Archive for Δεκέμβριος 2009

είναι Χριστούγεννα…

28/12/2009

  

 

Το παρακάτω χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Άγκυρα» της Θεσσαλονίκης στις 26/12/1915:

Χριστούγεννα

Γεμάτη από κόσμο η αγορά. Αρσενικοί, θηλυκοί, ουδέτεροι, όλοι έτρεξαν εκεί με τα καλάθια στο χέρι να τα γεμίσουν από κότες, πετεινούς, ινδιάνους με τις χρωματιστές κορδέλες, με φρούτα διάφορα τυλιγμένα μέσα στα χρυσά της γιορτής φύλλα.
Είναι Χριστούγεννα. Είναι η μεγάλη εορτή που μας φέρνει ο χρόνος στο τελευταίο του ψυχορράγημα.
Μια γυναίκα μ’ ένα παιδί στο χέρι γυρίζει μέσα σ’ όλον τον κόσμο, στριμώχνεται, σπρώχνει, σπρώχνεται και περνάει χαζεύοντας μπροστά σ’ όλα τα μαγαζιά.
Το παιδάκι είναι γεμάτο χαρά. Βλέπει όλη εκείνη την εικόνα γελαστό και πότε πότε ρωτάει τη μαμά του για ό,τι του φαίνεται παράξενο.
-Κοίτα, μαμά, τι ωραίος αυτός ο πετεινός. Αχ! τον επήρανε! Γιατί δεν τον παίρναμε μεις μαμά;
Η Μάνα έκανε πως δεν άκουσε τίποτε.
Επήγε ως το τέλος, εγύρισε, ξαναπήγε και εστάθηκε μπροστά σ’ ένα Χασάπικο. Έβγαλε ένα μισολερωμένο μαντήλι από την τσέπη της, έλυσε τον ακρινό κόμπο και άρχισε να μετράει τα νίκελ που ήτανε δεμένα μέσα.
-Δως μου εκατό δράμια κρέας, είπε δειλά, δειλά στον κρεοπώλη.
Και κείνος ιδρωμένος και κατακόκκινος σαν φουσκωμένος γάλλος, εγύρισε, της έριξε μια περιφρονητική ματιά και με τη χονδρή φωνή του της είπε:
-Δεν πουλάμε, τέτοιες ώρες κυρά μου, εκατό δράμια.
Εκείνη έριξε άλλη μια ματιά στο λυμένο κόμπο, ξαναμέτρησε τα νίκελ, έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και εβγήκε στον άλλο δρόμο.
Το παιδάκι εκοίταξε με απορία τη Μαμά του.
-Γιατί, μαμά, δεν σούδωσε ο χασάπης κρέας;
Η Μάνα αναστέναξε βαθύτερα.
-Είναι Χριστούγεννα, παιδί μου, σήμερον και δεν έχει καιρό.

ΚΛΕΩΝ ΒΡΑΝΑΣ

Εφημερίδα «ΑΓΚΥΡΑ» Θεσσαλονίκης, 26/12/1915
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ (ΚΛΕΩΝ ΒΡΑΝΑΣ)
«ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ (ΚΛΕΩΝ ΒΡΑΝΑΣ 1908-1940)»

 

  

Advertisements

Αϊ-Βασίλης

26/12/2009

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει αποσπάσματα από ενδιαφέροντα κείμενα που συναντήσαμε στο διαδίκτυο γράφοντας τη λέξη «Αϊ-Βασίλης» στη μηχανή αναζήτησης της Google.

 

 

Ο καθηγητής της Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος στο βιβλίο του «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών» γράφει: 

Ο δικός μας άγιος Βασίλης
ήταν ένας καθαρά πρωτοχρονιάτικος άγιος, κάτι ανάμεσα στον πραγματικό Ιεράρχη της Καισαρείας και σ’ ένα πρόσωπο συμβολικό του Ελληνισμού, που ξεκινούσε από τα βάθη της ελληνικής Ασίας, κι έφτανε την ίδια μέρα σ’ όλα τα πλάτη, από τον Πόντο ως την Επτάνησο κι από την Ήπειρο ως την Κύπρο. Ξεκινούσε σαν μεσαιωνικός πεζοπόρος, αμέσως ύστερ’ από τα Χριστούγεννα, με το ραβδί στο χέρι, και περνούσε απ’ τους διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα και κουβεντιαστής με όσους συναντούσε. Δεν κρατούσε κοφίνι στην πλάτη του ούτε σακί φορτωμένο με δώρα. Εκείνο που έφερνε στους ανθρώπους ήταν περισσότερο συμβολικό: η καλή τύχη ιδιαίτερα κι η ιερατική ευλογία του. Το μόνο κάπως συγκεκριμένο ήταν το μαγικό ραβδί του, απ’ όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες, σύμβολα των αντίστοιχων δώρων, που θα μπορούσε να μοιράσει στους ευνοουμένους του.

απόσπασμα από κείμενο του Δ. Λουκάτου στο www.paidika.gr

  

 

  

Ο Άγιος Βασίλης δίνει το κακό παράδειγμα για την υγεία

Ο Άγιος Βασίλης δίνει το κακό παράδειγμα με την στρογγυλή του κοιλιά και τις μετακινήσεις του με το έλκηθρο και θα έπρεπε να κάνει δίαιτα και να κυκλοφορεί με τα πόδια ή με ποδήλατο, σύμφωνα με μία έρευνα που έγινε από έναν Αυστραλό ερευνητή και που δημοσιεύθηκε σήμερα από την British Medical Journal.
«Σύμφωνα με την επιδημιολογική μελέτη υπάρχει μία συσχέτιση μεταξύ των χωρών που γιορτάζουν τον Άγιο Βασίλη και τα αυξημένα ποσοστά παιδική παχυσαρκίας», δήλωσε ο Νέιθαν Γκριλς, διπλωματούχος της δημόσιας υγείας. Θεωρεί παρόλα αυτά «πρώιμο» να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μία αιτιακή σχέση, ακόμα κι αν η εικόνα του Άγιου Βασίλη υποδηλώνει, όπως λέει ο Γκρίλς, ότι «η παχυσαρκία είναι συνώνυμη με την καλή διάθεση και την ευθυμία».
Ο Δρ. Γκριλς υπενθυμίζει την παράδοση μερικών χωρών να αφήνουν γλυκά και μπράντι για τον Άγιο Βασίλη κάτι που «είναι κακό για την παχυσαρκία». «Θα πρέπει να αφήνουμε καρότα και σέλινο», δηλώνει ο Γκρίλς.
Επισημαίνει μάλιστα ότι σε αρκετές κάρτες αναπαριστάται ο Άγιος Βασίλης να καπνίζει πίπα, και μπορούμε να φανταστούμε, όπως σημειώνει ο Γκρίλς το αντίκτυπο που έχει σε ένα παιδί 12 ετών αυτή η εικόνα: «καπνίζει, ενώ είναι τουλάχιστον 99 ετών, και ακόμα δεν έχει πεθάνει από καρκίνο του πνεύμονα».
Ο Άγιος Βασίλης μπορεί επίσης να κατηγορηθεί και για άλλες επικίνδυνες ενέργειες, όπως ότι ποτέ δεν βάζει ζώνη, ούτε φοράει κράνος όταν ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο.
Αυτή την περίοδο μάλιστα με την πανδημία της γρίπης ο κίνδυνος ο Άγιος Βασίλης να κολλήσει ή να μεταδώσει τον ιό της νέας γρίπης Α (Η1Ν1) είναι πολύ μεγάλος. «Ο Άγιος Βασίλης είναι εν δυνάμει φορέας μολυσματικών ασθενειών», εκτιμά ο Δρ Γκρίλς.
Ο Γκρίλς εκπλήσσεται μάλιστα που ο Άγιος Βασίλης δεν προσέχει την υγεία του και αναφέρεται και σε προσωπικές του εμπειρίες όταν είχε και ο ίδιος ντυθεί Άγιος Βασίλης: «Πολλές φορές πήρα αγκαλιά παιδιά που τους έτρεχε η μύτη και ποτέ δεν μου έδωσαν κάτι για να σκουπιστώ μετά».
Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνει η νέα εικόνα του Άγιου Βασίλη να είναι αυτή ενός αδυνατισμένου άνδρα που αθλείται εν όψει των υποχρεώσεών του στις 24 Δεκεμβρίου.

Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 17/12/2009

  

  
  
Αδυνατίζοντας τον Αϊ-Βασίλη!

Οι διαστάσεις τού δυτικής κουλτούρας Αϊ-Βασίλη ποτέ δεν πρέπει να απασχόλησαν πραγματικά τα παιδιά, σε αντίθεση με τις διαστάσεις που έχει το σακούλι του. Επειδή όμως οι καιροί απαιτούν να διορθώνουμε ό,τι τουλάχιστον διορθώνεται (κι επειδή και το σακούλι συρρικνώνεται επικίνδυνα), ο επικεφαλής μιας ομάδας εθελοντών Αγιοβασίληδων στις ΗΠΑ ξεκίνησε μια εκστρατεία κατά της παχυσαρκίας που αποτελεί στην εποχή μας μάστιγα κι έβαλε στόχο να μικρύνει κατά 25% το νούμερο των απανταχού κουβαλητών των χριστουγεννιάτικων εκπλήξεων.
«Ασκώ τις απαραίτητες πιέσεις για να μειωθούν κατά 25% τα μεγέθη των Αϊ-Βασίληδων», δήλωσε ο Ερνεστ Μπέρτζερ, πρόεδρος της εθελοντικής ομάδας «Santa America», που προωθεί ένα άλλο μοντέλο Αϊ-Βασίλη. «Προσπαθούμε με τρόπο αλλά ταυτόχρονα χωρίς… εκπτώσεις να αλλάξουμε τη στάση αυτών των Αϊ-Βασίληδων ώστε να διάκεινται πλέον θετικά έναντι της καλής φυσικής κατάστασης και να μειώσουν το βάρος τους».

Ο Ερνεστ Μπέρτζερ εκτιμά ότι το ένα τρίτο των επαγγελματιών «Σάντα» στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι παχύσαρκοι, αντικατοπτρίζοντας την υπεροχή των ανθρώπων με παραπανίσια κιλά μεταξύ των ενηλίκων Αμερικανών. Αλλο ένα τρίτο, κατά την εκτίμησή του είναι υπέρβαροι. Οσο για τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι υποχρεώνονται να βάζουν πρόσθετα κάτω από τις στολές για να μη χαλάσουν τη γενικά αποδεκτή εικόνα του καλοζωισμένου προτύπου!

αποσπάσματα από άρθρο της Κ. Τζαβάρα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στις 24/12/2010

 

 

  
Ο Αϊ-Βασίλης και η κόκα κόλα

Στις αρχές του αιώνα μας ο Αϊ-Βασίλης άλλαξε κάπως μορφή, και έγινε όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα. Σε αυτό συνετέλεσε η Κόκα-Κόλα. Κι αν ήταν ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ που τον φαντάστηκε πρώτος, περίπου όπως είναι σήμερα, η Κόκα-Κόλα αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής. Στα 1931, που η Κόκα Κόλα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον Σάντα Κλάους στη χειμωνιάτικη διαφημιστική της εκστρατεία και ανέθεσε σε έναν άλλο Αμερικανό καλλιτέχνη, τον Χάντον Σάνμπλομ, να τον σχεδιάσει. Εκείνος διάλεξε για τον Άγιο τα χρώματα της Κόκα Κόλα καί… να τος, με τις μαύρες μπότες του, το μακρύ σκουφί του, το κόκκινο κοστούμι του και την άσπρη του γούνα, όπως τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε. 

απόσπασμα από κείμενο του Δ. Λουκάτου στο www.paidika.gr

 

 

 

Ο Αϊ-Βασίλης και η πρωτοχρονιά

Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε την 1 Ιανουαρίου του 379. Αυτή η ημερομηνία, ημέρα θανάτου του, διατηρούμενη στη παράδοση, θεωρήθηκε απ’ όλους τους χριστιανικούς λαούς ότι φέρνει ευλογία και καλή τύχη στη νέα χρονιά. Γι’ αυτό και την ημέρα της Πρωτοχρονιάς περιμένουμε όλοι τον Άγιο Βασίλη να ευλογήσει τα σπιτικά μας και να πάρει το δικό του κομμάτι από την βασιλόπιτα. Στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, πέρα από τα παινέματα, κύριο πρόσωπο είναι ακριβώς ο Μέγας Βασίλειος για το έργο του οποίου γίνεται υπενθύμιση στον σπιτονοικοκύρη ώστε να το επαναλάβει επ’ ωφελεία βεβαίως των παιδιών που ψάλλουν τα κάλαντα.

απόσπασμα από κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Pathfinder Christmas

 

 

  

Ο άδικος Αϊ-Βασίλης

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στις 1/3/1999, στο μαθητικό έντυπο «Παρρησία», που εκδίδεται στο Γυμνάσιο Ψαχνών Ευβοίας:

Κι εφέτος το έλκηθρο του χοντρούλη Αϊ-Βασίλη δεν επισκέφτηκε τα φτωχά παιδιά του κόσμου μας. Μήπως ο χοντρούλης γελαστός γέρος, με την κόκκινη στολή και τ’ άσπρα γένια,  ξεχνάει εύκολα λόγω της μεγάλης ηλικίας του; Μα γιατί δεν ξεχνάει τα παιδιά της πλούσιας Ευρώπης ή της Αμερικής; Αν πράγματι είναι άδικος, είναι που οι μεγάλοι είναι άδικοι, οι άνθρωποι που τον έπλασαν και μάλιστα τον έμαθαν να πίνει και κόκα-κόλα.
Αυτός ο Αϊ-Βασίλης που μας δείχνουν δεν είναι παρά καμουφλάζ της αδικίας, της αδιαφορίας και της απληστίας κάποιων. Τα πεινασμένα παιδιά του κόσμου μας γυρεύουν λίγη αγάπη, λίγη συμπόνια, αλλά δεν τους τη χαρίζει. Δε ζητούν παιχνίδια ακριβά – αυτά είναι πολυτέλεια. Λίγο φαγητό να φάνε, λίγα φάρμακα ζητούν για τις αρρώστιες. Είναι άραγε πολλά αυτά; Να ζήσουν ζητούν, απλά να ζήσουν.
Εμείς όμως φοράμε παρωπίδες και δε βλέπουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Ξεγελάμε τον εαυτό μας και νομίζουμε πως δε φταίμε εμείς για όλη αυτή την αδικία. Νομίζουμε πως δε φταίμε εμείς αν ο Αϊ-Βασίλης ξεχνάει τα φτωχά και δυστυχισμένα παιδιά. Είναι στο χέρι μας ν’ αλλάξουμε τις «συνήθειες» του Αϊ-Βασίλη μας. Είναι στο χέρι μας να ξαναγίνει δίκαιος ο Αϊ-Βασίλης μας, είναι στο χέρι μας να γελούν – να μην πονούν – όλα τα παιδάκια του κόσμου μας.
Σταματούλα Χαλεπά (Γ΄ τάξη Γυμνασίου Ψαχνών)

το κείμενο δημοσιεύτηκε στο
http://www.servitoros.gr/education/view.php/17/334/

 

  

Ο Αϊ-Βασίλης φέτος δε θέλει κουλουράκι, θέλει εμβόλιο Η1Ν1

Ξεχάστε φέτος τα κουλουράκια μπροστά από το τζάκι που περιμένουν τον Άγιο Βασίλη. Ο ευτραφής Άγιος που αγαπάει τα παιδιά κινδυνεύει περισσότερο από τη νέα γρίπη και θέλει να τον φροντίσουμε, δίνοντάς του το εμβόλιο κατά του Η1Ν1 και αποφεύγοντας να τον συναντήσουμε όταν έχουμε συμπτώματα γρίπης.
Η νέα γρίπη έχει απασχολήσει τόσο πολύ τους απανταχού Άγιο-Βασίληδες, που σε πρόσφατο συνέδριο που οργάνωσε στη Νέα Υόρκη η Amalgamated Order of Real Bearded Santas, ένας σύλλογος των «Άγιων Βασίληδων» των εμπορικών κέντρων οι οποίοι είναι πραγματικά παχουλοί και φέρουν πραγματική γενειάδα, πραγματοποιήθηκε ειδική συνεδρία αφιερωμένη στην προστασία από τον Η1Ν1.
Η ομάδα κάλεσε τα μέλη της να απολυμαίνουν τακτικά τα χέρια τους και να παίρνουν βιταμίνες για να ενισχύσουν το ανοσοποιητικό τους. Ο πρόεδρός της, Nicholas Trolli, δήλωσε ότι ο Άγιος Βασίλης δεν θα φοράει γάντια φέτος, ώστε να μπορεί να πλένει τακτικά τα χέρια του, και ότι θα απολυμαίνει σε κάθε ευκαιρία την καρέκλα του, ενώ θα στέλνει πιο τακτικά τη στολή του στο καθαριστήριο. Ο κ. Trolli ζήτησε επίσης από τους γονείς να μη φέρνουν τα παιδιά τους να δουν τον Άγιο Βασίλη αν έχουν συμπτώματα γρίπης.
Πολλές από τις διάφορες ενώσεις Άγιων Βασίληδων έχουν ζητήσει να τους δοθεί προτεραιότητα στον εμβολιασμό κατά της νέας γρίπης, καθώς το αυξημένο βάρος τους τούς καθιστά ομάδα υψηλού κινδύνου. Ο Ernest Berger, πρόεδρος μιας άλλης ομάδας που ονομάζεται Santa America ζήτησε από το Κογκρέσο να κηρυχθούν οι Άγιοι Βασίληδες ως ομάδα υψηλού κινδύνου για το εμβόλιο, όπως οι επαγγελματίες υγείας και τα άτομα που φροντίζουν βρέφη.
Ο κ. Berger εκτιμά ότι περίπου τα δύο τρίτα όλων των Άγιο-Βασίληδων της ομάδας του είναι υπέρβαροι και περίπου το ένα τρίτο έχουν νοσηρή παχυσαρκία. Πρόσθεσε επίσης, ότι οι Άγιο-Βασίληδες συναντούν έως και 400 παιδιά την ημέρα και περίπου 4.000 έως τα Χριστούγεννα.
Επομένως, οι προφυλάξεις είναι απαραίτητες προκειμένου να προστατευθεί η υγεία τους, καθώς και η υγεία των παιδιών που τους επισκέπτονται.

το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 24/11/2009 στο
healthview.gr 

 

 

  
Η αξιοπρέπεια και ο Αϊ-Βασίλης

Ευτυχώς το σκάφος «Dignity» (Αξιοπρέπεια) δεν βυθίστηκε στα διεθνή ύδατα, 90 μίλα ανοιχτά των ακτών της Γάζας, ύστερα από τον εμβολισμό του από ισραηλινή ακτεωρό. Μπορεί η αποστολή να απέτυχε και οι τρεις τόνοι ανθρωπιστικής βοήθειας να μην έφτασαν στον προορισμό τους, όμως και μόνο το γεγονός ότι, μες στον όλεθρο του πολέμου, κάποιοι απλώς προσπάθησαν να σταθούν σαν άνθρωποι, έσωσε την τιμή και την αξιοπρέπεια του είδους μας.
Η περιπέτεια του «Dignity», που είχε αποπλεύσει από τη Λάρνακα, είχε κεντρική θέση στα δελτία ειδήσεων. Ίσως αξίζει, σ’ αυτό το τελευταίο, για το 2008, σημείωμα να σταθούμε στην τόλμη και το κουράγιο που έδειξαν μια χούφτα άνθρωποι από όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους τρεις γιατροί.
Το άνθος του εθελοντισμού είναι οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι ανώνυμοι πολίτες που δίνουν το «παρών» ακόμα και όταν ο αέρας μυρίζει μπαρούτι, όπως και το άνθος της δημοσιογραφίας είναι οι πολεμικοί ανταποκριτές που γυρεύουν την αλήθεια χωρίς να ενσωματώνονται στο στρατόπεδο των νικητών – κι ένας από αυτούς ήταν ο Γιώργος Κοίλιαρης της ΝΕΤ.
Έκοβε την ανάσα η βιαστική μαρτυρία ενός Παλαιστίνιου γιατρού στη Γάζα που μεταδόθηκε χθες (Μέγκα): «Το νοσοκομείο έχει γεμίσει», είπε. «Απλώς απλώνουμε τους τραυματίες στο πάτωμα κι εμείς πηδάμε τρέχοντας σαν λαγοί ανάμεσά τους». Την απελπισμένη μάχη που δίνουν οι «λευκές μπλούζες» δεν θα τη συναντήσουμε στο βιβλίο της ιστορίας, ενώ αυτοί οι ηρωικοί μαχητές της ζωής μάλλον δεν θα λάβουν εύφημον μνείαν για την προσφορά τους.
Τι θα μου φέρει φέτος ο Αϊ-Βασίλης; Πριν από λίγες ημέρες περίμενα στο ταμείο ενός μεγάλου σούπερ μάρκετ, όπου κατέφταναν γιγάντια καρότσια φορτωμένα προϊόντα και …παιδιά. Δεν εννοώ μωρά που κάθονταν στο πτυσσόμενο εσωτερικό καρεκλάκι, αλλά κοτζάμ παιδιά ξαπλωμένα ανάσκελα μες στο καρότσι και περιτριγυρισμένα από δώρα, ποτά και τρόφιμα. Ένας πατέρας είχε ακουμπήσει στον κυλιόμενο διάδρομο του ταμείου ένα αγοράκι δύο ετών που κρατούσε σφιχτά ένα κουτί με μια παιδική τηλεόραση και παραλίγο η ταμίας να αναζητήσει με το ηλεκτρονικό μαρκούτσι της τον barcode του προϊόντος στα χεράκια του παιδιού. Και όταν λέμε «παιδική τηλεόραση», εννοούμε έναν κανονικό δέκτη που είναι στολισμένος με τη φιγούρα ενός ήρωα από καρτούν, μια τηλεόραση για το παιδικό δωμάτιο. Το πεντάχρονο κοριτσάκι ενός φίλου φέτος βαρέθηκε να σκεφτεί τι θα ζητήσει από τον άγιο. «Ο Άγιος Βασίλης ξέρει τα γούστα μου. Ας διαλέξει αυτός ό,τι μου αρέσει», είπε.
Τα παιδιά της Γάζας είναι μουσουλμανάκια και οι γονείς τους μάλλον δεν τους έχουν μάθει να περιμένουν τον Αϊ-Βασίλη. Αν όμως πίστευαν, ίσως φέτος να μην του ζητούσαν PlayStation και IPod, αλλά γάζες, επιδέσμους, ράμματα και αντισηπτικά, περίπου ό,τι μετέφερε το «Dignity». Ίσως τα ισραηλινά αντιαεροπορικά πυρά να επιχειρούσαν να σταματήσουν και το ιπτάμενο έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη, οπότε οι κουτσοί τάρανδοι θα επέστρεφαν άπρακτοι στη Λαπωνία.
Ας μη πούμε ότι το 2008 μας αποχαιρετά με μια σφαγή. Ας πούμε ότι διασώθηκε η λέξη «αξιοπρέπεια».

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΖΙΑΝΤΖΗ εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 31/12/2008 

 

 

Γιατί δεν υπάρχει Αϊ-Βασίλης

Καταρχήν, κανένα γνωστό είδος τάρανδου δεν πετά. Παρόλο που υπάρχουν 300.000 είδη ζωντανών οργανισμών που ακόμα δεν έχουν καταχωρηθεί (τα περισσότερα έντομα και μικροοργανισμοί), αυτό δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι υπάρχει ιπτάμενος τάρανδος, τον οποίο απ’ ό,τι φαίνεται μόνο ο Αϊ-Βασίλης έχει δει.
Υπάρχουν περίπου 2 δις παιδιά (κάτω των 18 στον κόσμο). Επειδή ο Άγιος Βασίλης προφανώς δεν επισκέπτεται Μουσουλμάνους, Ινδουιστές, Εβραίους και Βουδιστές, ο φόρτος εργασίας του περιορίζεται στο 15% του συνολικού – 378 εκατομμύρια.
Σύμφωνα με το Διεθνές Γραφείο Καταγραφής Πληθυσμών, με μέσο όρο 3,5 παιδιών ανά σπίτι, έχουμε 91,8 εκ. σπιτικά. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα καλό παιδί ανά σπίτι που αξίζει να πάρει δώρο σύμφωνα με την Παράδοση.
Ο Άγιος Βασίλης έχει μόλις 31 ώρες για να δουλέψει, κι αυτό χάρη στη διαφορά ώρας και την περιστροφή της γης, θα υποθέσουμε ότι ταξιδεύει από ανατολικά προς δυτικά (που είναι και το πιο λογικό μιας και τόσα χρόνια κάνει αυτή τη δουλειά) αυτό μας κάνει 822,6 επισκέψεις το δευτερόλεπτο. Δηλαδή, για κάθε χριστιανικό σπίτι με ένα καλό παιδί, ο Άγιος Βασίλης έχει 1/1000στό του δευτερολέπτου να παρκάρει το έλκηθρο, να κατέβει, να πηδήξει από την καμινάδα, να αφήσει τα δώρα στα παπούτσια του καθενός, να βάλει κάποια δώρα κάτω από το δέντρο, να φάει το κομμάτι της πίτας του, να ξανανέβει την καμινάδα, να ξαναμπεί στο έλκηθρο και να φύγει για το επόμενο σπίτι.
Αν υποθέσουμε ότι αυτές οι 91,8 εκατομμύρια επισκέψεις ισαπέχουν μεταξύ τους (χάριν υπολογισμών), μιλάμε για απόσταση 0,78 μίλια ανά σπίτι, συνολικό ταξίδι 75,5 εκατομμύρια μίλια, και χωρίς να μετράμε τις στάσεις για να κάνει την «ανάγκη» του! Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι το έλκηθρο τρέχει με 650 μίλια το δευτερόλεπτο, 3.000 φορές την ταχύτητα του ήχου.

απόσπασμα από ανυπόγραφο κείμενο που αναρτήθηκε στις ιστοσελίδες:
Metal group revews
Έφηβος

InOut.gr
Prammos
Entercity.gr

  

  

Ο πόλεμος του Αϊ-Βασίλη

…Οι Γροιλανδοί, που είχαν πριν από λίγες εβδομάδες εκλογές, έμπλεξαν τον Αϊ-Βασίλη στην πολιτική αντιπαράθεση, αλλά και οι ήπιοι και φιλικοί Ισλανδοί έδειξαν να δυσανασχετούν. Αιτία, η προσπάθεια μονοπώλησης της πατρίδας του Αϊ-Βασίλη από τους Φιλανδούς.
Οι Λάπωνες της Φιλανδίας έχουν κατορθώσει με τους πετυχημένους χειρισμούς της τοπικής κυβέρνησης να καθιερωθεί το χωριό Ροβανιέμι ως η «επίσημη» πατρίδα του Santa Claus.
Μια πραγματική στρατιά Φιλανδών εργάζεται όλο το χρόνο για να επικρατήσει στις γιορτές το σύμβολο «Αϊ- Βασίλης», ως εμπορικό σήμα, «προϊόν ονομασίας προέλευσης», όπως η φέτα και το λαχανάκι Βρυξελλών.
Το αποτέλεσμα είναι η εισροή πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων στη φιλανδική οικονομία από τον χειμερινό τουρισμό (με προορισμό το θεματικό πάρκο του Ροβανιέμι) και την πώληση δώρων και αναμνηστικών με τη μορφή του Αϊ-Βασίλη… Το τοπικό καζίνο κάνει χρυσές δουλειές και η περιοχή έχει πλέον χαρακτηριστεί ως το «Ελντοράντο των πάγων».
Γιατί αυτοί κι όχι εμείς, ρωτούν με οργή οι Γροιλανδοί, που έχουν επίσης στην παράδοσή τους τον Αγιο, ωστόσο, υπολείπονται σε μάρκετινγκ και διαφήμιση… «Πρόκειται για σοβαρό διπλωματικό θέμα, είναι πασίγνωστο ότι ο Αϊ-Βασίλης είναι Γροιλανδός», δηλώνει παλαίμαχος τοπικός πολιτικός ηγέτης.
Στο χορό της δυσαρέσκειας και οι Ισλανδοί που δεν κατόρθωσαν να επικρατήσουν με τη δική τους τοπική παράδοση, τα 13 καλικαντζαράκια και τη μάγισσα Γκρίλα, και τώρα απειλούνται από τον γενειοφόρο και εισαγόμενο Λάπωνα…

απόσπασμα από άρθρο του ΝΙΚΟΛΑ ΖΗΡΓΑΝΟΥ στην εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 29/12/2002

  

  

Ορισμός του Αϊ-Βασίλη (χιουμοριστικό):

Άχρηστος άγιος που δεν υπάρχει. Στη Θεσσαλονίκη πιστεύεται ότι καλύτερα να μην υπάρχει για το δικό του το καλό καθώς θεωρείται τσιράκι του Κόκκαλη και ερυθρόλευκος ιπτάμενος καραγκιόζης, και αν τον πετύχει κανείς θα του σπάσει το έλκηθρο γιατί έχει αθηναϊκές πινακίδες. Επιπλέον, η Θεσσαλονίκη έχει και Άι Δημήτρη που είναι και δικό μας παιδί, που είναι και ΠΑΟΚ.

αντιγραφή από το slang.gr

Ρίλκε: ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης

23/12/2009

Είναι ένα από τα πλέον απόλυτα καθήκοντα της φιλίας: να είναι κανείς καθαρός στο Όχι του, όταν δεν τον κατακλύζει το απόλυτο Ναι.

Τις επιγνώσεις μας τις αποκτούμε πάντα εκ των υστέρων.

Πρέπει να κάνει κανείς μέτρο της ζωής του τη μέγιστη δυνατότητα που φέρει εντός του. Διότι η ζωή μας είναι μεγάλη, και χωρά μέσα της τόσο μέλλον, όσο εμείς μπορούμε να κουβαλήσουμε.

Δεν υπάρχει χειρότερη φυλακή απ’ το φόβο να μην πληγώσουμε κάποιον που μας αγαπά.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926)

 

WAS WIRST DU TUN, GOTT

Όταν πεθάνω, Θε μου, τι θα κάνεις;
Εγώ ’μαι  το κανάτι σου (κι αν σπάσω;)
Εγώ ’μαι το πιοτό σου (κι αν χαλάσω;)
Κι είμαι το φόρεμά σου κι η δουλειά σου,
κι όταν χαθώ, χάνεις κι εσύ την έννοιά σου.

Αν λείψω, σπίτι πια κι εσύ δε θάχεις,
όπου θερμά και κοντινά λόγια να σε
καλωσορίζουν.
Κι από τα κουρασμένα πόδια σου χαμαί θα πέσουν
τα βελουδένια σάνταλα, αυτά που εγώ είμαι.

Ο μέγας σου μανδύας θα σ’ αφήσει.
Το ανάβλεμμά σου, που θερμά
σα μαξιλάρι τόπαιρνε το μάγουλό μου,
θάρθει και θα με ψάχνει για πολύ –
κι όταν ο ήλιος πια θα βασιλέψει
στην αγκαλιά θα γείρει που θ’ απλώνουν
κρύα λιθάρια.

Ω Θε μου, τι θα κάνεις; Πώς φοβάμαι.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ από το «ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ» μετάφραση Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 807, 15/2/1961

 

 

… Ποτέ να μη φτάνεις ως την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη θεωρείς πως όλα είναι εντάξει. Η νιότη είναι το ανικανοποίητο. Ο Θεός πρέπει να ήταν ήδη πολύ γέρος όταν ξεκίνησε να δημιουργεί. Ειδάλλως δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης μέρας. Ούτε καν το βράδυ της χιλιοστής ημέρας. Ούτε καν σήμερα. Αυτό είναι που του καταλογίζω. Που κατάφερε να ξοδέψει όλες του τις δυνάμεις. Που θεώρησε πως το βιβλίο έφτασε στο τέλος του με τη δημιουργία του ανθρώπου και γι’ αυτό κατέθεσε την πένα του και περιμένει πια να δει πόσες επανεκδόσεις θα κάνει. Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης. Σε κάνει να θέλεις να κλάψεις και να χάνεις το κουράγιο σου για οτιδήποτε.

Η ζωή έχει ουσιαστικά φτιαχτεί για να μας εκπλήσσει (όταν βεβαίως δεν μας κατακλύζει με φρίκη).

Περνάμε μες απ’ Όλα, όπως η κλωστή μέσα στην ύφανση: δίνουμε σχήμα και μορφή σε εικόνες που εμείς οι ίδιοι τις αγνοούμε.

…Τίποτε δεν μειώνει πιο πολύ την ικανότητά μας να βιώσουμε πραγματικά το Θεό απ’ ό,τι η επιμονή μας να θέλουμε να βλέπουμε δικές του παρεμβάσεις εκεί όπου εκείνος ανέκαθεν απόφευγε ν’ αναμιχθεί. Για να μην πούμε ότι, έτσι καθώς τον φανταζόμαστε να συμμετέχει σε τόσα πράγματα που μας αφορούν, παραβλέπουμε πιθανότατα τα σημάδια των πραγματικών παρεμβάσεών του κάπου αλλού και τις πλέον κραυγαλέες αποδείξεις του.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

  

DARAUS, DASS EINER DICH EINMALL GEWOLLT HAT

Αφού κάποιος μια φορά σε θέλησε,
το ξέρω πως κι εμείς μπορούμε να σε θέλουμε.
Κι αν ακόμα αρνιόμασταν όλα τα βάθη:
όταν το βουνό κρύβει χρυσάφι
και κανείς να το ξεθάψει δεν μπορεί,
το ποτάμι κάποτε στο φως θε να το φέρει,
το ποτάμι που κυλά μες στη γαλήνη
των μεγάλων βράχων.
Κι ακόμα αν δεν το θέλουμε:
Ο Θεός ωριμάζει.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ από «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ»
μετάφραση Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 712, 1/3/1957

  

Πάουλ Κλέε (1879-1940) «Κόκκινο μπαλόνι», (1922)

 

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος σχολιάζει τις «Επιστολές προς ένα νεαρό ποιητή» του Ρίλκε:

Ο νεαρός ποιητής θάγραψε, όπως φαίνεται, στον Ρίλκε, ότι έχασε πια μέσα του το Θεό. Κι’ ο Ρίλκε του λέει: «Μήπως τα πράματα είναι τάχα αλλιώς και μήπως δεν τον είχατε (το Θεό) ποτέ στην κατοχή σας; Και άλλωστε, πότε τάχα μπορεί να είχε συμβεί αυτό; Νομίζετε τάχα ότι μπορεί να έχει στην κατοχή του ένα παιδί Εκείνον, που και οι άντρες μόνο με κόπο τον κρατάνε και που το βάρος του συνθλίβει και τους γέροντες;…Γιατί δεν προτιμάτε να σκεφθήτε ότι (ο Θεός) είναι ακριβώς ο Ερχόμενος, που μέλλει ήδη από τον αιώνα των αιώνων να ρθει, ότι είναι ο Μελλοντικός, ότι είναι ο τελειωτικός καρπός ενός δέντρου που φύλλα του είμαστε εμείς; Τι σας εμποδίζει να μεταθέσετε τη γέννησή του στους χρόνους που είναι υπό δημιουργίαν, και να ζήσετε τη ζωή σας σα μιαν οδυνηρή και όμορφη μέρα μεσ’ στην ιστορία μιας μεγάλης εγκυμοσύνης;» Ας μη συνεχίσουμε τα υπέροχα αυτά ερωτήματα (τα παιδαγωγικά θετικώτατα) που διατυπώνει ο Ρίλκε, και που δεν είναι βέβαια ερωτήματα και αμφιβολίες, παρά είναι μερικές από τις θετικώτερες βεβαιότητες που έχουν ως τώρα διατυπωθεί. Ο παιδαγωγός Ρίλκε είναι τόσο μεγάλος όσο κι’ ο ποιητής. Και δε μπορούσε νάναι αλλιώς. Η αληθινή ποίηση είναι η μεγαλύτερη παιδεία: είναι παιδεία ζωής και θανάτου.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος: απόσπασμα από την ανέκδοτη «Ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος»
Νέα Εστία 30 (1 Δεκ. 1941), τχ. 354, 847-850.
Αντιγραφή από το http://www.greek-language.gr/greekLang/index.html

  

Πάουλ Κλέε (1879-1940) «Castle with setting sun», (1918)

  

Η εμπειρία με δίδαξε ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο δύσκολο απ’ το ν’ αγαπάς κάποιον. Μιλάμε για δουλειά, για μεροκάματο, αληθινό μεροκάματο, κι ένας θεός μόνο ξέρει ότι δεν υπάρχει άλλη λέξη να το περιγράψει.

Δεν υπάρχει ωστόσο τίποτε πιο επιπόλαιο απ’ τις προθέσεις. Εξαντλούμαστε εκφράζοντας και ξαναεκφράζοντάς τες και δεν απομένει τίποτε για την εφαρμογή τους.

Άνθρωποι, όταν σας φέρνουν το Θεό τα υπάκουα και καλά εκπαιδευμένα σκυλιά, που τον κουβάλησαν με κίνδυνο της ζωής τους, πάρτε τον και ξαναπετάξτε τον μες στο απροσμέτρητο. Διότι το Θεό δεν κάνει να τον φέρουν στην όχθη τα υπάκουα και καλά εκπαιδευμένα σκυλιά. Δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο μες στα αφρισμένα νερά του, κι ένα μεγάλο μελλοντικό κύμα θα τον σηκώσει ως τη γη εκείνη, που θα ‘ναι αντάξιά του.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

GOTT SPRICHT ZU JEDEM NUR

Μιλάει στον άνθρωπο ο Θεός μόνο, προτού τον φτιάξει,
κι έπειτα βγαίνει σιωπηλά μαζί του έξω απ’ τη νύχτα.
Και να τα λόγια που μιλά, προτού ο καθείς ν’ αρχίσει,
λόγια συννεφιασμένα:

Απ’ τις αισθήσεις σου σπρωγμένος έξω,
ως με της νοσταλγίας το χείλος τράβα.
Φόρεμα δος  μου.

Ως πυρκαγιά μεγάλωνε πίσω απ’ τα πράγματα, ώστε
ν’ απλώνουν οι ίσκιοι τους πολύ, κι ολά-
καιρο να με σκεπάζουν πάντα.

Άσε το κάθε τι να σου συμβεί: Και ομορφιά και τρόμος.
Ο άνθρωπος πρέπει να τραβά μπροστά. Κανένα
αίσθημα απόμακρο πολύ δεν είναι.
Να μη μ’ αποχωρίζεσαι.
Η χώρα, που τη λεν ζωή,
κοντεύει.

Από τη σοβαρότητά της θα την αναγνωρίσεις.

Δος μου το χέρι.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ από «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ»
μετάφραση Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 866, 1/8/1963

 

Πάουλ Κλέε (1879-1940) «Arriate», (1918) 

Το να έχει κανείς έναν κοντινό του άνθρωπο, που να συνδυάζει αντίθετες απόψεις με μια βαθιά, σταθερή φιλία, μπορεί να ευνοήσει θαυμαστά την εξέλιξή του. Διότι όσο είμαστε (όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές απέναντι στους γονείς και σε άλλους, μεγαλύτερους στην ηλικία ανθρώπους) υποχρεωμένοι να θεωρούμε το Άλλο οπωσδήποτε λάθος, κακό, εχθρικό αντί απλώς «Άλλο», δεν καταφέρνουμε να αποκτήσουμε μια χαλαρή και δίκαιη σχέση με τον κόσμο, όπου βεβαίως πρέπει να υπάρχει χώρος για το καθετί, για τη θέση και την αντίθεση, για εμένα και γι’ αυτόν που είναι εντελώς διαφορετικός από μένα. Μόνο δε υπό την προϋπόθεση και την αποδοχή ενός τέτοιου κόσμου, που θα συμπεριλαμβάνει τους πάντες και τα πάντα, μπορεί κανείς να διαμορφώσει και τον δικό του εσωτερικό κόσμο, με τις εσωτερικές αντιθέσεις και αντιφάσεις του, ανοιχτό και ευρύχωρο και ευάερο.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

από το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Ζω από περιέργεια»

19/12/2009
Έλλη Λαμπέτη: σκληρή και εύθραυστη

Πώς έγινε κι εσύ, η Λαμπέτη, που ένα βασικό εργαλείο της δουλειάς σου είναι αυτή η φωνή σου, η θρυμματισμένη μα πάντα στιλπνή, διάλεξες να παίξεις τον ρόλο μιας κωφάλαλης;

Ένας φίλος μου ‘χε μιλήσει για τη Σάρα. Βρέθηκα στην Αμερική. Είδα την παράσταση. Και ξετρελάθηκα! Και την ίδια στιγμή αποφάσισα να γίνω εγώ η Σάρα.

Μα εδώ δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο έργο, όπου μελετάς έναν ρόλο, κάνεις πρόβες και βγαίνεις για παράσταση…

Ακριβώς. Στην Αμερική το έργο παιζόταν από κωφάλαλους. Για να μπορέσω, λοιπόν, κι εγώ να το υπερασπιστώ πάνω στη σκηνή, έπρεπε να εισχωρήσω σ’ αυτό τον παγερό κι άγνωστο σε όλους μας κόσμο των κωφαλάλων. Επί τρεις μήνες δεν έκανα τίποτ’ άλλο από το να μαθαίνω τη «γλώσσα» των κωφαλάλων. Να μιλάω με τα χέρια μου. Με τα δάχτυλά μου. Πήρα και δασκάλα. Και για μένα και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου. Και μάθαμε όλοι μας να συνεννοούμαστε με τα σύμβολα της δακτυλολογίας.

Σηκώνεται. Αρχίζει να παίζει. Η μαγεία που έλεγα. Παίζει χωρίς να μιλάει. Κι είναι βυθισμένη όλη σ’ αυτό που παίζει. Κι ας χτυπάει το τηλέφωνο. Και το κουδούνι της εξώπορτας από τον ταχυδρόμο. Εκείνη παίζει. Και δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο να τη διακόψεις. Γιατί είναι σκληρή. Όσο ακριβώς και εύθραυστη.

Ήρθαν κωφάλαλοι στο θέατρο να δουν την παράσταση;

Και βέβαια ήρθαν. Τριάντα κωφάλαλα παιδιά. Ήταν κάτι άγριο και συγκλονιστικό συνάμα. Τα παιδιά καταλάβαιναν τα πάντα που συνέβαιναν στη σκηνή. Και αντιδρούσαν. Έβγαζαν άναρθρες κραυγές, που δεν μπορούσαν να ελέγξουν, γιατί, βέβαια, δεν ακούνε. Κι η αίθουσα γέμιζε απ’ αυτές τις άναρθρες φωνές, που σ’ έκαναν να ριγείς. Ήταν μια συνταρακτική εμπειρία.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε η Έλλη Λαμπέτη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 14/3/1981
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 
Ευάγγελος Π. Παπανούτσος: όπως ο Βάρναλης…

Θα θέλατε να μιλήσουμε για λίγο για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση;

Βεβαίως. Το 1957, επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, είχα την περίεργη τύχη να κληθώ στη μεγάλη Επιτροπή Παιδείας. Υπουργός Παιδείας ήταν ο Γεροκωστόπουλος και Προεδρίας ο Τσάτσος – μάλλον ο τελευταίος με πρότεινε. Επί ενάμιση χρόνο αγωνίστηκα όσο μπορούσα, μαζί με τον Λούρο, τον Ζέρβα και τον Μπούη, για να επικρατήσει ένα νεότερο πνεύμα στην εκπαίδευση. Και το πετύχαμε. Τα πρώτα σπέρματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης μπαίνουν στα πορίσματα αυτής της επιτροπής.

Η συνέχεια;

Το 1963, με πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας τον Γ. Παπανδρέου, αρχίζει η πραγματική δουλειά για την αναμόρφωση της εκπαιδευτικής νομοθεσίας. Μπαίνουμε στη Βουλή και η μεταρρύθμιση γίνεται νόμος του κράτους. Ε, ναι, το παγοθραυστικό που θα σπάσει τον πάγο. Η δημοτική γίνεται ισότιμη γλώσσα με την καθαρεύουσα. Η υποχρεωτική εκπαίδευση πάει στα εννέα χρόνια, από τα έξι που ήταν. Το μονολιθικό Γυμνάσιο διαχωρίζεται σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Η διδασκαλία των αρχαίων κειμένων γίνεται από μεταφράσεις. Ιδρύεται το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, με επικεφαλής σπουδαίους επιστήμονες, σαν τον Ι. Κακριδή και τον Ν. Κρητικό. Και καθιερώνεται το ακαδημαϊκό απολυτήριο.

Η δικτατορία τι έκανε;

Κατάργησε τον νόμο, αλλά όχι και το ακαδημαϊκό απολυτήριο. Αλλά το 1974, στην πρώτη Βουλή της μεταπολίτευσης, με πρωθυπουργό τον Καραμανλή και υπουργό Παιδείας τον Γ. Ράλλη, εισάγουμε τα νέα μέτρα. Και για πρώτη φορά συμπολίτευση και αντιπολίτευση συμφωνούν σ’ έναν εκπαιδευτικό νόμο.

(…)

Νύχτα φεύγω από το διαμέρισμα της Αναγνωστοπούλου, όπου ο Ευάγγελος Παπανούτσος, εδώ και εφτά χρόνια, από τον θάνατο της γυναίκας του, ζει μόνος, ανάμεσα στα βιβλία του, στα χαρτιά του, στους πίνακες που αγαπάει.

Γράφετε τα βράδια; τον ρωτάω στην πόρτα.

Είναι το μόνο πράγμα που ξέρω να κάνω. Καμιά φορά σκέφτομαι τι ωραίο θα ήταν να ‘χα μάθει να πηγαίνω και σε καμιά ταβέρνα, όπως ο Βάρναλης…

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Ε. Π. Παπανούτσος στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 28/11/1980
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Παναγιώτης Κανελλόπουλος: αγνοούσα…

Από τότε που ένιωσα τον εαυτό μου, είχα συνδέσει το όνομά του με τη Δεξιά. Υπήρξε και εποχή που τον τοποθετούσα στην ακραία Δεξιά. Την αντικομουνιστική και μόνο. Και βέβαια, ρόλο σ’ αυτό είχε παίξει η δήλωση που του αποδίδεται για τη Μακρόνησο – το νέο Παρθενώνα.

Το 1949, εξομολογείται, που ανέλαβα το Υπουργείο Στρατιωτικών, αγνοούσα την ύπαρξη της Μακρονήσου. Και σίγουρα αγνοούσα τα βασανιστήρια που είχαν γίνει εκεί. Φαίνεται πως μια νύχτα συνέβησαν φοβερά πράγματα. Εξ ου και το ποίημα του Ρίτσου για τους κουλούς, τους κουτσούς και τους νεκρούς… Το σίγουρο είναι πως έπρεπε, τότε, να λειτουργήσει ένα στρατόπεδο, ειδικά για αριστερούς που δεν ήθελαν να πολεμήσουν εναντίον των συντρόφων τους. Στρατιώτες ήσαν και όφειλαν να υπηρετήσουν. Άλλο όμως στρατόπεδο και άλλο τόπος βασανιστηρίων. Φαίνεται πως μερικοί θα προκαλούσαν. Και φαίνεται, επίσης, πως μερικοί από την άλλη μεριά, σαν τον Ιωαννίδη, θα βασάνιζαν χωρίς λόγο. Όλα αυτά τα έμαθα πολύ αργότερα. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια… Πάντως, τώρα που με ξαναρωτάτε, δεν θυμάμαι να είπα ποτέ τη φράση που μου αποδίδουν. Θυμάμαι, αντίθετα, ότι, όταν ένας στρατηγός έκανε εκτεταμένες προληπτικές  συλλήψεις στην  Πελοπόννησο κι έστειλε τους συλληφθέντες στη Μακρόνησο, πήγα ο ίδιος στο νησί, τους μίλησα, διέταξα να απολυθούν και έβαλα και την μπάντα της Μεραρχίας να παιανίζει στον Ισθμό καθώς περνούσαν.
(…)

Βασιλόφρονας ως το 1923 και έκτοτε αντιβασιλικός, ακαδημαϊκός από το 1959, δύο φορές πρωθυπουργός και αναρίθμητες υπουργός, ιδρυτής του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος και της ΠΕΑΝ στην Κατοχή, έχει τόσα να πει και δεν ξέρεις τι να πρωτοκρατήσεις στο σημειωματάριό σου – τα πάντα είναι εξόχως ενδιαφέροντα.

Η πρώτη αντιβασιλική μου εκδήλωση έγινε το 1935 με δύο άρθρα που έγραψα στην Ακρόπολη. Έβλεπα τότε ότι επίκειται να επιστρέψει ο βασιλιάς με πραξικόπημα, μετά το κίνημα, και αντέδρασα. Όπως και το 1943, που ήρθαν και με βρήκαν στο Κάιρο ο Καρτάλης, ο Ρούσσος, ο Τζήμας και ο Τσιριμώκος για την υπογραφή πρωτοκόλλου περί μη επιστροφής του βασιλιά στην Ελλάδα, χωρίς δημοψήφισμα. Και το υπέγραψα. Αλλά παρενέβησαν οι Άγγλοι, ο Τσώρτσιλ, και το πρωτόκολλο δεν τηρήθηκε. Αν είχε τηρηθεί, ίσως να μην είχε συμβεί η τραγωδία του Εμφυλίου πολέμου…

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 18/4/1981
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Μάνος Χατζιδάκις: είμαι γέννημα μιας εποχής

Μάνο Χατζιδάκι, ποιος είσαι; Μέσα από ποιες συνθήκες, μέσα από ποιο κλίμα βγήκες και ξεχώρισες κι έδωσες ένα έργο που λογαριάζεται σαν προικιό του τόπου μας;

Είναι λιγάκι δύσκολο, βέβαια, να μιλάω για μένα όταν με ξεχωρίζουν. Εν πάση περιπτώσει, εγώ είμαι γέννημα μιας εποχής, μάλλον είμαι ένας καθυστερημένος εκπρόσωπος της μουσικής, σε μια ομάδα ανθρώπων που ήδη είχαν δώσει ένα σημαντικό έργο και σφραγίσανε τον τόπο μας για μια μεγάλη περίοδο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Γκάτσος, ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας, ο Τσαρούχης, ο Πικιώνης, ο Μόραλης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος. Σ’ αυτή την ομάδα ανήκω. Και αν μπορούσα να το πω, είμαι ο βενιαμίν και συγχρόνως ο μαθητής. Και εκπροσωπώ, βέβαια, τη μουσική. Που την εποχή εκείνη είχε μια τεράστια απόσταση από την ελληνική ποίηση, την ελληνική ζωγραφική, την αρχιτεκτονική.
Η μουσική ήταν εντελώς άσχετη με την ποίηση και με την ελληνική παιδεία. Τον καιρό εκείνο το όνομα του Σεφέρη δεν το ήξερε ουδείς μουσικός εν Ελλάδι! Οι αληθινά πρωτογενείς φυσιογνωμίες, όπως ο Σκαλκώτας, ζούσαν κάτω από μια τέτοια καταδίωξη, μέσα σε μια τέτοια απομόνωση, που δεν μπορούσαν να ενεργήσουν σαν προσωπικότητες του τόπου. Ο Σκαλκώτας… Γι’ αυτό πέθανε ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο. Ο δε Μητρόπουλος, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και αρχηγός αυτών που προανέφερα, έλειπε στο εξωτερικό και πέθανε εξόριστος. Λοιπόν, οι ντόπιοι κάθε άλλο παρά ήταν του αναστήματος του Σεφέρη, του Μόραλη ή του Πικιώνη. Οι μουσικοί εννοώ.
Όσο για το Σεφέρη και τους άλλους, εκπροσωπούσαν τον ελληνικό χώρο μια πολύ κρίσιμη εποχή. Η Ελλάς είχε χάσει τον πόλεμο. Ο τόπος μας είχε ανάγκη να σκύψει στον εαυτό του. Όταν λέω είχε χάσει τον πόλεμο, θέλω να τονίσω ότι η Ελλάς είχε νικήσει κατ’ επιφάνειαν, αλλά είχε χάσει κατ’ ουσίαν. Δηλαδή, ονειρεύτηκε μια διαφορετική μετέπειτα τοποθέτηση των πραγμάτων και η πραγματικότητα την απογοήτευσε. Την απογοήτευσε ακόμα και στα πρόσωπα που την κυβερνούσαν. Ηχούσε το γκονγκ στο ραδιόφωνο και ακουγόταν μια φωνή που μιλούσε για τους από 3.000 ετών Έλληνες!
Ήρθαν, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν πάρα πολύ σημαντικοί, και σκύψανε στον κορμό του τόπου και ανακαλύψανε το στοιχείο εκείνο το χαρακτηριστικό που έδινε ταυτότητα στον τόπο, έξω απ’ αυτές τις αυθαίρετες συνδέσεις με το παρελθόν. Η ταυτότητα του τόπου, δηλαδή, δεν ήταν το ότι ήμασταν οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, που είναι μια εντελώς αφελής και ηλίθια άποψη. Ήταν κάτι άλλο. Και το ‘φεραν στην επιφάνεια αυτοί οι άνθρωποι.
Έτσι ανακαλύψαμε το Αιγαίο, τον Θεόφιλο, τον Μακρυγιάννη, τον Καραγκιόζη – ό,τι θα μας έδινε μια ταυτότητα αληθινή. Αγνοώντας τα μεγαλεία, αυτά τα αυθαίρετα και αφελή μεγαλεία του επισήμου κράτους. Και αυτά τα στοιχεία, τα αληθινά, δημιουργούσαν τη νεότερη Ελλάδα. Μέσα σ’ αυτή την υπόθεση της ανευρέσεως της ταυτότητάς μας, ένας βενιαμίν, ένας μαθητής υπήρξα και του λόγου μου. Το αποτέλεσμα της δουλειάς μου είναι ακριβώς αυτό.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 27/3/1978
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Αντώνης Σαμαράκης: αισθάνομαι ένοχος

…Δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει ένας δορυφόρος, τηλεοπτικός δορυφόρος, που να μεταδίδει κάθε μέρα σ’ όλες τις τηλεοράσεις του κόσμου τι συμβαίνει, πώς εξελίσσονται τα πράγματα στην Αιθιοπία; Δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως δορυφόρος που μας πληροφορεί καθημερινώς για τον πόλεμο Ιράν και Ιράκ, μια και εκεί υπάρχουν πετρέλαια και συμφέροντα.
Ξέρεις τι είπε φέτος τον Ιούνιο στο Λονδίνο, στη Διεθνή Διάσκεψη Τροφίμων, ο πρόεδρός της; Ζήτησε από τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς να φτιάξουν το 1984 από έναν πύραυλο λιγότερο και τα λεφτά αυτά να τα διαθέσουν για την Αιθιοπία, να της λύσουν όλα τα προβλήματα! Μπαίνουμε στο 1985 κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Εδώ, Λευτέρη, στην Αιθιοπία δεν έχουμε να κάνουμε με την πυρηνική βόμβα. Έχουμε να κάνουμε με τη βόμβα της πείνας, την έκρηξη της πείνας. Κι αυτή είναι η αρχή του Γ’ Παγκοσμίου πολέμου.
Η απάθειά μας γι’ αυτή την τραγωδία είναι ύβρις, με την αρχαία έννοια του όρου. Κι αυτή η ύβρις, που την ανέχεται η χριστιανική ανθρωπότητα, δεν μπορεί να περάσει έτσι, χωρίς τιμωρία. Η πείνα της Αιθιοπίας δεν είναι η αρρώστια. Άλλη και αλλού είναι η αρρώστια.

Ο Αντώνης Σαμαράκης είναι κάθιδρος. Σαν από πυρετό, κάτι τέτοιο. Κάθιδρος και κάτωχρος. Ωστόσο συνεχίζει.

Ντρέπομαι που με λόγια προσπαθώ να μιλήσω για τον θάνατο. Αισθάνομαι ένοχος. Και αισθάνομαι επίσης ότι δεν έχω φύγει από την Αιθιοπία. Ένα κομμάτι ζωτικό του εαυτού μου έχει μείνει εκεί παντοτινά. Και θα με δικάζει. Και θα με καταδικάζει.

Το ίδιο ισχύει για τον καθένα μας, Αντώνη…

Για μένα ένα περισσότερο. Γιατί εγώ έζησα, είδα! Και ένιωσα την ντροπή τού να ζητάς από έναν άνθρωπο να ζήσει για λίγο ακόμα, να μην πεθάνει, για να προφτάσεις να τον φωτογραφίσεις ζωντανό! Να εύχεσαι να μην πεθάνει ένας άνθρωπος όχι για να ζήσει, μα για να τον πάρεις σε ταινία! Καταλαβαίνεις τι ντροπή είναι αυτή, Λευτέρη.
Στη χούφτα έχω τις χουφτίτσες δεκάδων παιδιών που μου ‘δωσαν το χέρι. Αυτά τα χεράκια τα παιδικά, που χώραγαν, σκελετωμένα καθώς ήταν, τρία και τέσσερα στην κάθε χούφτα μου με καίνε! Δεν μ’ αφήνουν να ησυχάσω! Και σκέφτομαι και την τραγωδία εκείνων που βρίσκονται στην εμπόλεμη περιοχή κι είναι καταδικασμένοι εκατό τοις εκατό σε θάνατο, γιατί εκεί η βοήθεια δεν μπορεί να φτάσει, και μου σαλεύει ο  νους.
Παλιά σ’ αυτή τη χώρα θερίζανε τρεις φορές τον χρόνο. Τώρα το μόνο που θερίζει είναι ο θάνατος. Καθημερινές σοδειές θανάτου.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Αντώνης Σαμαράκης στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 30/12/1984
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Γιώργος Δαλαμάγκας

Με τον Τσιτσάνη πώς γνωρίστηκες;

Είναι μεγάλη ιστορία. Είχα τα «Κούτσουρα», αλλά δεν έβαζα μέσα μπουζούκια. Δεν είχανε καλό όνομα. Ο Βασίλης τότε δούλευε σ’ ένα άλλο μαγαζί στην οδό Ειρήνη, στου «Κέρκυρα». Μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος – είχε υπηρετήσει στο Τάγμα Τηλεγραφητών. Περαστικός  από του «Κέρκυρα» ένα βράδυ ο Μουσχουντής, ο διευθυντής της Αστυνομίας, άκουσε τον Τσιτσάνη και τρελάθηκε. Έρχεται και μου λέει: «Ρε Γιώργη, αυτός ο Τσιτσάνης είναι άλλο πράμα, πρέπει να τον πάρεις στο μαγαζί σου». «Δεν γουστάρω μπουζούκια, κύριε διευθυντά», του λέω. Με το πες πες όμως, με κατάφερε. Πήρα τον Τσιτσάνη και την κομπανία του, του ‘δωσα δέκα τα εκατό από τα ακαθάριστα και γέμισα λίρες.

(…)

Εσένα, Γιώργη, σ’ αρέσει το πιοτό;

Αυτό έλειπε, να μη μ’ αρέσει το πιοτό…

Ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο για σένα;

Το μπαρμπούτι!

Σώπα, μωρέ Γιώργη, δεν είναι δυνατόν.

Το μπαρμπούτι σου λέω… Εγώ ήμανε μεγάλος κουμαρτζής. Το κουμάρι, το μπαρμπούτι, είναι γλυκό σαν τον χαλβά.

Πού έμαθες να παίζεις μπαρμπούτι;

Στη φυλακή!

 Έχεις κάνει και φυλακή;

Δεκαεφτά φορές!

 Και στη φυλακή έπαιζες μπαρμπούτι;

Αλλά τι έκανα; Διάβαζα; Μια φορά που ήμανε στις φυλακές Πολυγύρου έκανα τον μάγερα και μαγέρευα φίνα. Στις φυλακές αυτές η μια μέρα μετράει μιάμιση. Λοιπόν, που λες, θέλαμε να παίξουμε μπαρμπούτι με κάτι άλλα παιδιά, αλλά δεν είχαμε ζάρια. Τι να κάνω, τι να κάνω, θα ‘σκαγα. Στο τέλος το βρήκα. Πήρα μια πλάκα άσπρο σαπούνι, έφτιαξα δυο ζάρια, ζωγράφισα μ’ ένα μολύβι τους αριθμούς κι αυτό ήτανε. Μας ανακάλυψε όμως ο διευθυντής, μας πήρε τα ζάρια, μου πήρε και το σαπούνι. Και τότε αναγκαστήκαμε να παίξουμε μπαρμπούτι με λουκούμια.

Πώς γίνεται; Μπαρμπούτι με λουκούμια, πρώτη φορά το ακούω.

Παίρνεις δυο λουκούμια. Βάζεις το ένα μπροστά σου και το άλλο απέναντι, μπροστά στον αντίπαλό σου. Σ’ όποιο λουκούμι κάτσει η μύγα, αυτός κερδίζει! 

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Γ. Δαλαμάγκας στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα “Τα Νέα” 12/8/1972
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

η κρίσιμη δεκαετία

16/12/2009

Θάρθει, λέω, μια νύχτα που θάναι πια πολύ γριά η γης. Όλοι τούτοι οι άνθρωποι, πούναι να σαστίσεις με τη μεγαλοφυϊα τους, όλοι τούτοι που κάθουνται και σκαρφίζουνται τις τορπίλες και τ’ αεροπλάνα και το μελινίτη, θάναι ψιλοκοσκινισμένο χώμα. Κι η ανθρωπότητα θάναι πια ένας θρύλος, ένα κακό όνειρο που διάβηκε και πάει.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ “Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ” Εκδόσεις  ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

  

  

  

Μία δεκαετία μόνο μας μένει για να αντιστρέψουμε την κλιματική αλλαγή

Δραματικά συμπεράσματα έρευνας, ενώ στην Κοπεγχάγη διαπραγματεύονται λύσεις

Τι κι αν οι διπλωμάτες συνεχίζουν το «παζάρεμα» ρύπων και δολαρίων στην Κοπεγχάγη; Σύμφωνα με τους επιστήμονες του βρετανικού Γραφείου Μετεωρολογίας (Μet), οι οποίοι παρουσίασαν χθες τα συμπεράσματα έκθεσης με τίτλο «Αvoid» (Αποφυγή) στη δανέζικη πρωτεύουσα, η Γη έχει περιθώριο μόλις μία δεκαετία για να αντιστρέψει την κλιματική αλλαγή. Αν δεν μειωθούν δραστικά τα λεγόμενα «αέρια του θερμοκηπίου» ως το 2020, ο στόχος της μέσης αύξησης της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς Κελσίου θα είναι ανέφικτος. Η κατάσταση είναι πολύ ζοφερή: ακόμη κι αν αύριο το πρωί διακοπούν ως διά μαγείας οι εκπομπές ρύπων, πάλι η θερμοκρασία θα ανέβει κατά 1,3 βαθμούς Κελσίου, ως συνέπεια του διοξειδίου του άνθρακα που έχει ήδη διαρρεύσει στην ατμόσφαιρα. Οι βρετανοί επιστήμονες εκτιμούν επίσης ότι ακόμη και αν επιτευχθεί ένα από τα βασικά ζητούμενα της Διάσκεψης του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή, δηλαδή η σταδιακή μείωση των παγκόσμιων εκπομπών μετά την «κορύφωσή» τους το 2020, πάλι θα υπάρχει πιθανότητα 50% να ξεπεράσει η μέση αύξηση της θερμοκρασίας τους 2 βαθμούς Κελσίου- το «κατώφλι» πέρα από το οποίο, σύμφωνα με τους επιστήμονες, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να μας σώσει από τη χειρότερη καταστροφή στην ανθρώπινη ιστορία. Διαφορετικά, μόνο νέου τύπου «γεωμηχανικές τεχνικές» μπορούν να συγκρατήσουν την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς. Για παράδειγμα, η τοποθέτηση κατόπτρων στο Διάστημα ή η δημιουργία τεχνητών δασών, τα οποία θα «καταπίνουν» το συσσωρευμένο διοξείδιο του άνθρακα.

Ας σημειωθεί ότι ο περιορισμός της υπερθέρμανσης στους 2 βαθμούς Κελσίου έχει εξελιχθεί στο «ιερό δισκοπότηρο» της Κοπεγχάγης: είναι ο στόχος που έχουν υιοθετήσει εδώ και 13 χρόνια η Ευρωπαϊκή Ενωση και εδώ και έξι μήνες τα βιομηχανικά κράτη του G8. Είναι πιθανότατα και ο στόχος που θα δούμε σε λίγες ημέρες στα παγκόσμια πρωτοσέλιδα ως κοινό στόχο των 192 κρατών που συμμετέχουν στη Διάσκεψη.

Πώς όμως θα φτάσουμε σε αυτόν τον στόχο, όταν- όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Greenpeace σε χθεσινή δημοσίευσή της με τίτλο «Κοροϊδεύοντας την ατμόσφαιρα»- ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ενωση, που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται «παγκόσμιος ηγέτης» στον αγώνα ενάντια στις κλιματικές αλλαγές, κάνει πολύ λίγα για να σώσει το κλίμα του πλανήτη; Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι εκπομπές στην ΕΕ έχουν μειωθεί κατά 13,6% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, αλλά κι αυτό προέκυψε ως αποτέλεσμα της αποβιομηχάνισης των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ.

εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/12/2009

 

 

 

40% μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κάτω από τα επίπεδα του 1990, μέσα στην επόμενη 10ετία, θα επιτύχουμε, όχι μόνο με σημαντικές επενδύσεις στον τομέα των εναλλακτικών μορφών ενέργειας, αλλά με ακόμα πιο σημαντικές αλλαγές στον τρόπο ζωής μας, αποφαίνεται έρευνα που εκπονήθηκε από το Περιβαλλοντικό Ινστιτούτο της Στοκχόλμης.

Δηλαδή, θα πρέπει, λέει, να μειωθούν τα αεροπορικά ταξίδια στην Ευρώπη κατά 10%, οι μετακινήσεις με ιδιωτικά αυτοκίνητα κατά 4%, ενώ θα πρέπει να αυξηθούν κατά 9% τα ταξίδια με τρένο. Παράλληλα θα πρέπει να μειωθεί και η κατανάλωση κρέατος κατά 60%.

από τη στήλη του Χρήστου Μιχαηλίδη
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12/12/2009

 

 

 

Η Επιστήμη έφερε έναν τρομακτικό διχασμό στη ζωή του ανθρώπου. Εχώρισε τον φιλόσοφο από τον επιστήμονα και εκάλεσε την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό της ν’ ακολουθήσουν, μ’ έναν επίδεσμο στα μάτια της ψυχής και της φιλοσοφικής σκέψεως που είναι η όρασή της, τη φτερωτή της πορεία. Στην αρχή την ακολουθήσαμε μ’ εμπιστοσύνη και μ’ αισιοδοξία. Στη μέση του δρόμου είχαμε διαισθανθεί πως εκεί όπου μας πάει δεν υπάρχει πια τρόπος επιστροφής. Και τώρα, έχουμε πια συνειδητοποιήσει πως πραγματικά δεν υπάρχει πια επιστροφή… (23/11/1961)

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΟΣ “ΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” Εκδόσεις ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Δε θα ‘πρεπε να θέσει κανείς εκτός νόμου -θεληματικά- για μια γενιά ολόκληρη την ανθρωπότητα; Δε θα ‘πρεπε να μη γεννάμε πια παιδιά -αφού είναι φανερό πως τα γεννάμε για να καταναλωθούν από το μυστικό Μολώχ που φανερά κατασκευάζουμε στα εργοστάσια τα κρυφά, τα υπόγεια, (οι βόμβες του Ιουλίου Βερν θα χλόμιαζαν μπροστά τους). “Ή βόμβες λοιπόν κύριοι, ή παιδιά -αλλιώς θα απεργήσουμε σεξουαλικά για πάντα”. Η ομιλήτρια είναι μια ξανθιά και συμβουλεύει στείρωση στα βρέφη που γεννιούνται. Προχωρήσαμε πιο πέρα. Καιρός να αποσυρθούμε ανέπαφοι, καλύτερα μια γης που θα ‘ναι έρημη κι ειρηνική γεμάτη τάφους, παρά μια γη μ’ εγκαύματα φριχτά απ’ άκρου εις άκρον, καλύτερα να ‘ρθούνε από άλλους κόσμους μυστηριώδεις ξένοι και να κάνουν υποθέσεις και ν’ αναρωτιούνται γιατί μια μέρα εξαφανίστηκε όλος ο κόσμος χωρίς αιτία φανερή. Καλύτερα το στάρι να φυτρώνει άγριο κι ο προτελευταίος άνθρωπος να τριγυρίζει μόνος του στην ερημιά -ενώ περνάει μέσα απ’ το μυαλό του αόριστη χαώδης μια ανάμνηση. Έτσι θα ‘πρεπε να τελειώσουμε και όχι αλλιώς.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ “ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ” Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

Ο ασυγχρονισμός της φύσης και του ανθρώπου, έφερε τον ασυγχρονισμό της ψυχής και του σώματος.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

 Η φύσις πάντα τιμωρεί την φύσιν των εκτρόπων.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ «Η ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΙΣ»

 

Τα πιο ογκώδη ζώα από μας, οι ελέφαντες, οι ιπποπόταμοι, οι βίσονες, διαρκώς λιγοστεύουν. Άραγε κάποτε θ’ απομείνουμε εμείς τα ογκωδέστερα του πλανήτη; Ζώα που, όσο κι αν προξενούνε φόβο, κάποια άλλα, πιο μικρά, πιο ανθεκτικά, έντομα ίσως, κατσαρίδες ή μυρμήγκια, θα τα βλέπουν, όπως εμείς βλέπαμε τους δεινόσαυρους όταν βάδιζαν προς την εξαφάνισή τους.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ “ΣΥΝΕΧΕΣ ΩΡΑΡΙΟ – ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ” Εκδόσεις ΔΙΑΤΤΩΝ

  

Το μόνο που μπορεί να κάμει ο φλύαρος πολιτισμός είναι να σβήσει το κερί που δεν το άναψε αυτός. Το κερί άναψε τον πολιτισμό.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ «ΕΦΗΜΕΡΙΑ» Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ

 

στην καλύβα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

12/12/2009
 

Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849)  

  

Η διαστροφή είναι ένα από τα αρχέγονα ορμέμφυτα  της ανθρώπινης καρδιάς – μια από τις πιο αδιαίρετες πρωταρχικές δυνάμεις, ή συναισθήσεις, που δίνουν μια κατεύθυνση στο χαρακτήρα του ανθρώπου. Ποιος δεν έπιασε τον εαυτό του, εκατό φορές, να ‘χει κάνει μια ποταπή ή ανόητη πράξη, για το μόνο λόγο πως ήξερε πως δεν έπρεπε να την κάνει; Μήπως δεν έχομε μια αιώνια τάση, όσο κι αν είμαστε άνθρωποι με κρίση, να παραβαίνομε το Νόμο, μόνο και μόνο γιατί είναι ο νόμος; 

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ» μετάφραση ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
από το βιβλίο «ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ
 

  

Ο Έντγκαρ είχε «φύγει»

Στις 7 Νοεμβρίου ο Έντγκαρ Πόε επρόκειτο να φυλακιστεί για χρέη του αδελφού του. Ξεπέφτει και γράφει πάλι στον Τζον Άλαν (πατριός του), να του δανείσει μερικά δολάρια. Του γράφει και η ίδια η Μαρία Κλεμ, εξηγώντας του γιατί ο Έντουαρτ χρειαζόταν τα λεφτά. Η ίδια με τις οικονομίες της είχε κατορθώσει να μαζέψει εξήντα δολάρια. Ο κύριος Άλαν γράφει τότε σε κάποιον γνωστό του στη Βαλτιμόρη να πληρώσει το χρέος του Πόε, ώστε ν’ αποφυλακιστεί. Αλλά ο κύριος Άλαν ξέχασε το γράμμα στο συρτάρι του μέσα, και όταν το κατάλαβε, είχε περάσει κάμποσος καιρός. Όπως και νάναι όμως, το χρέος πληρώθηκε και ο Έντγκαρ ξαλαφρώθηκε. Αλλά τα χάλια πλέον όλης της οικογένειας Κλεμ – Πόε είναι μεγάλα. Όσο και να εργάζεται η «αγία» Μαρία Κλεμ, δεν φτάνουν τα λεφτά για να ζήσουν. Τότε ο Έντγκαρ Πόε, μη βρίσκοντας άλλη δουλειά, αποφασίζει να γράψει ιστορίες. Αφήνει κατά μέρος τα ποιήματα, που μ’ αυτά δεν κέρδιζε κανείς δεκάρα.
Κλεισμένος τώρα στη σοφίτα του σπιτιού, στην ίδια όπου πέθανε ο αδελφός του, αρχίζει να γράφει τα διηγήματά του τα παράξενα. Και είναι μια μεγάλη, μια ιστορική ημερομηνία για την παγκόσμια φιλολογία η ημέρα αυτή, που κλεισμένος στο φτωχικό δωματιάκι του, ο Έντγκαρ Πόε γράφει τα πρώτα του διηγήματα. Σ’ αυτή τη μικρή σοφίτα γράφτηκαν τ’ αριστουργήματα «Μορέλα», «Λιτζέγια», «Βερενίκη», «Ο μαύρος γάτος» και άλλα. Σπάνια έβγαινε έξω. Πολλοί νόμιζαν στη γειτονιά πως ο ανεψιός της κυρίας Κλεμ είχε φύγει μετά το θάνατο του Ερρίκου. Και πράγματι, ο Έντγκαρ είχε «φύγει». Ζούσε  πια στον πραγματικό κόσμο, το δικό του. Στον κόσμο του τρόμου, της αγωνίας, του θανάτου που έφερνε ασυνείδητα μέσα του από μικρό παιδί.
 

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ

 

 

Ο Ηλίας Βενέζης στην καλύβα του Πόε (I):

Fordham. Εδώ κάποτε, ήταν χωράφια και δάσος. Η Νέα Υόρκη ήταν ακόμα πολύ μακριά. Καλύβες ξυλοκόπων και δουλευτών της γης, γύρω τα μεγάλα δέντρα, γαλήνη βαθιά. Εδώ, κυνηγημένος απ’ τη φτώχεια του ήρθε, νοίκιασε μια καλύβα κι έζησε με τη γυναίκα του και με τη μητέρα της τρία απ’ τα πιο πικρά του χρόνια ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (1846-1849). Εδώ, σ’ αυτό το καλύβι του Fordham, έγραψε την «ANNABEL LEE», το «EUREKA». Εδώ γράφτηκαν οι εξαίσιοι ρυθμοί των «THE BELLS». Εδώ, σ’ αυτό το καλύβι, πέθανε εκείνο το αγνό, αγγελικό πρόσωπο, η Virginia Poe. Εδώ.
Εδώ, τώρα, η καλύβα αυτή είναι ένα απ’ τα εθνικά μνημεία της Αμερικής, μια απ’ τις δόξες της. Ένα μικρό πάρκο ζώνει την καλύβα. 

Η καλύβα ακόμα είναι κλειστή. Θα ανοίξει στη μία το μεσημέρι. 

Το ωραίο κορίτσι στο παγκάκι του Poe Park σήκωσε τα μάτια απ’ το βιβλίο, κοίταξε λίγο τον ουρανό, τέντωσε τα χέρια του, έκλεισε τα μάτια. Σα να ήταν το φως πολύ. Σα να μην μπορούσε να το βαστάξει το φως, μαζί και την ποίηση. Το χοντρό δεμένο βιβλίο του «The modern library» έμενε στα γόνατά της. 

It was many and many a year ago,
in a kingdom by the sea
That a maiden there lived whom you may know
By the name of ANNABEL LEE;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me. 

I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love-
I and my Annabel Lee;
……………… 

Έβλεπα τα χείλια του κοριτσιού, έβλεπα, καθώς ήμουν πλάι της, στο βιβλίο της. Η αίσθηση της μνήμης, η αίσθηση του παρελθόντος, καθώς το αγίαζε η ποίηση επενεργούσε ολοένα απάνω της σα να ήταν ένα γεγονός δικό της, μνήμη δική της. Σα να ήταν κάτι πέρα απ’ αυτό: το πεπρωμένο της αιωνιότητας.
Όταν έφτασε στους τελευταίους εξαίσιους στίχους ήταν κάτωχρη: 

For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful ANNABEL LEE;
And the stars never rise but I feel the bright eyes
Of the beautiful ANNABEL LEE;
And so, all the night-tide, I lie down by the side
Of my darling- my darling- my life and my bride,
In the sepulchre there by the sea,
In her tomb by the sounding sea. 

Γύρισε απότομα, με κοίταξε για πρώτη φορά στο πρόσωπο.
-Το ξέρετε πως «αυτό» έγινε εδώ;… είπε σχεδόν βάναυσα και ήταν πάντα κάτωχρη.  Πως γράφτηκαν εδώ, σ’ αυτό το καλύβι;…
-Το ξέρω, είπα.
-Ήρθατε γι’ αυτό;
-Ήρθα γι’ αυτό.
Έκλεισε το βιβλίο της, κοίταξε τους αδιάφορους ανθρώπους γύρω της, στα παγκάκια, τους Εβραίους της Ουγγαρίας, της Γερμανίας.
-Φοβάμαι πως θα είμαστε οι μόνοι που ήρθαμε γι’ αυτό.

Στο στενό μικρό δωμάτιο, όπου είναι το κρεβάτι, είναι τα άδυτα. Ένα κορδόνι φράζει την είσοδο. Δεν μπορούμε να μπούμε μέσα. Αυτό το ξύλινο χαμηλό κρεβάτι με τους χοντρούς στύλους είναι το κρεβάτι τους. Της Βιργινίας και του Έντγκαρ Πόε. Εκεί, σ’ αυτό το κρεβάτι, ένα Σάββατο του Γενάρη του 1847, επιτέλους αναπαύθηκε, τόσο νέα, η Βιργινία Πόε.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 545, 15/3/1950

το σπίτι που έμεινε ο Πόε από το 1846 ως το θάνατό του το 1849

 

Ο Ηλίας Βενέζης στην καλύβα του Πόε (IΙ):

-Βρήκα το σπίτι του Πόε χαμηλά στην πόλη, στο Greenwich Village, είπα. Θα ήταν τόσο ωραία εκεί. Γιατί ήρθαν να ζήσουν εδώ που, τότε, πριν από ένα αιώνα, θα ήταν ερημιά;
Η κυρούλα με τα άσπρα μαλλιά αρχίζει να μιλάει σιγανά για τη ζωή του Πόε.

-Η Virginia ήταν άρρωστη πολύ, είπε. Ήταν φθισική. Κι ο Έντγκαρ ήταν τότε θεόφτωχος. Την περισσότερη φτώχεια του την πέρασε εδώ, σ’ αυτή την καλύβα. Επειδή ήταν φθισική, την έφερε εδώ που ήταν εξοχή. Δέστε, στο πορτραίτο της, αυτό εδώ τι όμορφη που ήταν!
Τραβά απ’ το συρτάρι του μικρού γραφείου που είναι μπροστά της ένα παλιό πορτραίτο της Βιργινίας Πόε. Η ευγενική ύπαρξη, η αθώα ματιά, τα τσιτωμένα μαλλιά, το μεγάλο μέτωπο. Λίγο γερμένο το κεφάλι. Και βαθιά κούραση στα κλειστά μάτια. Απ’ τη ζωή. Απ’ τη μοίρα.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 546, 1/4/1950

 Virginia Poe (1822-1847)

 

Η συμβουλή του γιατρού Άμπερνεθι!

Μια φορά κι έναν καιρό, κάποιος πλούσιος φιλάργυρος θέλησε να ξεγελάσει τον Άμπερνεθι και να του αποσπάσει δωρεάν μια ιατρική συμβουλή. Του έπιασε λοιπόν την κουβέντα σε μια συντροφιά και του ανέφερε την περίπτωσή του, σαν περίπτωση κάποιου φανταστικού προσώπου.
«Ας υποθέσουμε» είπε ο φιλάργυρος, «ότι τα συμπτώματά του είναι αυτά κι αυτά. Και τώρα, γιατρέ, τι θα του συμβούλευες εσύ να πάρει;»
«Τι να πάρει;» είπε ο Άμπερνεθι. «Μα απλούστατα, μια συμβουλή απ’ το γιατρό του. Τι άλλο;»

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ»
από το βιβλίο του ΠΟΕ «Ο ΧΡΥΣΟΣ ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΣ»
μετ. Π. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!

…Σαν πέθανε η Virginia, συνέχισε σε λίγο η κυρούλα της καλύβας του Fordham, ο Έντγκαρ άρχισε να πίνει πολύ. Ξαναγύρισε στη Βαλτιμόρη. Τότε έγραψε τους περίφημους στίχους των «The Bells». Γράφτηκαν οι στίχοι εδώ, στο Fordham; Γράφτηκαν στη Βαλτιμόρη; Μια νύχτα, λέει η παράδοση, ο Έντγκαρ είχε πάει στη δημόσια βιβλιοθήκη, στη Βαλτιμόρη. Γύριζε αργά στο σπίτι του της οδού Αγίου Παύλου. Χιόνιζε. Άκουσε τα κουδούνια μιας καρότσας. Ήταν μια χαρωπή, χαρωπή, μελωδία! Χύθηκε η μελωδία στην καρδιά του. Έψαξε στην τσέπη του γυρεύοντας μολύβι και χαρτί. Δεν είχε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Οι στίχοι έρχονταν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον – εξαίσιες φράσεις θα χάνονταν. Ο Πόε όρμησε προς το πρώτο σπίτι που ήταν εκεί κοντά, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν το σπίτι του δικαστή Gile. Άνοιξε ο ίδιος ο δικαστής. «Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!» είπε έξαλλος ο νυχτερινός ξένος. Ο δικαστής βλέποντας πως έχει να κάνει μ’ έναν κύριο τον κάλεσε μέσα, τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη του, και αποσύρθηκε ευγενικά αφήνοντας μόνον τον ξένο. Όταν αργότερα μπήκε στη βιβλιοθήκη για να δει τι κάνει ο άγνωστος, αυτός δεν ήταν πια εκεί. Όμως πάνω στο τραπέζι, γραμμένοι σ’ ένα χαρτί, ήταν οι πρώτες τρεις στροφές των «The Bells» που αργότερα ο δικαστής τις κορνίζωσε και τις κρέμασε στο γραφείο του:

Hear the sledges with the bells –
Silver bells!
What a world of merriment their melody foretells!
How they tinkle, tinkle, tinkle,
In the icy air of night!
While the stars that oversprinkle
All the heavens, seem to twinkle
With a crystalline delight;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the tintinnabulation that so musically wells
From the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells –
From the jingling and the tinkling of the bells.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 547, 15/4/1950

 

 

Ο τάφος του Πόε στη Βαλτιμόρη

 
«Η αναγνώριση του έργου του» 

Ένας φίλος του, που γνώριζε τη μεγαλοφυΐα του Πόε, άρχισε να εκδίδει ένα εβδομαδιαίο μεγάλο περιοδικό, το «Μπρόντγουεϊ Τζόρναλ». Αμέσως, φυσικά, φώναξε τον Έντγκαρ κοντά του.
Ήταν μόλις είχε τελειώσει το «Κοράκι».
Ο Μπριγκ, ο διευθυντής, δεν άργησε να καταλάβει πως πρόκειται για ένα αθάνατο αριστούργημα. Άρχισε λοιπόν τη ρεκλάμα και τους πανηγυρικούς, για να κινήσει την περιέργεια των αναγνωστών του. Τέλος, το 1845, τυπώνει για πρώτη φορά το αριστούργημα εκείνο.
Και από τη μια μέρα ως την άλλη, ο Έντγκαρ Πόε δοξάζεται. Τέτοια είναι η επιτυχία του έργου αυτού, που η φήμη του Πόε ξεπερνά αμέσως τον Ατλαντικό και κινεί το ενδιαφέρον του πνευματικού κόσμου του Λονδίνου.
Στις 28 Φεβρουαρίου, ο Πόε κάνει μια διάλεξη όπου πήγε τόσος κόσμος, ώστε οι γυναίκες λιποθυμούν. Όλοι ζητούν τώρα την υπογραφή του Πόε, κι όλοι οι αναγνώστες του ποιητή κάνουν ουρά, για να τον δουν, καθώς θα βγει από την αίθουσα στο δρόμο.
Το περιοδικό του Μπριγκ ανεβαίνει κατά χιλιάδες.
Από παντού του ζητάνε συνεντεύξεις, και οι κυρίες των σαλονιών ξετρελαίνονται μαζί του. Λαβαίνει γράμματα ερωτικά από τις ωραιότερες γυναίκες της Νέας Υόρκης.
Και επειδή γράφει και τη θεατρική κριτική, ο κόσμος του θεάτρου τον κολακεύει.
Αλλά ο σύζυγος της Βιργινίας δεν φαίνεται να είναι και πολύ ερωτιάρης. Ο Έντγκαρ  Πόε ξέρει μόνο ν’ αγαπά με πάθος. Κι έπειτα να πίνει με πάθος. Οι ελαφροί και περαστικοί έρωτες δεν τον πολυτραβάνε, ούτε ταιριάζουν στην παράφορη ιδιοσυγκρασία του. Αντί να το ρίξει στο γλέντι, πάλι ξαναρχίζει να πίνει… Να πίνει μάλιστα όσο ποτέ άλλοτε.
 

Κι όμως εκείνη τη χρονιά (1845), ο Έντγκαρ Πόε εργάστηκε όσο ποτέ άλλοτε. Αλλά ο χαρακτήρας του είχε γίνει ανυπόφορος. Η κούραση της υπερβολικής εργασίας, και μαζί το ξενύχτι και το πιοτό, είχαν τελείως ξεχαρβαλώσει το νευρικό σύστημά του!… Θύμωνε στα καλά καθούμενα. Παντού έβλεπε εχθρούς, τάχα πως ήθελαν να κλέψουν τα χειρόγραφά του ή τις ιδέες του. Ακόμα και με τον Μπριγκ, τον αγαπημένο φίλο του, τα χάλασε. 

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ 

  

Το κοράκι (απόσπασμα) σε μετάφραση Κ. Ουράνη

‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
                           Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.
 

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
«Χωρίς λοφίο«, ρώτησα, «κι αν είν’ η κεφαλή σου

δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου

                Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από ‘δω και πια«.
 

 Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                                                         «Ποτέ πια«.
 

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: «Ποτέ πια«, γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
«Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις».
                   Μα το πουλί απάντησε: «Ποτέ από δω και πια«.
 

 Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ‘πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
«Σίγουρα» σκέφτηκα, «αυτό που λέει και ξαναλέει

θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι
που θα ‘λεγεν ολημερίς και του ‘καμε να λέει
λυπητερά το
«Ποτέ πια» για τη χαμένη ελπίδα«. 

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                                        «Ποτέ Πια!«.
 


Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει
                                                                                    πια!
 

  

αντιγραφή από το http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=800 

  

  σχέδιο του Edouard Manet για τη γαλλική έκδοση (1875) του ποίηματος «Το κοράκι» σε μετάφραση Stephane Mallarme

 
«Πατέρας του αστυνομικού διηγήματος»

Για το πόσο δίκαια, όμως, ονομάστηκε πατέρας του αστυνομικού διηγήματος, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ο Πόε έγραψε πέντε αστυνομικές ιστορίες που μοιράστηκαν αναμεταξύ τους όλες τις επόμενες φόρμες του είδους. «Τα εγκλήματα της οδού Μοργκ» είναι το πρώτο αστυνομικό διήγημα κλειστού χώρου. «Το κλεμμένο γράμμα» δίνει την πιο απίθανη λύση σ’ ένα έγκλημα. «Το μυστήριο της Μαρί Ροζέ» είναι ο πρόγονος της ντοκουμενταρισμένης εγκληματικής λογοτεχνίας και «Ο χρυσός σκαραβαίος» είναι το πρώτο από μια σειρά πολλών διηγημάτων όπου η λύση κάποιου κώδικα ή αινίγματος γίνεται ζωτικής σημασίας. Στις ιστορίες του, πάλι, πρωτοεμφανίζεται ο παντογνώστης ντεντέκτιβ,  με τον λιγότερο έξυπνο φίλο του που έγιναν το πρότυπο για δεκάδες παρόμοια ζευγάρια. Το επίτευγμα του Πόε γίνεται έτσι εκπληκτικό, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς πως, τον καιρό που έγραφε, δεν υπήρχε σε καμιά αστυνομία τμήμα για ντεντέκτιβ και πως κι η λέξη ακόμα «ντεντέκτιβ» δε χρησιμοποιούνταν.
Οι ιστορίες όμως που τον έκαναν γνωστό παραμένουν οι ιστορίες τρόμου, βαθιά ριζωμένες στα άγχη του ανθρώπου που τις έγραψε. Οι περισσότερες ιστορίες του είδους αυτού είναι σύντομες σύμφωνα με την αντίληψη του Πόε πως ένα διήγημα, όπως κι ένα ποίημα, θα πρέπει να περιορίζεται «σ’ ένα, μόνο, και μοναδικό θέμα».

Τζούλιαν Σάιμονς (μετ. Γ. Ευαγγελίδης)
από την εισαγωγή στο βιβλίο του ΠΟΕ «Η ΜΑΣΚΑ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 
απόσπασμα (το τέλος) από το διήγημα του Ε. Α. Πόε «Ο μαύρος γάτος»:

Και στα συχνά, τα απότομα και ασυγκράτητα ξεσπάσματα μιας μανίας, που την είχα τώρα παραδοθεί στα τυφλά, το συνηθισμένο και υπομονετικότατο θύμα ήταν η γυναίκα μου, που δεν παραπονιότανε ποτέ της.
Μια μέρα ήρθε κι αυτή μαζί μου, για κάποια δουλειά, στο κελάρι του παλιού σπιτιού που η φτώχεια μας ανάγκαζε τώρα να κατοικούμε. Ο γάτος μ’ ακολούθησε καθώς κατέβαινα τ’ απότομα σκαλιά, και με τη συνήθειά του να μπλέκει ανάμεσα στα πόδια μου μ’ έριξε κάτω με το κεφάλι. Έγινα έξω φρενών. Σήκωσα ένα τσεκούρι, και ξεχνώντας μέσα στο θυμό μου τον παιδιάτικο φόβο που είχε συγκρατήσει ως τώρα το χέρι μου, κατέβασα μια στο ζωντανό, που θα τ’ άφηνε στον τόπο, αν δεν το σταματούσε το χέρι της γυναίκας μου. Η επέμβασή της μ’ έκανε να λυσσάξω, να δαιμονιστώ. Αποτράβηξα το μπράτσο μου, που το κρατούσε, και τη χτύπησα με το τσεκούρι κατακέφαλα. Έπεσε νεκρή, στον τόπο, δίχως ούτ’ ένα βογγητό.
Ύστερ’ απ΄ αυτό το απαίσιο φονικό, άρχισα αμέσως να σκέφτομαι ψύχραιμα πού θα ‘κρυβα το πτώμα. Καταλάβαινα πως δεν μπορούσα να το μεταφέρω από το σπίτι, είτε τη μέρα είτε τη νύχτα, χωρίς να διατρέξω τον κίνδυνο να με δουν οι γειτόνοι. Έκανα διάφορα σχέδια με το νου μου. Μια στιγμή σκέφτηκα να κόψω το πτώμα μικρά μικρά κομμάτια και να τα κάψω. Ύστερα έκανα τη σκέψη ν’ ανοίξω ένα λάκκο στο κελάρι και να το θάψω. Έπειτα είπα να το ρίξω στο πηγάδι της αυλής – ή να το συσκευάσω μέσα σ’ ένα μεγάλο κιβώτιο, και να φωνάξω κανέναν κουβαλητή να το πάρει από το σπίτι. Τελικά μου ήρθε μια ιδέα που τη θεώρησα πολύ καλύτερη απ’ όλ’ αυτά. Αποφάσισα να το χτίσω μέσα σ’ έναν τοίχο του κελαριού, όπως αναφέρει η ιστορία πως έχτιζαν τα θύματά τους οι καλόγεροι στο Μεσαίωνα.
Το κελάρι ήταν κατάλληλο γι’ αυτό το σκοπό. Οι τοίχοι του ήταν ψευτοχτισμένοι, και τώρα τελευταία τους είχαν περάσει ένα σουβά, που η υγρασία δεν τον άφησε να ξεραθεί. Κι έπειτα, ένας από τους τοίχους είχε μια εσοχή, σα να προοριζότανε για θέση του τζακιού, αλλά έπειτα την είχαν γεμίσει κι έμοιαζε σαν το υπόλοιπο κελάρι. Ήμουν βέβαιος πως θα μπορούσα εύκολα να βγάλω από τη θέση τους τα τούβλα, να βάλω το πτώμα μέσα στην εσοχή, κι έπειτα να ξαναχτίσω εκείνο το μέρος όπως ήταν πριν, έτσι που κανένα μάτι δεν θα μπορούσε ν’ ανακαλύψει τίποτα το ύποπτο.
Και δε λαθεύτηκα στους υπολογισμούς μου. Μ’ ένα λοστό ξεχαρβάλωσα εύκολα τα τούβλα, κι αφού τοποθέτησα με προσοχή το πτώμα όρθιο, ακουμπιστά στον εσωτερικό τοίχο, το στήριξα σ’ αυτή τη θέση, και χωρίς πολύ κόπο ξανάβαλα τα τούβλα όπως ήταν και πριν. Προμηθεύτηκα, με κάθε προφύλαξη, ασβέστη, άμμο και άχερα, ετοίμασα ένα σουβά, που δεν ξεχώριζε από τον παλιό, κι έχρισα τον καινούριο τοίχο. Όταν τέλειωσα, έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Δε φαινότανε καθόλου πως είχε πειραχτεί ο τοίχος. Μάζεψα από χάμω τα μπάζα με τη μεγαλύτερη προσοχή. Έριξα γύρω μου μια θριαμβευτική ματιά και είπα μέσα μου: «Εδώ, τουλάχιστον, ο κόπος μου δεν πήγε χαμένος». 

 

Η κατοπινή μου ενέργεια ήταν να ψάξω να ‘βρω το ζωντανό που είχε γίνει αιτία μιας τέτοιας κατάντιας. Γιατί τώρα πια είχα πάρει τη σταθερή απόφαση να το εξοντώσω. Αν το ‘βρισκα εκείνη τη στιγμή μπροστά μου, καμιά αμφιβολία πως η δουλειά του ήταν τελειωμένη. Μα φαίνεται πως το πονηρό ζώο είχε τρομοκρατηθεί από την εκδήλωση του θυμού μου κι απόφευγε να παρουσιαστεί μπροστά μου. Αδύνατον να περιγραφεί, ή να φανταστεί κανείς, τη βαθιά, την ηδονική ανακούφιση που μου προξένησε η απουσία του σιχαμένου ζώου. Δε φάνηκε ούτε ολόκληρη τη νύχτα, κι έτσι, για μια νύχτα τουλάχιστον, από τότε που είχε πατήσει το πόδι του στο σπίτι, κοιμήθηκα ήσυχα και ατάραχα. Ναι, κοιμήθηκα, μ’ όλο το βάρος του φονικού, που είχα στην ψυχή μου.
Πέρασε η δεύτερη, πέρασε και η τρίτη μέρα, κι ο τύραννός μου εξακολουθούσε να μη φαίνεται. Ανάσανα σαν άνθρωπος ελεύθερος. Το τέρας, τρομαγμένο, είχε φύγει από το σπίτι μια για πάντα! Δε θα το ξανάβλεπα στα μάτια μου! Ήμουν τρισευτυχισμένος! Το αίσθημα της ενοχής για την καταχθόνια πράξη μου δεν μ’ ενοχλούσε σχεδόν καθόλου. Στην ανάκριση που είχε γίνει, αποκρίθηκα μ’ ετοιμότητα, δίχως να τα χάσω. Έγινε και μια έρευνα – μα φυσικά, τίποτα δεν ανακάλυψαν. Θεωρούσα την ευτυχία μου εξασφαλισμένη στο μέλλον.
Την τέταρτη μέρα ύστερ’ από το φόνο, ξανάρθαν ακαρτέρευτα οι αστυνομικοί, για να κάνουν μια πιο αυστηρή έρευνα. Σίγουρος για το ανεξιχνίαστο του κρυψώνα, δεν ανησύχησα στο παραμικρό. Οι αστυνομικοί ζήτησαν να τους συνοδέψω στην έρευνά τους. Δεν άφησαν καμιά γωνιά, καμιά κόχη, δίχως να την ψάξουν. Στο τέλος κατέβηκαν πάλι στο κελάρι – για τρίτη ή τέταρτη φορά.  Δεν σάλεψε ούτε μια τρίχα μου. Η καρδιά μου χτυπούσε ήρεμα, σαν την καρδιά ανθρώπου που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Πηγαινοερχόμουν μέσα στο κελάρι. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και τριγύριζα εδώ κι εκεί. Οι αστυνομικοί ικανοποιήθηκαν απόλυτα από την έρευνά τους κι ετοιμάζονταν να φύγουν. Η χαρά μου ήταν πάρα πολύ μεγάλη, για να μπορέσω να τη συγκρατήσω. Λαχταρούσα να πω, έστω και μια λέξη, έτσι, σαν εκδήλωση του θριάμβου μου, και για να διπλασιαστεί η βεβαιότητά τους πως είμαι αθώος.
-Κύριοι, τους είπα τέλος καθώς ανέβαιναν τη σκάλα, είμ’ ενθουσιασμένος που ξαλαφρωθήκατε από τις υποψίες σας. Σας εύχομαι καλή υγεία και κάπως περισσότερη ευγένεια. Εδώ που τα λέμε, κύριοι, αυτό το σπίτι είναι πολύ καλοχτισμένο (μέσα στη φλογερή επιθυμία μου να πω κάτι με άνεση, δεν ήξερα καλά καλά τι έλεγα, μπορώ μάλιστα να πω, εξαιρετικά καλοχτισμένο. Αυτοί οι τοίχοι –μα πώς φεύγετε, κύριοι;- αυτοί οι τοίχοι είναι γερά φτιαγμένοι…
Και λέγοντας αυτό, χτύπησα δυνατά – μόνο και μόνο από μια μανία μπραβούρας, που με είχε πιάσει – μ’ ένα μπαστούνι που κρατούσα, ακριβώς εκείνο το μέρος του τοίχου με τα τούβλα, που πίσω του στεκότανε το πτώμα της αγαπημένης γυναικούλας μου.
Μα ο Θεός να με φυλάξει και να με σώσει από τα νύχια του Αντίχριστου! Δεν είχαν πάψει καλά καλά ν’ αντηχούν τα χτυπήματα του μπαστουνιού μου, και μου αποκρίθηκε μια φωνή μέσ’ από τον τάφο! – μια φωνή στην αρχή πνιγμένη και κομμένη, σαν το αναφιλητό παιδιού, που έπειτα φούντωσε γοργά σε μια μακρόσυρτη, δυνατή και αδιάκοπη κραυγή, αφύσικη και ξωτική –μια οιμωγή! – μια κλαψιάρικη στριγγλιά φρίκης και θριάμβου μαζί, τέτοια που μόνο από την κόλαση θα μπορούσε να ‘χε βγει, συνταιριαστά, απ’ το λαρύγγι των κολασμένων μέσα στην αγωνία τους κι από τους δαίμονες που χαίρονται την κόλαση κι αναγαλλιάζουν.
Είναι αστείο, να μιλήσω για τις σκέψεις μου εκείνης της στιγμής. Παράλυσα. Τρικλίζοντας, πήγα κι ακούμπησα  στον αντικρινό τοίχο. Οι αστυνομικοί, από τον τρόμο και το δέος, έμειναν ακίνητοι για μια στιγμή στη σκάλα. Αμέσως έπειτα, δέκα γερά μπράτσα καταπιάστηκαν τον τοίχο. Έπεσε μονοκόμματος. Το πτώμα, κιόλα σε μεγάλο βαθμό αποσυνθεμένο, γεμάτο πηγμένα αίματα, στεκότανε ολόρθο μπρος στα μάτια μας. Πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ανοιχτό στόμα κι ένα μοναχικό μάτι που πέταγε φωτιές, καθότανε το απαίσιο ζώο, που η πανουργία του μ’ έκανε φονιά, και η κατήγορη φωνή του μ’ έστειλε στο δήμιο. Είχα χτίσει το τέρας μέσα στον τάφο.
 

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «Ο μαύρος γάτος» μετάφραση ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
από το βιβλίο «Ε. Α. ΠΟΕ – ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»
Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

βραβείο αναγνωστών 2009

10/12/2009

Το «Βραβείο Αναγνωστών 2009» απονέμεται στο μυθιστόρημα «Ιμαρέτ – Στη σκιά του ρολογιού» του Γιάννη Καλπούζου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η ψηφοφορία ανέδειξε το αγαπημένο ελληνικό μυθιστόρημα του αναγνωστικού κοινού, που επέλεξε με sms ένα από τα δεκαπέντε της «βραχείας λίστας»  που κατήρτισαν με την ψήφο τους μέλη Λεσχών Ανάγνωσης από τις 230 που λειτουργούν σ’ όλη την Ελλάδα και την Κύπρο.

Σημειώνουμε ότι με την ψήφο τους  οι αναγνώστες συμμετείχαν κατά 50% στο τελικό αποτέλεσμα ενώ το υπόλοιπο 50% βγήκε από τις ψήφους που έχουν ήδη δώσει οι Λέσχες Ανάγνωσης.

Το «Ιμαρέτ» του Γιάννη Καλπούζου είναι ο πέμπτος νικητής του Βραβείου Αναγνωστών που θέσπισε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) το 2005.

 

Άρτα 1854. Τουρκοκρατία. Δύο αγόρια γεννιούνται την ίδια νύχτα. Ένας Έλληνας και ένας Τούρκος που η μοίρα τους κάνει ομογάλακτους. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή τους με φόντο την άγνωστη ιστορία της περιοχής. Ο Γιάννης Καλπούζος αναπαριστάνει με μοναδικό τρόπο μια ολόκληρη εποχή. Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, ο παππούς Ισμαήλ, η «μικρή» ακόμη Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο φανατικός Ντογάν, οι συγκρούσεις, οι επαναστάσεις, η συνύπαρξη, οι Απόκριες, το Ραμαζάνι, τα πρόσωπα και οι συνήθειες των κατοίκων των τριών φυλών, λαθρέμποροι, κολίγοι, τσιφλικάδες, ο πλούτος μαζί με την εξαθλίωση. Όλοι έχουν θέση στο ιμαρέτ του Θεού.

Τα αγαπημένα μυθιστορήματα των προηγούμενων ετών ήταν:

  • το 2005 «Η μέθοδος της Ορλεάνης» της Ευγενίας Φακίνου,
  • το 2006 «Αμίλητα βαθιά νερά», της Ρέας Γαλανάκη,
  • το 2007 «Ο κύριος Επισκοπάκης» του Ανδρέα Μήτσου και 
  • το 2008 «Όλα σου τα ‘μαθα μα ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντά.