Archive for Μαΐου 2014

θα περάσει κι αυτό…

26/05/2014

Μετά τη νοσηλεία του στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο ο Μίκης Θεοδωράκης οδηγήθηκε ξανά στη Μακρόνησο.

Μας έβαλαν επάνω στο Τζέιμς, όρθιους, εγώ με τις πατερίτσες, γύρω γύρω ήταν οι φρουροί, και φεύγουμε προς Λαύριο. Καθώς πήγαιναν λοιπόν εκεί στην Κερατέα, ξέραν αυτοί το δρομολόγιο, το πηγαίνει ο σοφέρ και το βάζει κάτω από σκιά γιατί ήταν 40 βαθμούς κι εμείς χωρίς νερό, χωρίς τίποτα. Έρχεται ο λοχίας, ένα κάθαρμα, λέει, βάλ’ τους να είναι στον ήλιο. Κάνει όπισθεν λοιπόν, ο ήλιος από πάνω, να διψάμε τώρα εμείς, και περιμέναμε σαν τα αρνιά που τα πηγαίνουνε στο σφαγείο. Αυτοί τρώγαν μέσα εντωμεταξύ, και τότε ανοίγει η πόρτα και έρχεται ένας στρατιώτης ο οποίος κρατούσε μια κανάτα και μας έδινε ένα ποτήρι, πιες συνάδελφε, πιες συνάδελφε, στην υγειά σας, είμαι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Έτσι τον γνώρισα τον Μπιθικώτση.

Ο Μίκης Θεοδωράκης διηγείται ένα ακόμη περιστατικό με τον βασανιστή του, τον Λόρη, τον άνθρωπο που του έβγαλε το γόνατο.

Αυτός ήταν θηριώδης, ήταν παλαιστής φαίνεται ή κάτι τέτοιο, και έβγαζε χέρια κυρίως. Πόδια δεν μπορούσε να βγάλει αλλά όταν είδε εμένα να έχω τόσο μεγάλο πόδι, σου λέει… και πέσανε πάνω μου πολλοί και αυτός κατάφερε να μου βγάλει το πόδι.
Όταν γύρισα δεύτερη φορά στη Μακρόνησο, είχα πάει στη σκηνή του φίλου μου, του Πασαλάρη του Χρήστου, που ήταν ψηλά, και πίναμε το καφεδάκι μας και πέρασε η ώρα, δεν υπολόγισα εγώ πόση ώρα θα κάνω να κατέβω κάτω με την πατερίτσα μέχρι τη σκηνή μου γιατί μετά το σιωπητήριο αυτοί βγαίναν έξω και όποιον πιάναν τον χτυπάγανε και τον κλείναν μέσα όλη την ημέρα χωρίς νερό. Κατέβαινα κάτω λοιπόν, είχε νυχτώσει πια, και να ο Λόρης με τους άλλους. Με βλέπει λοιπόν, με γνώρισε, και μου λέει με κάποιο ενδιαφέρον, θα μείνεις κουτσός; Λέω τώρα τι να του πω; Να του πω ναι, μπορεί να θυμώσει και να μου βγάλει και το άλλο πόδι. Λέω για να τον καθησυχάσω, α πα πα πα, καθόλου, θα γίνω καλά. Λέει στους άλλους, φύγετε. Σκέφτομαι τι θέλει τώρα αυτός; Μένουμε οι δυο μας. Μου λέει θέλεις να σε κεράσω ένα γιαούρτι; Και μπαίνουμε στη σκηνή των βασανιστών. Ήταν μια ειδική σκηνή, μια λέσχη. Το βράδυ αυτοί πίνανε κιόλας, και χασίσι και τέτοια γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν δουλειά αυτοί αν δεν ντοπαριζόντανε. Ιδιαίτερα όταν περιμένανε αποστολή, τότε ήταν τελείως «φτιαγμένοι». Λοιπόν εκεί μέσα καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι, παρήγγειλε δύο γιαουρτάκια, εγώ περίμενα πώς και πώς να το φάω, πριν προλάβω όμως να βάλω μπουκιά, βλέπω τον Λόρη να σκύβει το κεφάλι του κάτω, σχεδόν να κλαίει και να λέει «δεν μπορώ άλλο, δεν υποφέρω άλλο». Γιατί; Τον ρωτάω. Μου λέει «δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή». Του λέω «άκουσε εδώ, είσαι κοτζάμ άνδρας, μη κάνεις έτσι, θα περάσει και αυτό…» (γέλια).

Μετά από χρόνια συνέβη κάτι ακόμα:

Μου λέει ο Μπιθικώτσης μια μέρα, ξέρεις Μίκη, είδα τον Λόρη στον Πειραιά, ήτανε χάλια, ένα ερείπιο, τον λυπήθηκα και του έβγαλα ένα μηνιάτικο, διακόσιες δραχμές, δε δίνεις και συ κάτι; Πάρε κι εκατό δραχμές από μένα για τον Λόρη…

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή ΣΤΑ ΑΚΡΑ της Βίκυς Φλέσσα

ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΕΧΕΙ ΚΑΗΜΟ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης

 

 

Advertisements

νότες στα συρματοπλέγματα

25/05/2014

O Μίκης Θεοδωράκης θυμάται μια ιστορία από την εξορία του στη Μακρόνησο την περίοδο του εμφύλιου πολέμου:

Την επόμενη νύχτα και πριν καλά καλά ξημερώσει, άρχισε η θύελλα. Στην αρχή βροντές και αστραπές. Μετά μια βροχή, λες και ήταν ποτάμι. Και τέλος ο άνεμος που όλο ανέβαινε και αγρίευε και ‘κεί κατά το μεσημέρι δίνει μια και σηκώνει ψηλά τη σκηνή και την παίρνει λες και ήταν χαρταετός. Κοιτάμε γύρω μας. Όλες οι σκηνές των νεοφερμένων πετούσαν στον αέρα κι έφευγαν μακριά προς το βουνό. Μόνο οι παλιές κρατούσαν. Και μεις βρεθήκαμε εκτεθειμένοι στη βροχή και στο κρύο. Κολλούσαμε ο ένας πάνω στον άλλο για να ζεσταθούμε. Κι αυτό βάστηξε μέρες και νύχτες πολλές. Εν τούτοις μετά το τέλος κανείς δεν πέθανε ούτε καν αρρώστησε. Μυστήριο οι αντοχές του ανθρώπου.

Όταν κόπασε το κακό, παγωμένοι, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι κατεβήκαμε στα μαγειρεία με την καραβάνα στο χέρι κι εκεί μας είπαν ότι δεν έχει φαΐ ούτε νερό, γιατί κόπηκαν οι συγκοινωνίες με το Λαύριο και δεν έφτασαν εφόδια… Και τότε είδα το μεγάλο για μένα κακό: Πάνω στα σύρματα που χώριζαν το στρατόπεδο απ’ τη θάλασσα, ήσαν καρφωμένα τα φύλλα με τις νότες μου. Ολόκληρη η Πρώτη Συμφωνία που είχα ολοκληρώσει στην Ικαρία, εκατοντάδες σελίδες, βρίσκονταν κρεμασμένες, σταυρωμένες θα έλεγα όπως ο Ιησούς Χριστός πληρώνοντας για τις δικές μου «αμαρτίες»… Ξεκρέμασα δυο-τρεις, όμως μάταιος ο κόπος, γιατί τις πολλές τις είχε πάρει ο άνεμος. Έπρεπε λοιπόν να ξαναγράψω από την αρχή το έργο. Πώς όμως; Αφού δεν είχαμε ούτε σκηνή για να προφυλαχτούμε ούτε φαΐ και νερό και – το κυριότερο για την περίσταση – ούτε χαρτί κι ο άνεμος ξανάρχιζε κι η νύχτα έπεφτε απειλητική; Είπα όμως μέσα μου ότι ίσως να ήταν μια ευκαιρία για άσκηση η σύνθεση απ’ την αρχή του έργου χωρίς χαρτί και νότες, μόνο μέσα στο μυαλό να προσπαθήσω να το ξαναστήσω από την αρχή, νότα με νότα και ό,τι προκύψει. Φυσικά ύστερα απ’ τις πρώτες σελίδες, άρχισα να ξεχνώ και τότε αποφάσισα να συνεχίσω με νέες ιδέες, φτάνει να ακολουθούσα τη γενική δομή του έργου. Πρέπει να πω ότι η απόφαση αυτή με λύτρωσε.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

από το thehistoryofgreece.blogspot.gr


ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Πρώτη Συμφωνία, μέρος 3ο.

πόσοι σώθηκαν…

24/05/2014

Ο Μίκης Θεοδωράκης θυμάται τις μάχες που έγιναν στην Αθήνα την περίοδο των Δεκεμβριανών.

Φάνηκαν και οι Εγγλέζοι, που έχοντας εκτιμήσει τις δυνάμεις μας, πίστευαν πως η υπόθεση ήταν γι’ αυτούς παιχνίδι. Τότε από τις απέναντι ταράτσες άρχισαν τα μυδράλια του Μαργαρίτη. Κούρκας και Εγγλέζοι βάρεσαν οπισθοχώρηση. Προσεχτικά τους κυνηγούσαμε με την προστασία του μόνιμου ΕΛΑΣ. Όταν προχωρήσαμε αρκετά, τα μυδράλια απότομα σταμάτησαν. Κοιταχτήκαμε χωρίς να ξέρουμε τι να κάνουμε. Πέρασαν δεκαπέντε λεπτά – αιώνες. Και τότε οι Εγγλέζοι άρχισαν γενικό μπαράζ. Χωρίς τα μυδράλια είχαμε γίνει εύκολος στόχος. Όταν βρεθήκαμε στο ρέμα, ήμαστε από τους εκατόν είκοσι του πρώτου λόχου μόνο πέντε. Τότε έφτασαν τα καταδιωχτικά, που κατέβαιναν στα είκοσι μέτρα και σκόρπιζαν αναμμένο ατσάλι. Προσπαθούσαμε να τρυπώσουμε στις κουφάλες που σχημάτιζαν οι δύο όχθες του ξεροπόταμου. Τότε χτυπήθηκαν πατέρας και γιος και έμειναν στον τόπο. Φτάσαμε κακήν κακώς εκεί που τώρα είναι η Δάφνη και μεις το λέγαμε Κατσιπόδι. Και τι να δούμε! Όλη τη διμοιρία του μόνιμου ΕΛΑΣ πάνω σε καμιόνια. Μαζί και τα μυδράλια. Ο Μαργαρίτης που μας γνώρισε πήδησε και ήρθε κοντά μας και μας είπε αυτά τα καταπληκτικά λόγια που σφραγίζουν όλη την τραγωδία του Δεκέμβρη: «Συγγνώμη, συναγωνιστές. Όμως φαίνεται ότι ο ΕΛΑΣ δεν έχει δικαίωμα να μάχεται στην Αθήνα. Δηλαδή εμείς του μόνιμου. Στη μέση της μάχης ήρθε διαταγή να φύγουμε…».
«Και γιατί δε μας ειδοποιήσατε;»
«Δεν προφταίναμε».
«Ξέρεις πόσοι σωθήκαμε;»
«Πόσοι;»
«Εμείς οι τρεις.»

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Μυρτιά
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Ερμηνεία: Γιοβάννα
Από μια συναυλία στη Μόσχα, το 1963. Διευθύνει ο Κώστας Καπνίσης.

στην Κούβα

23/05/2014

Ο Μίκης Θεοδωράκης θυμάται την επίσκεψή του, ως μέλος της ΕΔΑ, στην Κούβα, το 1962:

«Αυτή ήταν μια πρώτη επίσκεψη που έγινε τότε επίσημα στην Κούβα. Πάρα πολύ μεγάλο ταξίδι, με ελικοφόρα. Ήταν μια προσπάθεια των Κουβανέζων να καλέσουν αντιπροσωπείες από όλο τον κόσμο, προκειμένου να απαντήσουν στις κατηγορίες και τις συκοφαντίες των διαφόρων γραφείων των ιμπεριαλιστών, που μιλούσαν για σφαγείς και λοιπά, τα γνωστά.

Βρήκαμε μια περίεργη κατάσταση, γιατί όλος ο κόσμος ήταν ένοπλος, όλοι φορούσαν χακί στολές, είχαν όλοι μπαρμπούτος και οι γυναίκες ήταν ένοπλες, παράλληλα όμως υπήρχε και μια πανηγυρική ατμόσφαιρα. Δηλαδή όλος ο κόσμος χόρευε, μιλούσε, πανηγύριζε. Γιόρταζαν συνέχεια αυτοί, ήταν μια γιορτή της επανάστασης συνεχής.

Πήγαμε εκεί, όπου μας έβαλαν σε ένα αμερικάνικο ξενοδοχείο – είχαν επιτάξει όλα τα ξενοδοχεία. Εκείνο που μας έκανε εντύπωση ήταν ότι στα πρώτα πατώματα, στα πρώτα τριάντα πατώματα έμεναν παιδιά. Είχαν πάρει τα παιδιά από τα χωριά, όπου δεν είχαν σπίτια να μείνουν, για να τα προφυλάξουν, να ζουν σε καλύτερες συνθήκες. Αυτά τα παιδιά τα έβαζαν σε δωμάτια, πήγαιναν σε σχολεία όλα μαζί, ήταν καθαρά… Και ήθελα να τονίσω ότι αυτά τα παιδιά, που μεγάλωσαν και σπούδασαν, σήμερα είναι η νέα τάξη της Κούβας. Γι’ αυτό είναι τόσο δυνατός ο Κάστρο, δε θα φύγει ποτέ, διότι πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά, τα οποία δημιουργήθηκαν από το τίποτα.

Αρχίσαμε να κάνουμε αυτές τις επισκέψεις, να βλέπουμε την σύγχρονη Κούβα. Πήγαμε και στα υπουργεία, εγώ και ο Σακελλάρης, ένας βουλευτής της ΕΔΑ. Η ΕΔΑ πήρε εμένα ως προσωπικότητα, για να είμαι λίγο πιο γνωστός. Φυσικά δεν ήμουν εκεί γνωστός, αλλά, τέλος πάντων, είχαν την καλοσύνη να διαλέξουν εμένα. Τον Σακελλάρη τον ενδιέφερε να δει τα οικονομικά της επανάστασης. Σου λέει “Σε λίγο η ΕΔΑ θα είναι κυβέρνηση στην Ελλάδα, να δούμε πως πάνε τα οικονομικά εδώ”. Ο Κάστρο και οι άλλοι δέχονταν κάθε τόσο τους ξένους. Είδαμε και τον γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος… αυτοί εν τω μεταξύ είχαν ξεφτιλιστεί, διότι, λίγο πριν πέσει ο Μπατίστα, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν εναντίον του Κάστρο.

Πήγαμε λοιπόν στο “Αβάνα Λίμπρε”, το πρώην “Χίλτον”, το οποίο ονόμασαν “Αβάνα Λίμπρε”, “Ελεύθερη Αβάνα”, και μας είπαν ότι στην ταράτσα επάνω, που έπαιζε και μια ορχήστρα, θα μας δεχόταν η ηγεσία των επαναστατών. Καθίσαμε σε κάτι τραπέζια και μετά ήρθαν οι διερμηνείς. Κάναμε τις συστάσεις, ήταν ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα και ο πρόεδρος της Κούβας, ο μόνος που δεν είχε γένια. Άρχισε να ρωτάει για την Ελλάδα, ήξεραν για την Ελλάδα, πολλοί όμως δεν ήξεραν καν που βρίσκεται».

Και ο Τσε;

«Ε, βέβαια. Ο Τσε ήταν γιατρός, από την Αργεντινή. Την αρχαία Ελλάδα βέβαια την γνώριζαν, λίγα πράγματα όμως ήξεραν για την σύγχρονη Ελλάδα. Εκεί λοιπόν που τελείωνε η συνάντησή μας, άρχισε η ορχήστρα να παίζει το “Lune de miel”. Το “Honeymoon song” ήταν το εθνικό τους τραγούδι. Μου είπαν μάλιστα ότι το έχουν γράψει και σε μια στήλη εκεί ότι ο ραδιοφωνικός τους σταθμός ξεκίνησε με το τραγούδι αυτό, το οποίο θεωρούσαν ότι είναι μεξικάνικο. Κάποιος έξυπνος Μεξικάνος εκεί έβαλε το όνομά του από κάτω. Το τραγουδούσε ένας Μεξικάνος τραγουδιστής τον οποίο λάτρευε όλοι η Νότια Αμερική, ήταν ο Καζαντζίδης, ας πούμε της Νότιας Αμερικής. Φυσικά και στην Κούβα, λόγω αυτής της διασκευής του τραγουδιού, και του τραγουδιστή, το τραγούδι ήταν στα χείλη όλων των Κουβανέζων. Λέει λοιπόν ο διερμηνέας, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, στον Κάστρο: “Με την ευκαιρία, να σας πω ότι αυτό το τραγούδι είναι δημιουργία του κύριου εδώ”. “Πού πάτε;” λέει ο Κάστρο κατενθουσιασμένος. “Είναι δυνατόν; Γράφει τέτοια πράγματα;” Δε με άφηναν να φύγω. Και ο Τσε Γκεβάρα ετοιμαζόταν να πάει στη Σιέρα Μαέστρα για περιοδεία. “Θα σε πάρω μαζί μου αύριο”, μου λέει. “Έχει ωραίο κλίμα και άφθονο οξυγόνο εκεί που πηγαίνω”».

Αγαπήθηκα πολύ στην Κούβα ως λαϊκός συνθέτης, δε γίνεται παραπάνω. Να μείνουν ήσυχοι εδώ όσοι λένε ότι είμαι καλός μουσικός και κακός πολιτικός. Αφού δοξάστηκα ως μουσικός στην Κούβα…”».

Πηγή: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 85 ΧΡΟΝΙΑ. ΆΞΙΟΣ ΕΣΤΙ – ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ, σελ 357 έως 359. Αναδημοσίευση από “Theodorakism-Θεοδωρακισμός”.

το πρώτο τραγούδι

22/05/2014

Επειδή μιλάμε για βυζαντινή μουσική, η οποία με επηρέασε βαθύτατα, και πώς να γίνει διαφορετικά, αφού η μητέρα της μητέρας μου, η Σταματία από το Τσεσμέ της Σμύρνης ήτανε βαθύτατα θρησκευόμενη. Την παίρναμε μαζί μας και απαιτούσε να έχει ένα δωμάτιο δικό της, το οποίο το γέμιζε εικόνες και απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ τις θυμιάτιζε και έψελνε ύμνους βυζαντινούς. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι εγώ από ηλικία 2-3 ετών δεν άκουγα τίποτε άλλο από τη γιαγιά Σταματία να τραγουδάει βυζαντινούς ψαλμούς τους οποίους αργότερα μου έμαθε…

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή της ΒΙΚΥΣ ΦΛΕΣΣΑ ΣΤΑ ΑΚΡΑ

 

Είχα αρχίσει πλέον να γράφω δικά μου έργα και -μάλιστα- έκανα το εξής: τα τραγουδούσα και με το βιολί έκανα σεκόντο, ήθελα να κάνω το πρίμο σεκόντο και, χωρίς να το καταλάβω, μου ‘ρθε μια μελωδία και γράφω το πρώτο μου τραγούδι, «Γλιστράς καραβάκι, γλιστράς στον αφρό», παιδικό τραγούδι. Ήμουν τότε ακριβώς 12 χρονών, το 37.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή του ΣΚΑΪ «ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ«

στη Ζάτουνα

21/05/2014

Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει για την εξορία του στη Ζάτουνα της ορεινής Αρκαδίας κατά τη διάρκεια της χούντας.

Και βγαίνω εγώ ο τρελός πρώτος και κάνω την πρώτη οργάνωση, πιάνομαι, μπαίνω στην ασφάλεια, πάω πάνω στη Ζάτουνα με την οικογένειά μου… πού είδατε εσείς μια οικογένεια φυλακισμένη 18 μήνες; Νομίζετε ότι κάναμε «vacance» στο εξοχικό εκεί πάνω; Όταν ξέραμε, ήμαστε βέβαιοι ότι από στιγμή σε στιγμή θα με σκοτώσουν;

Ερχότανε στις 3 τη νύχτα και μου λέγανε «ντύσου». Χίλια διακόσια μέτρα ύψος, ένα μέτρο χιόνι, μοναξιά, πού πάμε; «Πού πάτε με το τζιπ στις τρεις η ώρα τη νύχτα;» να ουρλιάζει η γυναίκα μου, να ουρλιάζουν τα παιδιά μου, και πηγαίναμε στα λαγκάδια και γυρίζαμε πάλι πίσω το πρωί… Πόσες φορές είδα έτσι τη γυναίκα μου… Όταν παίρναν τη γυναίκα μου, θέλαν να της κάνουν έρευνα σωματική οι χωροφύλακες, και ούρλιαζε η κόρη μου, εμένα με είχαν μέσα δεμένο… και φώναζα κι εγώ…

Μία χωριάτισσα, η Βενετσανοπούλου, η οποία ήταν η ωραιότερη του χωριού, θέλαν να την παντρέψουνε με ένα γέρο. Αυτή ερωτευμένη με ένα νέο, τρελαίνεται, πάει στα βουνά επάνω και εγκαταλείπεται για χρόνια στα βουνά, ζούσε με τα όρνεα επάνω. Είχε κάτι αρνάκια και ζούσε. Και κατέβηκε στη Ζάτουνα εκείνο τον καιρό που ήμουνα κι εγώ. Ήτανε μια εβδομήντα χρονών, ψηλή, ωραία γυναίκα, και με χαιρετούσε κιόλας, ήξερε ποιος είμαι, επειδή απαγορευόταν να μου λένε καλημέρα οι χωριάτες μου έλεγε «Καλημέρα σας, κύριε Θεοδωράκη». Τη βλέπω λοιπόν να έρχεται μπροστά στους χωροφύλακες και να κρατάει ένα δέμα. Της λέει ο Στεργίου «Τι πας να κάνεις, κυρά μου;», «Άσε με, ρε» του λέει. Κι ανεβαίνει τα σκαλιά επάνω και μπροστά σε όλους μου λέει «γιε μου, λεβέντη μου, σου φέρνω τα προικιά μου!» Αυτός ήταν ο ελληνικός λαός! Δεν ήταν αυτά που ακούμε σήμερα ή βλέπουμε και διαβάζουμε στις εφημερίδες. Η Βενετσανοπούλου ήταν ο λαός.
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή της Βίκυς Φλέσσα «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» β΄μέρος

Μ. Θεοδωράκης «Ο γιος μου είναι εννιά χρονών»
Τραγουδάνε ο Πέτρος Πανδής και ο Μίκης Θεοδωράκης.
Από τον κύκλο τραγουδιών ΑΡΚΑΔΙΑ που γράφτηκε στη Ζάτουνα την περίοδο που ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος.

Μετά από έξι μήνες, πιο πολύ έτσι για δοκιμή, δεν το πίστευα αυτό, ειρήσθω εν παρόδω, δεν μου επέτρεπαν ελληνικά βιβλία, κι έτσι είχα μια βιβλιοθήκη τεράστια με γαλλικά βιβλία…
Έγραφα συνέχεια, διάβαζα, έγραφα… ήμασταν σαν κλεισμένοι στο σπίτι… η γυναίκα μου δε βγήκε ποτέ… πολύ σπάνια…
Εγώ έβγαινα το πρωί για να πάω να δώσω παρών στην αστυνομία…
Είχα πάντοτε δύο χωροφύλακες, το σπίτι μας είχε τέσσερις φρουρούς, δύο μπροστά, δύο πίσω, το φώτιζαν με εκτυφλωτικό φως… Τριάντα φρουρούς είχα! Μόνο για εμένα! Τα παιδιά μου πήγαιναν στο σχολείο αλλά δεν είχαν δικαίωμα όταν ερχόταν το λεωφορείο να πάνε στο λεωφορείο, ούτε να βγουν απ’ το χωριό.
Λοιπόν, λέω θα κάνω μια αίτηση στη Δημητσάνα, να πουν στο υπουργείο ότι θέλω το πιάνο μου… για πλάκα… κι ω του θαύματος, μετά από 15 μέρες μου λένε, πάρτε το πιάνο σας. Στέλνουν λοιπόν στο Βραχάτι ένα αυτοκίνητο, το φορτώνει, το βλέπουν κι οι χωροφύλακες, το πιάνο, ένα έπιπλο βαρύ, οι χωριάτες μαζί με τους χωροφύλακες το πάνε στο σπίτι. Το βάζω λοιπόν το πιάνο, χαίρομαι εγώ στην αρχή… αλλά δεν παίζω πιάνο. Μου λέει η Μυρτώ, γιατί δεν παίζεις πιάνο, γιατί δε συνθέτεις δικά σου τραγούδια; Της λέω, Μυρτώ, άκου να δεις, εμείς είμαστε εξόριστοι εδώ πέρα πάνω, δεν είμαστε καλά, αλλά είμαστε μαζί. Ξέρεις ότι υπάρχει νόμος, διαταγή του στρατηγού Αγγελή, ότι όποιος τραγουδάει τραγούδια μου, όποιος παίζει μουσική μου, περνάει στρατοδικείο κι ότι εγώ είμαι καταδικασμένος σε πέντε χρόνια φυλακή γιατί τραγουδούσα ένα τραγούδι μου; Τι θέλεις τώρα; Να παίξω εγώ Θεοδωράκη και να μου πουν ότι παίζεις Θεοδωράκη και να με πάνε στρατοδικείο;

Μια μέρα λοιπόν ανοίγω το πιάνο και παίζω «εκεί ψηλά, εκεί ψηλά στον Υμηττό». Βγαίνω στο μπαλκόνι, κάτω οι φρουροί μου λένε «επιτέλους, κύριε Μίκη μας έπαιξες λίγο Χατζιδάκι». Άρχισα λοιπόν να γράφω τραγούδια και μετά από κάθε τραγούδι έβγαινα στο μπαλκόνι και έλεγα στους φρουρούς «Χατζιδάκις». Μετά από λίγο καιρό με κατάλαβαν, «κ. Μίκη, μας δουλεύεις, δικά σου τραγούδια είναι αυτά. Είναι ωραία, ξαναπαίξτα μας».

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή της Βίκυς Φλέσσα «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» β΄ μέρος


Μιλώ
Μουσική: Μ. Θεοδωράκης, Ποίηση: Μ. Αναγνωστάκης
Ερμηνεία: Α. Καλογιάννης
από τον κύκλο τραγουδιών ΑΡΚΑΔΙΑ VIII

Μακρόνησος 1949

20/05/2014

Χιλιάδες (έτσι μας φάνηκαν) φαντάροι, με τα κοντάρια μπροστά, άρχισαν να κατρακυλούν απ’ το λόφο σαν ένα κοπάδι βουβάλια σε φιλμ γουέστερν.

Με περίμενε μια ομάδα με ρόπαλα που έπεσε πάνω μου. Ως συνήθως, τα χτυπήματα στο κρανίο ηχούν σαν γιγάντιες καστανιέτες. Ένας ξερός ήχος, πολύ κοντά στον εγκέφαλο. Καθώς με χτυπούσαν, με ρωτούσαν: «Θα υπογράψεις, ρε;» Λες και με γνώριζαν και είχαν παρτίδες μαζί μου. Δε μιλούσα. Τόσο πολλά χτυπήματα δεν μπορείς τελικά να τα συνειδητοποιήσεις. Μέσα στην ποσότητα, χάνεται η ποιότητα ενός ειδικού πόνου. Πιο πολύ πονάς, όταν το χτύπημα γίνεται στο κόκαλο. Χέρια και κνήμες. Κουράστηκε η ομάδα που χτυπούσε. Άκουσα τότε ευκρινώς πάλι το «ομάδα ξυλοδαρτικής» και είδα να εξορμούν καινούρια λεφούσια.

Ήμουν πάντα όρθιος κι έβλεπα τι γίνεται γύρω μου. Έβλεπα ανοιγμένα κρανία, ματωμένα γεννητικά όργανα, παραμορφωμένα πρόσωπα. Και δυστυχώς άκουγα. Λέω δυστυχώς, γιατί αυτό με βασάνιζε πάνω απ’ όλα. Τα θύματα βγάζανε γοερές κραυγές. Σαν ζώα που τα σφάζουν. Το ίδιο σκούζανε και οι θύτες. Βλαστήμαγαν, βρίζανε, προστάζανε. Ξεφτελίζανε με τις χυδαίες τους λέξεις την ανθρώπινη φύση.

Θα ‘χαν περάσει τρεις ώρες. Σιγά σιγά η χαράδρα γέμιζε με σώματα ακινητοποιημένα, λουσμένα στο αίμα. Άλλους όρθιους τους σέρνανε στα τραπεζάκια και τους βάζανε να υπογράψουν.

Πήρε το λόγο ο χοντρός: «Για τελευταία φορά, θα υπογράψεις, ναι ή όχι;» τον κοίταζα στα μάτια χαζά. Λες και ήμουν ο Άγιος Βαρθολομαίος στο μαρτύριο – αν πέρασε κι αυτός μαρτύριο. «Τι παριστάνεις, ρε μαλάκα;» ρωτάει κάποιος άλλος. Θα ‘ταν απόγιομα και είχαν κουραστεί. Μαζεύανε απ’ το χώμα τους αναίσθητους.

Ο χοντρός προστάζει: «Το χέρι ή το πόδι;». «Το πόδι, ρε! Πού να βρεις τέτοια πόδια! Ατέλειωτος.» Πέφτουν τσούρμο πάνω μου και με γαντζώνουν στο χώμα. Πιάνει γρήγορα ο Λόρης, έτσι τον λέγαμε τον στραγγαλιστή, το δεξί μου πόδι, πρώτα τη φτέρνα, ύστερα αγκαλιάζει την κνήμη. Το σηκώνει ψηλά. Και κρατς. Πρόλαβα να συνειδητοποιήσω, μέσα στο δέκατο του δευτερολέπτου, τον ασύλληπτο πόνο και λιγοθύμησα. Αργά τη νύχτα με ξύπνησαν οι φωνές. Με είχαν σε κρεβάτι, μέσα σ’ ένα θάλαμο. Στο πάτωμα πλάι μου ο Ροσέτος. Την ώρα που άνοιγα τα μάτια, έκοβε τις φλέβες του. Έκανα να φωνάξω και τότε μόνο συνειδητοποίησα, ότι ήμουν ολόκληρος μια πληγή. Είχα κρυώσει και οι πόνοι έρχονταν από παντού.

Ψάχνανε να βρούνε κάποιους. Ησύχασαν μόλις είδαν το Ροσέτο και μένα. Δεν είχαμε ακόμα υπογράψει. Πήγανε να τον σηκώσουν. Είχε λιποθυμήσει φώναξαν τους νοσοκόμους και τον πήρανε. «Τι γίνεται με σένα;» ρωτά ο αρχηγός τους. «Αν θέλεις να υπογράψεις, κλείσε μας τα μάτια να καταλάβουμε». Τον κοιτούσα κατάματα. Άρχισαν να με χτυπάνε πάνω στο κρεβάτι με τα γκλομπς. Αυτό είναι άλλο πράγμα. Δεν εύχομαι σε κανένα από σας να φάει ξύλο στο κρεβάτι. Και μάλιστα αν έχει πληγές και κατάγματα, όπως εγώ. Λιποθύμησα. Με βάλανε στην κουβέρτα και με μεταφέρανε έξω.

Άκουσα τότε ένα ουρλιαχτό και είδα από τη χαραμάδα της σκηνής μια λάμπα πετρελαίου κρεμασμένη στο κοντάρι. Μπήκαμε μέσα και με ρίξανε απότομα στο χώμα. Πόνεσα. Μια ομάδα, κάτω από τη λάμπα ασχολιόταν να σπάζει τα δάχτυλα ενός κρατούμενου. Του έλεγαν: «θα υπογράψεις;» του έδιναν και την πένα. Του είχαν ήδη τσακίσει το δείκτη. Αυτός αρνιόταν.

Άλλον τον τσάκιζαν, άλλον τον σιδέρωναν, να σπάει η μονοτονία. Μου ήρθε εμετός. Ξερνούσα χολή και αίμα και τα ξαναμασούσα, γιατί δεν μπορούσα να γυρίσω στο πλάι. Πνιγόμουν.

Και πάλι με ξυπνούν. Είμαι σε ράντζο, σε άλλο μέρος. Μπήγουν απειλητικά τα γκλομπς στα πλευρά, στην κοιλιά. Μόλις το βάζουν στο γόνατο με τρελαίνει ο πόνος.

Είδα τον καθηγητή Δεσποτόπουλο να πλησιάζει να λέει στον αξιωματικό «πρέπει να τον δει γιατρός». Ήμαστε φαίνεται μπροστά στο αναρρωτήριο, γατί βγήκε ένας γιατρός με μπλούζα. Τότε, του λέει ο καθηγητής, με τη γνωστή έμφαση που δίνει στο λόγο του: «Σας καθιστώ υπεύθυνο εσάς προσωπικά γι’ αυτό το παιδί. Σ’ αυτό το χτυπημένο κεφάλι κρύβεται ένα μυαλό γεμάτο νότες…» Σ’ αυτό το στιλ. Μ’ άφησαν κάτω. Μπήκαν στο κτίριο ο αξιωματικός και ο γιατρός. Ύστερα βγήκε ο δεύτερος και ξαναγύρισε. Με βάλανε στο αναρρωτήριο. Είχε αδειάσει το αίμα μου. Με γδύσανε. Είδε ο γιατρός το πόδι τις πληγές. Τα κατάγματα. Το φρύδι που είχε και πάλι ανοίξει. Με ξαναντύσανε όπως όπως και με τυλίξανε με κουβέρτες. Ο γιατρός μου έκανε ένεση και κοιμήθηκα. Ξύπνησα από τον ήχο της μηχανής. Η θάλασσα λίκνιζε το καΐκι. Από πάνω μου χτυπημένοι και τρελοί που ο καθένας είχε και το δικό του τικ. Όλοι σπαστικοί.

Επικεφαλής των βασανιστών ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας Ιωαννίδης. 

αποσπάσματα από το βιβλίο του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Τα παραπάνω συνέβησαν στην Μακρόνησο, στις 26 Μαρτίου του 1949, μια μέρα μετά την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Ο Μίκης Θεοδωράκης, μετά τα βασανιστήρια, μεταφέρθηκε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για δύο μήνες. Εκεί του βρήκαν τρία σπασμένα πλευρά, το δεξί γόνατο εξαρθρωμένο, πολλαπλά κατάγματα και τον μισό πνεύμονα κατεστραμμένο. (από το βιβλίο του Guy Wagner: Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, Μια ζωή για την Ελλάδα).


Antonito el Camporio
Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Απόδοση στα Ελληνικά: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη