδες». Βρισκόμαστε στα 415 π.Χ., εν μέσω ενός αιματηρού εμφύλιου πολέμου που έχει ήδη ξεκινήσει από το 431 π.Χ., και πολύ πρόσφατα οι Αθηναίοι έχουν αποφασίσει να διαπράξει ο στρατός τους αποτρόπαια εγκλήματα (εκτέλεση ενήλικων ανδρών – μετατροπή γυναικόπαιδων σε δούλους) τόσο για τους κατοίκους της Σκιώνης (421 π.Χ.) όσο και για τους κατοίκους της Μήλου (416 π.Χ.). 
Ένα χρόνο μετά, ο Ευριπίδης, θέλοντας προφανώς να καυτηριάσει τις αποφάσεις του αθηναϊκού δήμου, προχωράει με τη διδασκαλία των Τρωάδων, σε μια συγκλονιστική καταγγελία της φρίκης του πολέμου μέσα από το δράμα των αιχμάλωτων και ανυπεράσπιστων γυναικών της Τροίας. Στο έργο αυτό οι Έλληνες έχουν τον ρόλο των σκληρών κατακτητών που αποφασίζουν και διατάσσουν χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και χωρίς ίχνη ανθρώπινου ενδιαφέροντος για τα θύματα του πολέμου.   
Οι «Τρωάδες» αποτελούσαν τμήμα μιας τριλογίας που παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό των Μ. Διονυσίων του 415 π.Χ. Τα άλλα δύο έργα της τριλογίας («Αλέξανδρος» και «Παλαμήδης») δυστυχώς δε σώζονται.
Όπως ήταν αναμένομενο στο διαγωνισμό αυτό ο Ευριπίδης δεν κατάφερε να κερδίσει. Το πρώτο βραβείο το κέρδισε ο αντίπαλός του, Ξενοκλής.  

Ο Ταλθύβιος αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις από τον Όμηρο ως κήρυκας του Αγαμέμνονα. Ο Ευριπίδης τον χρησιμοποιεί στις Τρωάδες ως κήρυκα των σκληρών αποφάσεων των Ελλήνων που αφορούν τις Τρωάδες γυναίκες. Συνήθως δεν εκφράζει την προσωπική του άποψη, αλλά από τον τρόπο που συμπεριφέρεται, όσο και από τη μία και μοναδική στιγμή στις Τρωάδες όπου κάνει κριτική των αποφάσεων που μεταφέρει -και από άλλη μία στην «Εκάβη» που έχει επίσης έχει ένα μικρό ρόλο-, εξάγονται ενδιαφέροντα συμπεράσματα για το χαρακτήρα του τα οποία χρησιμοποιήθηκαν -λογοτεχνική αδεία- για την ολοκλήρωση της σημερινής ανάρτησης, χωρίς -πιστεύουμε- να προδοθεί το πνεύμα του Ευριπίδη.  


«Tρωάδες» (1971) του Μιχάλη Κακογιάννη
Παίζουν: Κάθριν Χέπμπουρν (Εκάβη), Βανέσσα Ρεντγκρέιβ (Ανδρομάχη), Ζενεβιέβ Μπιζόλντ (Κασσάνδρα), Ειρήνη Παππά (Ελένη).
Αξίζει να δείτε τη σκηνή στο 1. 27΄. 30΄΄: μπροστά στα μάτια των αιχμάλωτων και διψασμένων Τρωάδων, ένας Έλληνας στρατιώτης υποκύπτει στα παρακάλια και στη γοητεία της Ελένης και της προσφέρει μια λεκάνη νερό. Τότε η Ελένη αντί να πιει νερό, ξεγυμνώνεται, γονατίζει κι αρχίζει να πλένεται, ξεσηκώνοντας την οργή των Τρωάδων.
Η σκηνή δεν υπάρχει αυτούσια στο έργο του Ευριπίδη, μάλλον αποτέλεσε εύρημα του Κακογιάννη, είναι πάντως σύμφωνη με το πνεύμα του Ευριπίδη. 

Advertisements

Ηλέκτρα (ΙΙΙ)

16/12/2012

Αλήθεια, τι μπορεί να ώθησε τον Ευριπίδη να ασχοληθεί με τον μύθο της Ηλέκτρας μετά από έναν Αισχύλο και έναν Σοφοκλή; Τι ήταν αυτό το τόσο σημαντικό που θεώρησε πως έπρεπε οπωσδήποτε να προσθέσει στο έργο; Δύσκολο ερώτημα· αναζητώντας την απάντηση θα εστιάσουμε την προσοχή μας σε μερικά ενδιαφέροντα σημεία της τραγωδίας του Ευριπίδη.
Ξεκινάμε με τη σκηνή που ο
 Ορέστης κι ο γεροβοσκός προσπαθούν να καταστρώσουν το σχέδιο δολοφονίας της Κλυταιμνήστρας. Ξαφνικά επεμβαίνει η Ηλέκτρα:

Δουλειά δική μου είναι της μάνας μας ο φόνος.
(εγώ φόνον γε μητρός εξαρτύσομαι)

Ε, λοιπόν αυτή είναι μια διαφορετική Ηλέκτρα. Μια Ηλέκτρα που παίρνει πάνω της τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας. Όχι μόνο θα καταστρώσει η ίδια το σχέδιο μα θα συμμετάσχει ενεργά στο μαχαίρωμα, κάτι που Αισχύλος και Σοφοκλής ούτε που διανοήθηκαν να κάνουν. Υπάρχουν κι άλλες διαφορές, τις οποίες θα δούμε παρακάτω, προς το παρόν ας επικεντρωθούμε στο σχέδιο της Ηλέκτρας που στέλνει τον γεροβοσκό να αναγγείλει στην Κλυταιμνήστρα ότι μόλις γέννησε και χρειάζεται τη βοήθειά της για τον τελετουργικό καθαρμό. Προσέξτε: η Ηλέκτρα είναι σίγουρη πως η μάνα της θα έρθει να την βοηθήσει. Κι αυτό γιατί η Κλυταιμνήστρα του Ευριπίδη είναι μια γυναίκα που δείχνει να ενδιαφέρεται για την Ηλέκτρα, δεν είναι η «μήτηρ αμήτωρ» του Σοφοκλή. (Παρένθεση: Αίγισθος και Κλυταιμνήστρα έχουν παντρέψει την Ηλέκτρα με έναν φτωχό γεωργό για να σιγουρευτούν πως τα παιδιά της δεν πρόκειται να διεκδικήσουν τον θρόνο. Όμως ο γεωργός έχει σεβαστεί την Ηλέκτρα και δεν έχει κοιμηθεί ποτέ μαζί της, κάτι που η Κλυταιμνήστρα δεν το γνωρίζει). Έτσι, χωρίς να πάει ο νους της στο κακό, ανεβαίνει στο άρμα της -παρέα με τις Τρωαδίτισσες σκλάβες της- και ξεκινάει για το χαμόσπιτο που μένει η Ηλέκτρα. Καθώς την βλέπουν να έρχεται από μακριά, ο Ορέστης αρχίζει να έχει αμφιβολίες (οι εσωτερικές συγκρούσεις που λέγαμε). Ε, δεν είναι και εύκολο να σκοτώσεις τη μάνα σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Τι λες να κάνουμε; Τη μάνα να σκοτώσουμε;
ΗΛΕΚΤΡΑ: Σε πήρε ο πόνος μόλις την αντίκρισες;
ΟΡΕΣΤΗΣ: Αλίμονό μου! πώς να γίνω εγώ φονιάς σ’ εκείνη που με γέννησε και μ’ έθρεψε;
ΗΛΕΚΤΡΑ: Όπως κι αυτή σκότωσε τον πατέρα μας.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Ω, Φοίβε, μου έδωσες αστόχαστο χρησμό…
ΗΛΕΚΤΡΑ: Μα αν είναι ο Απόλλωνας μωρός, ποιοι είναι οι σοφοί;
ΟΡΕΣΤΗΣ: που είπε τη μάνα μου να σφάξω, μα άπρεπο είν’ αυτό.
ΗΛΕΚΤΡΑ: Σε βλάφτει, αν πάρεις του γονιού σου το γδικιωμό;
ΟΡΕΣΤΗΣ: Θα φύγω μητροκτόνος, που ήμουν πριν αγνός.

Το είπαμε, η Ηλέκτρα του Ευριπίδη είναι διαφορετική. Νιώθει μεν το ίδιο μίσος προς την Κλυταιμνήστρα, κατατρέχεται από το ίδιο πάθος για εκδίκηση όπως και στον Σοφοκλή, αλλά η προσωπικότητά της είναι σαφώς πιο πολύπλοκη. Αποφασιστική, δολοπλόκα, πανούργα, κατευθύνει ουσιαστικά τον άβουλο Ορέστη μην αφήνοντάς τον να δειλιάσει, ενώ η πλεκτάνη που εξυφαίνει είναι τόσο τέλεια που κάνει ακόμα και μια πανέξυπνη γυναίκα σαν την Κλυταιμνήστρα να πέσει εύκολα στο δόκανό της. Δεν τελειώσαμε με τις διαφορές της Ηλέκτρας του Ευριπίδη, προέχει όμως η συνάντηση Ηλέκτρας και Κλυταιμνήστρας καθώς και η λογομαχία που ακολουθεί. Μια λογομαχία που την είδαμε και στον Σοφοκλή, με την Ηλέκτρα να κατηγορεί την Κλυταιμνήστρα και την Κλυταιμνήστρα να προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Σημαντική λεπτομέρεια: η Κλυταιμνήστρα του Ευριπίδη δείχνει κουρασμένη, ίσως και μετανιωμένη:

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Κακία γι’ αυτό δεν σου κρατώ, γιατί, παιδί μου, κι εγώ δεν είμαι όλο χαρά με όσα έχω κάνει.
(…) Δύστυχη έγινα εξαιτίας των δικών μου αποφάσεων.
(τάλαινα των εμών βουλευμάτων)
Πολύ μεγάλο το κακό που έχω κάνει…

Κι όχι μόνο αυτό. Ενώ στον Σοφοκλή η Κλυταιμνήστρα προσφωνεί την Ηλέκτρα «θρέμμ’ αναιδές» και πουθενά δεν τη λέει «τέκνον», στον Ευριπίδη χρησιμοποιεί τρεις φορές την προσφώνηση «τέκνον». Η Ηλέκτρα είναι το παιδί της, ο Ευριπίδης κάνει ό,τι μπορεί για να μην το ξεχάσουν οι θεατές.
Τελικά, αν ο Σοφοκλής είναι ωκεανός, ο Ευριπίδης είναι πυκνό δάσος παθών, αντεκδικήσεων και εσωτερικών συγκρούσεων. Οι ήρωές του διαθέτουν ανθρώπινες αδυναμίες -και πολλές μάλιστα-, τόσες που γίνονται εύκολα έρμαια των παθών τους, παρουσιάζουν συχνές ψυχολογικές μεταπτώσεις και όσο για την ηθική τους υπόσταση, ε, αυτή σίγουρα είναι αρκετά -ως πολύ- αμφισβητήσιμη.

Φτάνει η ώρα της δολοφονίας. Η Κλυταιμνήστρα εισέρχεται μέσα στο σπίτι και από πίσω την ακολουθεί η Ηλέκτρα. Οι θεατές δεν βλέπουν το φονικό, ακούν όμως τις κραυγές της Κλυταιμνήστρας.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Μη σκοτώνετε τη μάνα σας, παιδιά μου, για τους θεούς.

Η κορυφαία του χορού κάνει το πρώτο σχόλιο.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ: Σπαράζω που τη σφάζουν τα παιδιά της.

Για να συμπληρώσει ο χορός:

ΧΟΡΟΣ: Ο θεός τιμωρεί, σαν έρθει η στιγμή. Φοβερά τα παθήματά σου, μα μεγάλα και τα κρίματα που έκανες στον άντρα σου, δύστυχη κι εσύ.

Σε λίγο βγαίνουν απ’ το σπίτι με ματωμένα χέρια ο Ορέστης και η Ηλέκτρα. Προς μεγάλη μας έκπληξη είναι μετανιωμένοι.

ΗΛΕΚΤΡΑ: Τόσα δάκρυα, αδελφέ μου! Και η υπαίτια είμαι εγώ! Με είχε πιάσει μανία πυρωμένη, την ταλαίπωρη κόρη, ενάντια στην ίδια τη μάνα που με γέννησε.
ΧΟΡΟΣ: Αλίμονο στη μοίρα σου, στη μαύρη συμφορά σου, που σ’ έχει βρει, κακότυχη μάνα, από τα παιδιά σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Ω, Φοίβε, σκοτεινό χρησμό μου έδωσες για εκδίκηση.
(…) Σαν την έσφαζα μου ‘δειχνε η καημένη τον μαστό της που είχα θηλάσει.
ΧΟΡΟΣ: Και πώς βάσταξες κι αντίκρισε η ματιά σου τη μάνα σου να ξεψυχά μπροστά σου;
ΟΡΕΣΤΗΣ: Σκέπασα τα μάτια μου με τον μανδύα μου, της άρπαξα το λαιμό κι έμπηξα μέσα το σπαθί μου.
ΗΛΕΚΤΡΑ: Κι εγώ κουράγιο σου ‘δινα και το σπαθί είχα αρπάξει.
ΧΟΡΟΣ: Στον κόσμο το πιο φοβερό κακούργημα έχεις πράξει.

Έχουν αναφερθεί αρκετές διαφορές μέχρι τώρα, αλλά αυτή σίγουρα ξεχωρίζει. Η Ηλέκτρα -κυρίως- αλλά και ο Ορέστης νιώθουν τύψεις. Ο Ευριπίδης αναδεικνύεται βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας. Κανείς ήρωας του Αισχύλου ή του Σοφοκλή δεν θα ένιωθε τύψεις για κάτι που έκανε συνειδητά, ο Οιδίπους για παράδειγμα ένιωθε μεν τύψεις αλλά για κάτι που έπραξε χωρίς να φταίει ο ίδιος, δεν μπορούσε φυσικά να γνωρίζει πως η Ιοκάστη ήταν μητέρα του. Οι τύψεις, οι ψυχολογικές μεταπτώσεις, η αστάθεια του χαρακτήρα είναι χαρακτηριστικά της τέχνης του Ευριπίδη που σκιαγραφεί με μοναδικό τρόπο τις διχασμένες ψυχές των ηρώων του καθώς κυριεύονται από τα πάθη και τους εγωισμούς τους.

Το έργο όμως δεν έχει τελειώσει. Την ώρα που Ορέστης και Ηλέκτρα αντιλαμβάνονται το μέγεθος του ανόσιου εγκλήματος που έχουν διαπράξει εμφανίζονται ως «από μηχανής θεοί» -άλλο ένα χαρακτηριστικό του Ευριπίδη- οι Διόσκουροι και δίνουν την τελική λύση. Πρώτα όμως «τα ψέλνουν» στον θεό Απόλλωνα για τον χρησμό που έδωσε (Φοίβος, σοφός δ’ ων ουκ έχρησέ σοι σοφά. Ναι, ο Φοίβος είναι σοφός αλλά δε σας συμβούλεψε σοφά). Ο Ευριπίδης έχει ρίξει ήδη δύο προειδοποιητικές βολές βάζοντας τον Ορέστη να παραπονιέται πως ο Απόλλωνας του έδωσε «αστόχαστο» και «σκοτεινό» χρησμό. Τώρα με τη φωνή των Διόσκουρων ο Ευριπίδης δείχνει και πάλι την αντίθεσή του, όχι τόσο στους θεούς όσο στον θεσμό του Μαντείου των Δελφών και στο ιερατείο που τον εκπροσωπούσε. Σε όλα πολύπλοκος ο Ευριπίδης. Καμία σχέση με την απλή και απόλυτη πίστη του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Επηρεασμένος από τις νέες ιδέες του πνευματικού του περιβάλλοντος, ο ορθολογιστής Ευριπίδης αμφισβητεί τα πάντα. Στον κόσμο του οι θεοί δεν μπορούν πια να κατέχουν θέση υπευθύνων για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο και βέβαια υπόκεινται και αυτοί σε κριτική για τις αποφάσεις τους.  Όσο για την τελική λύση που προτείνουν οι Διόσκουροι, η Ηλέκτρα θα πρέπει να παντρευτεί τον Πυλάδη κι ο Ορέστης οφείλει να πάει στην Αθήνα για να δικαστεί από τον Άρειο Πάγο. Αν αθωωθεί μπορεί να εγκατασταθεί, όχι στο Άργος, αλλά στην Αρκαδία. 

 

 

Η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Ηλέκτρα» (1962) βασίστηκε στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Η ταινία ήταν υποψήφια για όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Εξαιρετική η ερμηνεία της Ειρήνης Παππά ως Ηλέκτρας, αλλά την παράσταση κλέβουν ο Μάνος Κατράκης ως γεροβοσκός (εμφανίζεται στο 0.54΄.10΄) και η Αλέκα Κατσέλη ως Κλυταιμνήστρα (εμφανίζεται στο 1.29΄.32΄΄). 

Ένα καινούριο βιβλίο προστέθηκε στο οπλοστάσιό μου, το βιβλίο του Α. Lesky «Η Τραγική Ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων». Το βιβλίο αυτό, μαζί με τα βιβλία της Ρομιγί και του Κίτο -που έχουν ήδη αναφερθεί σε προηγούμενες αναρτήσεις και τα οποία μου τα χάρισε, μαζί με την αγάπη της, μια καλή μου φίλη που την ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου- στάθηκαν πολύτιμοι σύμβουλοι στην προσπάθειά μου να απεγκλωβιστώ από το πυκνό δάσος του Ευριπίδη.
Μακάρι να κατάφερα να μεταδώσω στους αναγνώστες του blog έστω και ένα μικρό μέρος του θαυμασμού και του δέους που ένιωσα διαβάζοντας και μελετώντας για πρώτη φορά στη ζωή μου το έργο αυτού του μεγάλου πνεύματος που λέγεται Ευριπίδης.

Η μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε ήταν του Νίκου Σφυρόερα (πάλι με κάποιες δικές μου μικρές αλλαγές) ενώ για τη φράση κλειδί της Ηλέκτρας: «Τόσα δάκρυα, αδελφέ μου! Και η υπαίτια είμαι εγώ! Με είχε πιάσει μανία πυρωμένη…» προτιμήθηκε η απόδοση της μεταφράστριας του βιβλίου της Ζ. ντε Ρομιγί, Μ. Καρδαμίτσα Ψυχογιού.  

μήτηρ αμήτωρ

05/12/2012

Μυκήνες, έξω από το παλάτι των Ατρειδών: η Ηλέκτρα περιμένει τον Ορέστη να ολοκληρώσει τη δολοφονία της μητέρας τους. Ξάφνου, μέσα απ’ το παλάτι ακούγεται η φωνή της Κλυταιμνήστρας, ακριβώς την ώρα που ο Ορέστης βυθίζει το μαχαίρι πάνω της:

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Αχ! μια μαχαιριά!

Και απαντάει η Ηλέκτρα:

ΗΛΕΚΤΡΑ: Χτύπα ξανά αν έχεις το κουράγιο!
(παίσον, ει σθένεις, διπλήν).

Ναι, τόσο βαριά κουβέντα λέει για τη μάνα της. Καμία σχέση με την Ηλέκτρα του Αισχύλου που αναζητούσε τη Θεία Δικαιοσύνη. Η Ηλέκτρα του Σοφοκλή είναι γεμάτη μίσος και πάθος για εκδίκηση.
Κι ο Σοφοκλής όμως, την φέρνει αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Σύμφωνα με το σχέδιο του Ορέστη εμφανίζεται στο παλάτι των Ατρειδών ο παιδαγωγός, σταλμένος υποτίθεται από την Φωκίδα, να ανακοινώσει τον θάνατο του Ορέστη σε κάποιους αγώνες. Οι θεατές έχουν δει τον Ορέστη να καταστρώνει από πριν το σχέδιο με τον παιδαγωγό, η Κλυταιμνήστρα και η Ηλέκτρα όμως δεν γνωρίζουν την αλήθεια. Πώς θα αντιδράσουν; Η Ηλέκτρα όπως είναι φυσικό αισθάνεται πως ήρθε το τέλος και της δικής της ζωής, θεωρεί πως χάθηκαν όλες της οι ελπίδες και θρηνεί τον χαμένο, όπως πιστεύει, αδελφό της. Ενδιαφέρον όμως έχει η αντίδραση της Κλυταιμνήστρας. Σ’ αυτήν είναι καρφωμένα τα βλέμματα των θεατών.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Ω θεέ μου, τι ‘ναι αυτά; Καλά να τα πω, τάχα, ή φοβερά μα ωφέλιμα; Κι όμως τι θλίψη, με τα ίδια πάθη μου να σώζω τη ζωή μου!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Δύσκολο νάσαι μάνα. Κι όταν κακοπάθεις απ’ τα παιδιά σου, δεν μπορείς να τα μισήσεις.

Οι πρώτες κουβέντες αναμενόμενες. Έστω κι αν γνώριζε πως ο γιος της είχε σκοπό να την σκοτώσει, δεν παύει να είναι μια μάνα που μόλις άκουσε πως πέθανε το παιδί της. Σιγά σιγά όμως τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν και η Κλυταιμνήστρα ξεστομίζει φράσεις που δεν επιτρέπονται σε μια μάνα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Μα τώρα πια, τη μέρα αυτή απ’ το φόβο γλύτωσα κι εκείνου κι αυτηνής.

Ανακούφιση εκφράζει λοιπόν η Κλυταιμνήστρα για τον θάνατο του Ορέστη γιατί, εκτός των άλλων, θα γλυτώσει από τις κατάρες της Ηλέκτρας που «της ρουφούσαν το αίμα, νύχτα μέρα». Παρακάτω τα λόγια της γίνονται ακόμη πιο βαριά. «Εκείνος, όπως είναι, είναι καλά», λέει για τον Ορέστη κι ύστερα ευχαριστεί τον παιδαγωγό που, με τα λόγια του, έκανε να πάψουν οι φωνές και η γλώσσα της Ηλέκτρας.  
Κορυφαία όμως θεωρείται η επόμενη σκηνή. Ο ίδιος ο Ορέστης, μη φανερώνοντας την ταυτότητά του, εμφανίζεται κρατώντας μια υδρία με τη στάχτη υποτίθεται του Ορέστη. Η Ηλέκτρα αρπάζει την υδρία κι αρχίζει να θρηνεί τον χαμένο της αδελφό με έναν μονόλογο μοναδικό και αξεπέραστο στην ιστορία της δραματουργίας. Είναι ο μονόλογος που η Μαρίκα Κοτοπούλη όταν τον εκφωνούσε σκεφτόταν τον Ίωνα Δραγούμη ενώ ο περίφημος αρχαίος ηθοποιός Πώλος, όταν έπαιζε αυτή τη σκηνή, κρατούσε την υδρία με τη στάχτη του δικού του παιδιού.

ΗΛΕΚΤΡΑ: Ω, μνήμα, πολυαγαπημένης μου ψυχής, του Ορέστη μου. Με τι ελπίδες κάποτε τον αποχαιρέτησα και πώς τον κρατάω τώρα στα χέρια μου.

ΗΛΕΚΤΡΑ: Γελούν οι εχθροί. Μαίνεται με ηδονή η μάνα μας η άκαρδη.
(πώς αλήθεια μπορεί να αποδοθεί η φράση «μήτηρ αμήτωρ»;)

ΗΛΕΚΤΡΑ: Το μόνο που θέλω τώρα είναι να πεθάνω και να μοιραστώ τον τάφο μαζί σου γιατί δε βλέπω να λυπούνται οι πεθαμένοι.  

Τρεις φράσεις αρκούν για να πάρουμε μια ιδέα από τον θρήνο της Ηλέκτρας. Τον εκφωνεί, μάλιστα, μπροστά στον Ορέστη, ο οποίος δεν γνωρίζει ακόμη πως η γυναίκα που θρηνεί είναι η αδελφή του. Σιγά σιγά αρχίζει να το αντιλαμβάνεται. Αλλά πριν κάνει γνωστή την ταυτότητά του, πρέπει πρώτα να σιγουρευτεί πως η Ηλέκτρα είναι άξια να μοιραστεί το σχέδιο του και βέβαια πως οι γυναίκες του χορού θα κρατήσουν το μυστικό. Για να ακολουθήσει μετά η συγκινητική αναγνώριση των δύο αδελφών και η κατάστρωση του σχεδίου να δολοφονήσουν τη μητέρα τους, την Κλυταιμνήστρα.
Καθώς όμως η ροή της σημερινής ανάρτησης κυλάει ανάποδα, είναι ώρα να φτάσουμε, λίγο μετά την αρχή του έργου, στη συγκλονιστική λογομαχία μητέρας και κόρης, που φανερώνει μια σχέση σχέση μίσους και πάθους. Δηλητηριώδη βέλη εκτοξεύονται εκατέρωθεν στη συνάντησή τους που γίνεται καθώς η Κλυταιμνήστρα βγαίνει από το παλάτι για να κάνει θυσία στον Απόλλωνα. Έχει τρομοκρατηθεί από ένα εφιαλτικό όνειρο που είδε (πάλι όνειρο, όπως και στον Αισχύλο, κάτι που φανερώνει ότι και ο Σοφοκλής δέχεται πως οι δύο μητροκτόνοι έχουν πάρει την έγκριση των θεών).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Ξέρω πως είπες και ξανάπες σε πολλούς πως είμαι αδιάντροπη και κυβερνώ παράνομα…
(…) αν πέθανε ο πατέρας σου πέθανε από το χέρι μου. Ναι, με το χέρι μου. Πολύ καλά το ξέρω, μα ούτε δα το αρνιέμαι. Γιατί, όχι εγώ μονάχη μου, αλλά η θεία δίκη τον σκότωσε…

Είναι πράγματι περίεργο. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο απ’ τον Αισχύλο. Αντί να επικαλείται η Ηλέκτρα τη θεία δίκη την επικαλείται η Κλυταιμνήστρα. Με ποιο δικαίωμα, λέει, έσφαξε ο Αγαμέμνονας το παιδί μου; Για να βοηθήσει τον Μενέλαο δεν το έκανε; Ας έσφαζε τότε ένα από τα παιδιά εκείνου, που άλλωστε έχουν μάνα την Ελένη, που για το χατήρι της κίνησαν τα καράβια για την Τροία.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Δεν είναι αυτή πράξη άβουλου και κακού πατέρα;
(…) Μα εγώ δεν το έχω βάρος στη συνείδησή μου γι’ αυτά που έπραξα.

Κι απαντάει η Ηλέκτρα:

ΗΛΕΚΤΡΑ: Ομολογείς πως τον πατέρα μου τον σκότωσες. Πιο αισχρή ομολογία απ’ αυτή μπορεί να γίνει;
(…) Κι ακόμη, αν ήταν όπως θες να πεις, πως το έκανε για να ωφελήσει εκείνον, θα έπρεπε για αυτό να τον σκοτώσεις; Και ποιος νόμος λέει κάτι τέτοιο; Κοίτα, βάζοντας τέτοιο νόμο στους ανθρώπους, μήπως και στον δικό σου θάνατο οδηγηθείς και μετανιώσεις. Γιατί αν γυρεύαμε αίμα για αίμα, εσένα πρώτη θα σκότωναν, κρίνοντας με τον ίδιο νόμο σου.

Δεν υπάρχει λοιπόν καμία θεία δικαιοσύνη. Μόνο εκδίκηση. Αίμα στο αίμα. Κι ας έχουν πάρει οι μητροκτόνοι την έγκριση των θεών. Η προσωπική ευθύνη είναι που παίζει τον κυριότερο ρόλο. Αν πίστευε ο Σοφοκλής πως η δολοφονία της Κλυταιμνήστρας αποτελούσε αποκατάσταση της θείας δικαιοσύνης δε θα έβαζε την Ηλέκτρα να κραυγάζει στο τέλος «Χτύπα ξανά αν έχεις το κουράγιο!», δεν θα την έκανε τόσο αντιπαθητική στους θεατές του έργου. Ούτε όμως και καταδικάζει την πράξη της Ηλέκτρας. Εφόσον η δολοφονία του Αγαμέμνονα ήταν μια πράξη ανόσια, το ίδιο θα είναι και η αντίδραση. Μια αντίδραση σχεδιασμένη και εκτελεσμένη αποκλειστικά από ανθρώπινους παράγοντες. Με ανθρώπινα κίνητρα και ανθρώπινα μέσα. Αυτή είναι η φύση των πραγμάτων, έτσι λειτουργεί ο φυσικός νόμος. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: η Κλυταιμνήστρα, την ώρα που ο Ορέστης μπήγει το μαχαίρι στο σώμα της, λέει την ίδια φράση που είχε πει και ο Αγαμέμνονας, στην Ορέστεια του Αισχύλου, λίγο πριν ξεψυχήσει: «ώμοι πέπληγμαι».
Αξίζει όμως να δούμε όμως προσεκτικά την προσευχή της Κλυταιμνήστρας. Αμέσως μετά τη λογομαχία της με την Ηλέκτρα, αρχίζει να προσεύχεται στον θεό Απόλλωνα. Και τι λέει στην προσευχή της; Ούτε λίγο ούτε πολύ ζητάει να συνεχίσει να χαίρεται όσα κέρδισε με τον φόνο και την μοιχεία κι ακόμη να μη γυρίσει ποτέ ο γιος της πίσω ενώ στο τέλος αφήνει υπόνοιες για κάποιες πιο βλάσφημες επιθυμίες της που δεν τολμάει να τις πει δυνατά για να μην την ακούσει η Ηλέκτρα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Αν από τα σημερινά μου πλούτη κάποιοι θέλουν με δόλο να με απομακρύνουν, μην τους κάνεις τη χάρη και κάνε με να ζήσω μια ζωή χωρίς πίκρες, στο παλάτι, να κυβερνώ με συντροφιά τους φίλους μου και να ζω καλά με εκείνα από τα παιδιά μου που δε μου έχουν έχθρα. Κι όσο για κάποια άλλα που θέλω, αν σωπαίνω, πιστεύω πως είσαι άξιος να τα μαντέψεις. 

Τελειώνουμε με μια σύντομη αναφορά στην αδελφή της Ηλέκτρας, την Χρυσόθεμη, η υπάρξη της οποίας οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην έμπνευση του Σοφοκλή. Η Χρυσόθεμη είναι υπάκουη στην Κλυταιμνήστρα και συμβουλεύει συνέχεια την Ηλέκτρα να πράξει κι εκείνη το ίδιο.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΗ: Δεν έμαθες τόσα χρόνια να μην αφήνεις να σε παίρνει ο θυμός, άδικα των αδίκων; Κι εγώ πονώ για ό,τι συμβαίνει, κι αν έβρισκα τη δύναμη θα τους φανέρωνα τι γνώμη έχω και για τους δυο. (…) Μα αν θέλω ελεύθερη να ζω, πρέπει να είμαι υπάκουη σ’ αυτούς που έχουν τώρα την εξουσία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Σοφοκλής επινοεί ένα πρόσωπο για να προσωποποιήσει τις αμφιβολίες της ηρωίδας ή του ήρωα. Το ίδιο έκανε και στην Αντιγόνη, όπου η Ισμήνη, εκφράζει την υποταγή στην εξουσία. Δεν υπάρχει δηλαδή εσωτερική σύγκρουση, υπάρχει μόνο η εξωτερική παρότρυνση προς τον ήρωα να δείξει μετριοπάθεια.  Η παρατήρηση ανήκει στην Ζακλίν ντε Ρομιγί και περιγράφεται στο βιβλίο της «Η Ελληνική Τραγωδία στο Πέρασμα του Χρόνου». Εκεί αναφέρεται με σαφήνεια η διαφορά αντίληψης, ως προς το θέμα των συναισθημάτων, που υπάρχει μεταξύ των τριών μεγάλων τραγικών. Στις τραγωδίες του Αισχύλου τα συναισθήματα έρχονται απ’ έξω, οι αποφάσεις σχετίζονται με την άμεση επέμβαση της θείας βούλησης. Στον Σοφοκλή τα συναισθήματα των ηρώων τούς φέρνουν αντιμέτωπους με άλλους ανθρώπους. Αντί για εσωτερική σύγκρουση, ο Σοφοκλής επινοεί τη σύγκρουση με άλλα πρόσωπα. Γι’ αυτόν η πάλη του ήρωα είναι μια αντίθεση, γενικά, προς τους άλλους, μόνο στον Ευριπίδη έχουμε την εσωτερική σύγκρουση συναισθημάτων με άλλα συναισθήματα, αλλά για τον Ευριπίδη και την δικιά του εκδοχή του μύθου θα μιλήσουμε στην επόμενη ανάρτηση.

 

Κωπηλατώντας στη μικρή μου σχεδία προσπάθησα να διαπλεύσω τον ωκεανό του Σοφοκλή. Το ταξίδι αποδείχτηκε γοητευτικά βασανιστικό, κι αφού επέστρεψα σώος, έστω κι αν δεν εξερεύνησα παρά ένα μικρό μέρος του ωκεανού, μπορώ να ετοιμάζομαι για νέες εξερευνήσεις.
Η μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε για τη σημερινή ανάρτηση ήταν του Απόστολου Μελαχρινού, με κάποιες δικές μου μικρές αλλαγές που σκοπό είχαν την καλύτερη κατανόηση του κειμένου.
Η πληροφορία για την Μαρίκα Κοτοπούλη αντλήθηκε από συνέντευξη του Δημήτρη Μυράτ στην εκπομπή της ΕΡΤ «Παρασκήνιο». 
Η πληροφορία για τον αρχαίο ηθοποιό Πώλο αντλήθηκε από άρθρο της Δηούς Καγγελάρη που περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα της Καθημερινής στην Ηλέκτρα.
Χρήσιμοι σύμβουλοι στάθηκαν και πάλι τα βιβλία που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ανάρτηση καθώς και το βιβλίο «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» της Ζακλίν ντε Ρομιγί.