Archive for Ιανουαρίου 2012

εις την στάνην του μπάρμπα μου

30/01/2012

Στο διήγημα «Εις την στάνην του μπάρμπα μου» ο συγγραφέας Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894) αφηγείται τις εντυπώσεις του από μια επίσκεψη είκοσι πέντε ημερών στη στάνη του θείου του, μπαρμπα-Λάμπη, στα βοσκοτόπια του Χόντζα, κοντά στο Μέτσοβο.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όταν ακόμα υπήρχαν κλέφτες στα άγρια βουνά της Πίνδου, γι’ αυτό και ο μπαρμπα-Λάμπης δεν ήθελε να πάρει το νεαρό συγγραφέα μαζί του -«στα πρόβατα είν’ φόβος, είν’ κλέφτες» του έλεγε και του ξαναέλεγε-, όμως μια μέρα, μετά από χιλιάδες φορές που τον είχε παρακαλέσει ο μικρός, αναγκάστηκε να τον πάρει μαζί του.
Μεσημέρι ξεκίνησαν περπατώντας τον ανηφορικό δρόμο για τη στάνη. Η πρώτη τους στάση ήταν στην -όνομα και πράγμα- Κρύα Βρύση:

…κι εφτάσαμε στα καταπράσινα σάδια της Κρύας – Βρύσης. Εδώ εξαπλωθήκαμε να ξαποστάσουμε και να πιούμε. Το νερό της αναβράει σαν να κοχλάζει από κάτω από τρανόν βράχον και χύνεται τον κατήφορο κατά το χωριό. Είναι κατάκρυο. Λένε πως έπιε πιστικός αποσταμένος από δρόμο και τον έκοψε μονοκοπανιάς και πέθανε.
Πρέπει να ξαποστάσει κανείς πρώτα και να πιει.

Από κει συνέχισαν τον ανηφορικό τους δρόμο. Κι όσο ανέβαιναν τόσο το τοπίο αγρίευε. Μοναδική εικόνα άγριας ομορφιάς η σκιά των αετών πάνω από τα κεφάλια των δύο οδοιπόρων.

Γύμνια και ξέρα απέραντη. Κάπου κάπου σε καμιά βρυσούλαν εφούντωνε κανένα δεντράκι. Απάνου στον αγέρα ετρογυρνούσαν κι έσκουζαν τα όρνια κι οι σταυραετοί, που φωλιάζουν στα σκέμπια και στες σπηλιές της Γκάλτσας κι οι ίσκιοι των πέρναγαν σαν φαντάσματ’ από μπροστά μας. Επεράσαμε ύστερα από τα ριζοβούνια του Περιστεριού, εκατηφορίσαμε προς το ποτάμι του Μετσόβου κι εφτάσαμε το βράδυ στου Χόντζα.

Ο συγγραφέας έπεσε κατάκοπος να κοιμηθεί για να ξυπνήσει την επόμενη το πρωί στον …παράδεισο!

Με ξύπνησαν με το γλυκοχάραμα, μ’ επήγαν σε μια βρύση κατάκρυα και νίφτηκα.
Γύρισα ύστερα στες στρούγγες όπ’ άρμεξαν και με πυξαρένιο κεντιστό χουλιάρι ερούφηξα κάμποσον αφρόν από γάλα, όπως έπεφτε ζεστό από το βυζί της προβατίνας στην καρδάρα μέσα κι εφούσκωνε. Την γλύκα και την νοστιμάδα και την μοσχοβολιά του αφρού εκείνου δεν θα τη λησμονήσω ποτές, όπως θυμάμαι πάντα και την χαριτωμένην ζωήν της στάνης, όπως αναγιεννιέμαι, όταν μυρίζομαι την προβατίσαν εκείνη μυρουδιά της στρούγγας και του σταύλου κι ακούω από μακρυά τ’ αρμονικά κουδούνια του κοπαδιού.

Όταν απάρμεξαν ακολούθησα τους πιστικούς με τα κοπάδια στες βοσκές απάνου. Τα χορτάρια των όχτων που ανέβαινα μού πήγαιναν ως την ζώνην. Μια δροσερή ανάσαση χλωρασιάς εχόρταινε τα πνεμόνια μου. Οι πιστικοί, τα πουλιά, ανέβαιναν απάνου στα δεντριά κι εκελαδούσαν σουρακτά, απαράλλαχτα σαν να εσαλαγούσαν πρόβατα. Πλήθος νερά έπεφταν σε γάργαρα ρέματ’ από τα κορφοβούνια, εκρέμονταν στα στεφάνια και απώντας στην άβυσσο κάτου άφριζαν κι έσκουζαν μανισμένα. Όπου εστεκόμεθα, μόδειχναν με τα μακριά ραβδιά των οι βοσκοί τα κατατόπια και τα σύνορα γύρα, έβλεπα ολόγυρα όλο δασωμένα βουνά. Ο Χόντζας μοναχά σαν να επλάστηκε επί ταυτού για βοσκές.
Κι έβλεπα ολόγυρα και ψηλά το Περιστέρι από τη μια μεριά με τ’ αγριόγιδα και με τα ζαρκάδια, τον ολόρθο και περήφανο ως τα ουράνια, τον ζυγό του Μετσόβου με τα χιόνια του τ’ άλυωτα, την Βάλια Κάρδα με τ’ άγριά της τα πρόβατα, το Δοκίμι με τες ομορφότουφες οξιές του και με τα ξακουσμένα μαντριά του Μήτσου Μπάρτα, την Κατάρα με τους μανισμένους ανέμους της, τις Πολιτσιές με τα παλιά κάστρα και χαλάσματα και το Μαυροβούνι με τ’ αρκούδια και τα χιλιόχρονα πεύκα του. Απ’ άλλην μεριά την Τσούκα Ρούκα, τα δάση της Κρουσοβίτσας και τα καταράχια του Δρίσκου.

Έζησα είκοσι πέντε ολόκληρες μέρες κει. Ετρεφόμουν με το μοσχόβολο χλωροτύρι και με το γλυκύτατο πηχτό καλοκαιρινό γάλα. Εκοιμώμουν τον ομορφότερον και ελαφρότατον ύπνον, απάνω εις στρώματα ευωδερού πεύκου και έλατου, νανουριζόμενος από τα κουδούνια των κοπαδιών κι από το μουρμούρι των γύρωθεν δασών.

Πραγματικά μαγευτική η περιγραφή της ορεινής φύσης και των άγριων βουνών, αλλά το διήγημα αποκτά καινούριο ενδιαφέρον το βράδυ που επισκέπτονται τη στάνη οι κλέφτες! Έρχονται με φιλικές διαθέσεις μια και ο καπετάνιος τους είναι παλιός γνώριμος του μπαρμπα-Λάμπη, για να αφήσουν όμως τα τουφέκια τους, χρειάζεται και κάτι άλλο, η «μπέσα». Όσο για την περιγραφή της ομάδας των κλεφτών, αυτή γίνεται από το συγγραφέα με «δημοσιογραφική» σχολαστικότητα, καθώς είναι από τις σπάνιες φορές στη λογοτεχνία που έχουμε αυθεντική μαρτυρία για το πώς συμπεριφέρονταν οι κλέφτες, έστω και στο λυκόφως της δράσης τους.   

Εκρέμασαν ύστερα τα τουφέκια των και τες κάπες στα παλούκια των τοίχων της στάνης, γιατ’ είχαν μπέσα στον μπάρμπα μου κι εστρώθηκαν αραδαριά στα κλαδιά πούχαν στρώσει επιταυτού οι πιστικοί κατά γης ως είδος τραπέζι. Εγώ τους εκύτταζα τώρα έναν έναν. Κάτι παληκάρια, μωρές παιδιά, ως εκεί απάνου, σαν έλατα, σαν οξιές, με μαύρα μαλλιά και γένια, με φλογερά μάτια, με καταλερωμένα σκουτιά και μ’ άρματα ασημένια. Ο καπετάνιος και το πρωτοπαλήκαρο τάχαν φλωροκαπνισμένα. Το πρωτοπαλήκαρο έκαμνε και τον γραμματικόν, έσερνε χαρτί και καλαμάρι μαζί με τ’ άρματα στο σελάχι του κι εβαστούσε το τάσι του καπετάνιου. Ο ψυχοπατέρας, γέρος εβδομηντάρης, με κάτασπρα μαλλιά και με την άσπρην φεσάραν του περιδεμένην με πόσι, εγιατρολογούσε το μπουλούκι, έδινε ορμήνειες κι εξήγαε τα όνειρά των και τ’ ουρανού τα σημάδια. Ήσαν καμιά τριανταριά όλοι όλοι. Οι πλειότεροι ήσαν Σαρακατσιάνοι. Σαρακατσιάνος ήταν κι ο καπετάνιος. Άντρας γεμάτος κορμί και παληκαριά, πλατύ στήθος, μεγαλοκέφαλος, μελαμψός, με γυμνά νευρωμένα χέρια, και με ολόπυκνα μουστάκια και φρύδια. Τα γένια του αυτός μονάχ’ απ’ όλους τα εξούριζε κανονικά. Όμοιαζε τη θωριά με το γιον τ’ Ανδρίτσου. Κι ελέγετο… Θανάσης Μπαλατσός.

Την οικογένεια του Θανάση Μπαλατσού, γυναίκα και ανήλικα παιδιά, οι Τούρκοι την είχαν αιχμάλωτη στα Γιάννινα, «για να βγάλουν τον άχτι τους, σαν δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν ή να τον πιάσουν ζωντανόν αυτόν». Ωστόσο ο Μπαλατσός δεν παρατούσε τα βουνά και την ελεύθερη ζωή. Εκείνο το βράδυ οι κλέφτες έφαγαν, ήπιαν, κουβέντιασαν με τον μπαρμπα-Λάμπη και στο τέλος ήρθε η ώρα του τραγουδιού:

Κι ο Ζήκας, ο καλούμενος Ζήκας επήρεν αγάλια αγάλια και το τραγούδι. Μια έκρουε τον ταμπουράν και μια τραγουδούσε. Ήταν πικρά τα λόγια του τραγουδιού, γλυκιά και συμπαθητική η φωνή του Ζήκα. Θλιβερός ο αχός του και του ταμπουρά του το λάλημα πολύ λυπητερό. Ώμοιαζε μοιρολόγι σωστό. Οι πλειότεροι ολόγυρα βουβοί, με χασκωτά τα στόματα εκρατούσαμε και την αναπνοή για να τ’ ακούμε και τον εκυττάζαμε κατάματα, σαν νάβγαινε το τραγούδι από τα μάτια που του τάχ’ βουρκώσ’ η συγκίνησις κι όχι από το στόμα του. Δυο τρεις έσκυβαν λυπητερά τα κεφάλια στη γη. Άξαφνα, μεσ’ στη σιγή εκείνη, πετάει έναν αναστεναγμό πάλι ο καπετάνιος κι έσκασε μέσ’ στα ματόφυλλά του ένα παχύ και διάφανο δάκρυο. Πόσον καιρόν τάχα είχε να δακρύσει το θεριεμένο εκείνο μάτι!

Το λυπητερό αυτό τραγούδι ήταν το τραγούδι του Τσιτσομήτσου, ενώ ακολούθησε το άγριο και πολεμικό τραγούδι του Βλαχοθανάση.

Εστέγνωσαν μ’ αυτό του καπετάνιου τα μάτια, φλογίστηκαν του τραγουδιστού, και δυο τρεις άλλοι από τον ενθουσιασμό ξεκρέμασαν κι άδειασαν τα τουφέκια των στον αγέρα. Στους κρότους των εξύπνησεν ο αντίλαλος των δασών γύρω κι αλύχτησαν τα μαντρόσκυλα κάμποσην ώρα.
Έτσι επεράσαμε την νύχτα. Νυσταγμένος εγώ αποκοιμηθήκα πρωτύτερα. Κι όταν εξύπνησα την αυγήν, οι κλέφτες είχον αφήσει γεια.

Λυπητερό το τέλος της ιστορίας αλλά και αποκαλυπτικό για τη δράση των κλεφτών. Έξι – εφτά χρόνια αργότερα ο Μπαλατσός, μην αντέχοντας τη σκλαβιά της φαμελιάς του, «επροσκύνησε στα Γιάννινα κι έγινε ραγιάς». «Με της κλεψιάς του το καζάντιο», «ζούσε σαν τσέλιγγας Σαρακατσιάνος, το καλοκαίρι στα βουνά και στα χειμαδιά τον χειμώνα». Λίγο αργότερα όμως ο πασάς τον εδιόρισε «αρματολόν, δερβέναγαν» να κυνηγάει τους κλέφτες! «Και πόσα κεφάλια κλέφτικα, δεν έφερε μέσα στα Γιάννινα, δουλεύοντας πιστά τον λουφέν του πασά του»! Απροσδόκητη πραγματικά εξέλιξη, αρκετά διαφορετική από την εικόνα που παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Κι ακόμα πιο απροσδόκητη η συνέχεια. Ο Μπαλατσός δε θα αντέξει για πολύ καιρό αρματολός. Όχι, γιατί δεν τον αφήνουν οι τύψεις να ησυχάσει, αλλά γιατί κυνηγώντας τους κλέφτες, γνώρισε ξανά την «απόλαυσιν των βουνών», «ξαναξύπνησε μέσα στην καρδιά του ο πόθος, η αγάπη για την παλιά τέχνη του». Θα ξαναγίνει λοιπόν κλέφτης μέχρι που τον έπιασε «με μπαμπεσιάν ένας σκύλαρος Αρβανίτης φίλος του» και τον παρέδωσε στους Τούρκους.
Ο συγγραφέας επισκέφτηκε τον Μπαλατσό στη φυλακή, λίγο πριν την εκτέλεσή του. Κι εκεί, στη φυλακή, ο Μπαλατσός του «εκέντησεν» μια «κλίτσα τσομπάνικη». Του την έκανε από «πιξάρι καθαρό. Εκέντησεν απάνω της δυο λιοντάρια, σημαίνοντας την κλέφτικη δύναμή του, την βουνίσια του την ζωή, τα περασμένα νιάτα του. Εκέντησε κι έναν τροχό, τον τροχό της τύχης, που ανεβοκατεβαίνει, σημαίνοντας τα στερνά κακόγραφά του». Πράγματι, είναι απορίας άξιο πώς αυτός ο άγριος κλέφτης, ο «κακούργος» όπως τον ονομάζει ο ίδιος ο συγγραφέας, να μπορεί, ακόμα και τις τελευταίες του ώρες, να δημιουργεί μοναδικά έργα τέχνης και πολιτισμού.

Τον περασμένο χειμώνα έμαθα εδώ πως τον κρέμασαν μια μέρα τον Μπαλατσόν μέσ’ στη μέση στα Γιάννινα. Όσον άγριος, όσον κακούργος κι αν ήταν ο Μπαλατσός, σαν κλέφτης, η καρδιά μου εμένα τον εσυμπόνεσεν. Έκλαψα τον θάνατόν του μ’ όσον πόνον είχε ζηλέψει στα βουνά τότε την κλέφτικην, την περήφανην, την ελεύθερη ζωήν του. Και φυλάω τώρα για ενθύμησίν του την κλίτσα του. Την φυλάω για ενθύμησιν του Μπαλατσού, για ενθύμησιν της στάνης του μπάρμπα μου.

Το διήγημα «Εις την στάνην του μπάρμπα μου» του Κώστα Κρυστάλλη περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ – Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ» Εκδόσεις ΑΛΚΥΩΝ

Advertisements

από τον ίππο του ιερέα στο άλογο που κλαίει

24/01/2012

Η σημερινή μας ανάρτηση δε θα περιοριστεί πάλι σε ένα ελληνικό διήγημα του 19ου αιώνα. Θα επεκταθεί, μέσω συνειρμών, και σε άλλες εποχές, και σε άλλες μορφές τέχνης. Αρχικά θα ασχοληθούμε με ένα απόσπασμα από το διήγημα του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849-1925) «Αναμνήσεις εκ της θαλάσσης».
Στο διήγημα αυτό ο Λυκούδης παραθέτει μια παράδοξη εικόνα, συγκινητική και συγχρόνως αστεία, με ήρωα έναν έφιππο ιερέα και τον «δύσμοιρον ίππον» του, «φορτωμένο «καλάθων οπωρών» τους οποίους ο συγγραφέας συνάντησε κάποτε στο Πεδίο του Άρεως.

Οίκτο βαθύν ενέπνεε του ίππου τούτου η θέα. Με την κεφαλήν σχεδόν προσψαύουσαν την γην, τους οφθαλμούς εσβεσμένους, λιπόσαρκος, με τας πλευράς μετρουμένας υπό το δέρμα ως νομείς διερρηγμένου πλοίου, έσυρε δυσπνοών μετά ρόγχου τους τρέμοντας πόδας του, αδιάφορος προς τα περί αυτών, αναίσθητος προς τα σκληρά χτυπήματα, άτινα ρυθμικώς κατήγε διά της οζώδους ράβδου επί του τραχήλου του, επ’ αυτής της ταλαιπώρου κεφαλής του, ο ιερός αναβάτης του.

Ξαφνικά, από μακριά, ακούστηκαν ήχοι στρατιωτικού σαλπίσματος από μια στρατιωτική φάλαγγα ιππικού. Ο κακόμοιρος ίππος, που έτρεμαν τα πόδια του, που μπορούσες να μετρήσεις τα πλευρά του από την ασιτία και τα γεράματα, «εστήλωσεν αμέσως τους πόδας» του. Αναμνήσεις μιας περασμένης στρατιωτικής αίγλης εισέβαλαν στη γερασμένη μνήμη του.

…ύψωσε την κεφαλήν, έκαμψεν υπερηφάνως τον αυχένα, ωσφράνθη διά των μυκτήρων τον αέρα, τανύσας δε τους πόδας έρρηξε παρατεταμένον χρεμετισμόν και ως βέλος ώρμησε προς την πεδιάδα χωρίς ο αναβάτης του να δυνηθή να τον συγκρατήση.

«Ως βέλος», λοιπόν, όρμησε ο ίππος, παρά τις φωνές και τα χτυπήματα του έκπληκτου ιερέα, και μάλιστα κατάφερε να λάβει θέση στο αριστερό μέρος της φάλαγγας, και, γεμάτος σφρίγος να συμμετάσχει στον περήφανο καλπασμό των υπόλοιπων αλόγων!

Εγέλων οι παρεστώτες διά το πάθημα του ιερέως, εμού δε, ομολογώ τούτο μεθ’ όλον τον ασφαλήν κίνδυνον του γελοίου, επληρώθησαν δακρύων οι οφθαλμοί διά τον γέροντα ίππον.

Ευνόητη η εξήγηση του παράδοξου γεγονότος: ο ίππος του ιερέα ανήκε για χρόνια στο στρατό, είχε πάρει μέρος σε αμέτρητες πορείες και παρελάσεις, είχε ζήσει χρόνια περηφάνιας και τιμής, αλλά όταν γέρασε και «κατέστη άχρηστος» ο στρατός τον παρέδωσε «εις την σφύραν της δημοπρασίας», η οποία τον μετέτρεψε σε ταπεινό αχθοφόρο…
Ο συγγραφέας σταματάει εδώ την περιγραφή του γεγονότος, το οποίο το παρέθεσε μόνο για να παρομοιάσει τον ίππο του ιερέα με τους απόμαχους ναυτικούς, εξού και ο τίτλος του διηγήματος «Αναμνήσεις εκ της θαλάσσης».

Η τόσο ζωντανή όμως εικόνα του γερασμένου αλόγου, που θέλησε να ξαναζήσει τις δοξασμένες στιγμές του παρελθόντος, μου θύμισε ένα άλλο δοξασμένο άλογο, το ένα από τα δύο άλογα του ομηρικού ήρωα, Αχιλλέα, που, λίγο πριν ο Αχιλλέας σκοτώσει τον Έκτορα, αποκτάει το χάρισμα του λόγου και προλέγει στον Αχιλλέα τον επικείμενο θάνατό του.  


«Ο θρίαμβος του Αχιλλέα», Κέρκυρα – Αχίλλειο
έργο του Αυστριακού καλλιτέχνη Franz Matsch

Πρόκειται για μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της Ιλιάδας, που μας έχει απασχολήσει σε παλαιότερη ανάρτηση. Ο Ξάνθος, όπως ονομάζεται το άλογο, σκύβει το κεφάλι και λέει στον Αχιλλέα (Ιλιάδα, Τ, 409-410) πως πλησιάζει η τελευταία του, «ολέθρια», μέρα και αίτιοι γι’ αυτό είναι «ο Θεός ο Μέγας» και «η Μοίρα η κραταιή». Ο Αχιλλέας του απαντάει πως το γνωρίζει πολύ καλά πως είναι της μοίρας του να σκοτωθεί εδώ πέρα, μακριά από τον πατέρα και τη μάνα του.
Τι νόημα έχει όμως αυτή η συνομιλία; Γιατί ο Όμηρος επιλέγει να δώσει στον Ξάνθο, για μία και μοναδική φορά, όχι μόνο το χάρισμα του λόγου, μα και την ιδιότητα να μαντεύει το μέλλον; Η Ζακλίν ντε Ρομιγί στο βιβλίο της «Τα Ρόδα της Μοναξιάς» δίνει τη δική της εξήγηση, πως επειδή το ομηρικό έπος δε φτάνει μέχρι το θάνατο του Αχιλλέα, θα πρόβαλλε αλλιώς μόνο την οργή και την κακία του. Ενώ η αναγγελία του επερχόμενου θανάτου του, φέρνει μια ισορροπία στο ποίημα και αποδίδει στον Αχιλλέα την αδυναμία ενός κοινού ανθρώπου που έχει επίγνωση της θνητότητάς του.

Τα άλογα του Αχιλλέα συγκίνησαν όμως και τον Κωνσταντίνο Καβάφη, ο οποίος ασχολήθηκε με ένα άλλο περιστατικό, όταν τα δύο άλογα του Αχιλλέα -που ήταν δώρο του Δία για το γάμο του πατέρα του, Πηλέα- άρχισαν να κλαίνε και να θρηνούν το θάνατο του Πάτροκλου.
Στο ποίημα του Καβάφη «Τα Άλογα του Αχιλλέως» ο Δίας αναρωτιέται: «καλύτερα να μη σας δίναμε, άλογά μου δυστυχισμένα! Τι γυρεύατε εκεί χάμου στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας;» Και λίγο παρακάτω λέει: «Στα βάσανά των σας έμπλεξαν οι άνθρωποι».

Ναι στα «βάσανά των» και στα εγκλήματά των, προσθέτουμε εμείς, έκαναν συνεργούς οι άνθρωποι -από τα αρχαία χρόνια- τα συμπαθητικά αυτά τετράποδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα ακόμα ένδοξο άλογο που έμεινε στην ιστορία, ο Βουκεφάλας. Όπως αναφέρει ο Αρριανός, όταν ο Αλέξανδρος έχασε τον Βουκεφάλα, στη χώρα των Οξιανών -Ουξίων, σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο-, διέταξε να δολοφονηθούν όλοι οι κάτοικοι της χώρας (!) αν δε βρισκόταν το άλογό του. Τελικά βρέθηκε ο Βουκεφάλας και γλύτωσαν ευτυχώς οι Οξιανοί από ένα έγκλημα που θα επηρέαζε όχι τόσο την ιστορία του Αλεξάνδρου -αυτός κατάφερε, και χωρίς ένα τέτοιο έγκλημα, να πάρει το επίθετο Μέγας-, όσο την ιστορία του Βουκεφάλα που θα συνδεόταν άθελά του με ένα πρωτοφανές ομαδικό έγκλημα, γενοκτονία θα το ονομάζαμε σήμερα.  


Ο Αλέξανδρος με τον Βουκεφάλα εφορμούν στη μάχη της Ισσού.
Μάλλον πρόκειται για την αυθεντικότερη απεικόνιση του Βουκεφάλα.
από το http://www.kathimerini.gr/4Dcgi/4dcgi/_w_articles_kathglobal_
3_08/02/2004_1281577

Τα άλογα συνέχισαν από τότε να χρησιμοποιούνται στον πόλεμο για χιλιάδες χρόνια και θρήνησαν αμέτρητα θύματα -από ένα εκατομμύριο άλογα που χρησιμοποιήθηκαν στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο επέζησαν μόνο 60.000-, δικαιολογημένη λοιπόν η απόφαση του Στίβεν Σπίλμπεργκ να γυρίσει σε ταινία το βιβλίο του Μάικλ Μορπούργκο, με θέμα τις περιπέτειες ενός αλόγου κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου.


Σκηνή από την ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ: «Το Άλογο του Πολέμου» 

Μια που περάσαμε όμως στον κινηματογράφο ας κλείσουμε τη σημερινή ανάρτηση με μια αγαπημένη ταινία, παραγωγής 1957, που προβλήθηκε στους ελληνικούς κινηματογράφους το 1980 και «έσπασε τα ταμεία». Αναφερόμαστε στην ταινία του Μαρκ Ντονσκόι «Το Άλογο που Κλαίει».
Το άλογο που έδωσε τον τίτλο στην ταινία δε θυμίζει τα ένδοξα άλογα του Αχιλλέα ή του Αλεξάνδρου, πιο πολύ «φέρνει» προς τον λιπόσαρκο και κακομοίρη ίππο του ιερέα που γνωρίσαμε στην αρχή της ανάρτησης. Μια οικογένεια τσιγγάνων καταφέρνει με κάποια «ρετουσαρίσματα» να τον πουλήσει σε έναν εύπιστο πλούσιο, που μόλις ανακαλύπτει την απάτη, ξεσπάει πάνω στο άλογο χτυπώντας το αλύπητα και αναγκάζοντας το να δακρύσει.

Έχουν περάσει περίπου 30 χρόνια από τότε που είδα την ταινία και η σκηνή δεν έσβησε από τη μνήμη μου. Ευτυχώς, πολύ πρόσφατα, η ταινία αναρτήθηκε για πρώτη φορά στο youtube και μπορείτε να την παρακολουθήσετε στο
http://www.youtube.com/watch?v=kO8kMuvhMAM
Το «ρετουσάρισμα» του αλόγου αρχίζει στο 50΄και 52΄΄, ακολουθεί η πώληση, ενώ στο 53΄ και 58΄΄ γίνεται η αποκάλυψη της απάτης και ο παραπλανημένος αγοραστής ξεσπάει, χτυπώντας το άλογο.
Στο 54΄και 08΄΄ εμφανίζεται πάνω σε γαϊδαράκο ένας χωρικός που βλέποντας την κακομεταχείριση του αλόγου, ψιθυρίζει στο γαϊδαράκο του: «Άκου, γάιδαρέ μου, γι’ αυτόν όλοι είναι άλογα. Όταν κάποιος χτυπά άλογο, σκοτώνει και φίλο».

Ολόκληρο το διήγημα του Εμμανουήλ Λυκούδη «Αναμνήσεις εκ της θαλάσσης» εδώ 

Το απόσπασμα από την Ιλιάδα (Τ, 409-420) στο πρωτότυπο κείμενο αλλά και σε μετάφραση Ν. Καζαντζάκη εδώ

Τι έγραψε η Ζακλίν ντε Ρομιγί για το άλογο του Αχιλλέα εδώ

Το ποίημα του Κ. Καβάφη «Τα Άλογα του Αχιλλέως» εδώ

Περισσότερα για τον Βουκεφάλα και τη χώρα των Οξιανών εδώ

ο παπα-Νάρκισσος

21/01/2012

Ο παπα-Νάρκισσος είναι ένα βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό διήγημα του Δημητρίου Βικέλα (1835-1908).
Κεντρικός ήρωας ένας νεαρός παπάς, φρεσκοπαντρεμένος, που έχει αναλάβει εδώ και τρεις μήνες τα καθήκοντα του ιερέα σε ένα νησιώτικο χωριό. Όλα πηγαίνουν καλά στη ζωή του, οι χωρικοί, παρά το νεαρό της ηλικίας του, τον σέβονται και τον εκτιμούν, η έγκυος γυναίκα του τον λατρεύει, «οι αγροί του προεμήνυον ευκαρπίαν», μόνο που υπάρχει μια σκιά στη διαφαινόμενη ευτυχία του, μια ανησυχία στα βάθη της ψυχής του. Γιατί ο παπα-Νάρκισσος έχει ένα αδύνατο σημείο: φοβάται να αντικρίσει το θάνατο στα πρόσωπα των νεκρών.

Και όμως η ευτυχία του δεν ήτο εντελής. Την επεσκίαζε μία μεγάλη και διαρκής ανησυχία. Ο ιερεύς παραμυθεί τους ψυχορραγούντας και κηδεύει τους νεκρούς. Τους νεκρούς! Ιδού η σκέψις η οποία τον εβασάνιζε, το νέφος του οποίου η σκιά εμαύριζε τον φαιδρόν άλλως ορίζοντα του βίου του.
Ο τρόμος του θανάτου τον κατείχεν αφότου τον έφερον, μικρόν έτι, ν’ ασπασθή τα κλειστά ψυχρά βλέφαρα του νεκρού πατρός του.

Επειδή σ’ αυτή τη ζωή τίποτε δεν είναι πιο σίγουρο από το θάνατο, έφτασε γρήγορα για τον παπα-Νάρκισσο η ώρα της αλήθειας. Ο Γεροθανάσης ήρθε μια μέρα στο σπίτι του να τον ενημερώσει πως ο λεπρός που ζούσε απομονωμένος σε μια καλύβα, μακριά απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους, ήταν ετοιμοθάνατος και του ζητούσε να τον επισκεφθεί για να μεταλάβει. Διπλό το βάρος για τον παπα-Νάρκισσο μια και θα έπρεπε τώρα να έρθει αντιμέτωπος όχι μόνο με το θάνατο ενός συνανθρώπου του αλλά και με τη φρικιαστική όψη του λεπρού.  Ωστόσο δεν έδειξε κανένα δισταγμό στο να σπεύσει στο πλευρό του ετοιμοθάνατου, εκτός από ένα ελαφρύ τρέμουλο στη φωνή του. Και καθώς οι δύο άντρες ξεκινούν για την απομακρυσμένη καλύβα, ο συγγραφέας αρχίζει να διηγείται την ιστορία του λεπρού, από την οποία αναδεικνύεται το μεγαλείο της ανθρωπιάς του Γεροθανάση.

Εις την εσχατιάν εκείνην της νήσου, μόνος, έρημος, μακράν πάσης κοινωνίας ανθρώπων, διήλθε τον βίον φέρων το βάρος προγονικής συμφοράς, ανεύθυνος αυτός, ζων άνευ ελπίδος, άνευ παρηγορίας, άνευ σκοπού. Ορφανός, άκληρος, άπορος, κατελήφθη νεώτατος έτι υπό βδελυράς νόσου. Οι ομόχωροί του τον ηνάγκασαν να υποβληθή εις απομόνωσιν, αναλαβόντες την υποχρέωσιν της συντηρήσεώς του. Δεν ήτο βεβαίως υπέρογκον το βάρος διά την κοινότητα της νήσου. Ο Γεροθανάσης, του οποίου οι ολίγοι αγροί έκειντο πέρα της καλύβης του λεπρού, ανεδέχθη την μεταφοράν της εβδομαδιαίας προμηθείας άρτου. Αλλά δεν περιωρίσθη εις τούτο η αγαθότης του φιλανθρώπου χωρικού. Εβοήθει τον άθλιον ερημίτην εις την καλλιέργειαν του μικρού κήπου του, επισκευάζων τα εργαλεία του, προμηθεύων σπόρους, δίδων συμβουλάς. Έμενε συνομιλών με τον ασθενή, εξοικειωθείς εκ της μακράς συνηθείας προς το απεχθές νόσημά του. Και τον επερίμενεν ο λεπρός, μετρών τας ημέρας και τας ώρας μέχρι της προσεχούς επισκέψεως. Ο Γεροθανάσης ήτο ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ αυτού και του λοιπού κόσμου. Ουδείς άλλος τον επλησίαζεν.

Φτάνοντας έξω απ’ την καλύβα, ο παπα-Νάρκισσος περιγράφεται απ’ το συγγραφέα «με τας χείρας τρεμούσας ολίγον». Είναι φανερό πως η ταραχή του είχε μεγαλώσει. «Ήτο κάτωχρος».
Λίγο πριν περάσει μέσα όμως, συναισθανόμενος την ιερή αποστολή του, βρήκε την απαιτούμενη δύναμη. «Το βήμα του ήτο στερεόν, αι χείρες του δεν έτρεμον καθώς πριν, δεν εδίσταζε πλέον. Ενίκησε τους τελευταίους ενδοιασμούς της δειλίας η συναίσθησις της ιεράς αποστολής του».

Μπήκε μόνος στην καλύβα. Ο Γεροθανάσης έμεινε στην είσοδο και περίμενε για πολλή ώρα. Δε θα μάθουμε ποτέ τι ειπώθηκε μεταξύ τους. Ο συγγραφέας θα προτιμήσει να μην ενοχλήσει με την αδιακρισία του τις τελευταίες στιγμές του λεπρού. Είχε άραγε αμαρτήματα να εξομολογηθεί; Είχε μήπως παράπονα; Θα μείνει για πάντα μυστικό. Στο κάτω κάτω ας φανταστεί κάτι και ο αναγνώστης. Σημασία έχει το πώς βγήκε απ’ την καλύβα ο παπα-Νάρκισσος. «Εβάδιζε με ορθίαν και ακίνητον την κεφαλήν, με το βλέμμα ήρεμον, ενώ έσειεν ο άνεμος την λυτήν κόμην του. Εφαίνετο άλλος ήδη άνθρωπος!».
Ναι, ο παπα-Νάρκισσος, μεταλαβαίνοντας τον λεπρό και συμπαραστεκόμενος στις τελευταίες του στιγμές, καταφέρνει επιτέλους να υπερνικήσει τους φόβους του και να αντικρίσει με ψυχική ικανοποίηση τόσο το Γεροθανάση όσο και την παπαδιά που είχε εντωμεταξύ έλθει κι αυτή στην καλύβα, γεμάτη ανησυχία για το αν θα τα κατάφερνε στο δύσκολο αυτό καθήκον ο σύζυγός της.

Επλησίασε προς τον γέροντα και προς την σύζυγόν του χωρίς ουδεμίαν να εκφράση απορίαν διά την έλευσίν της. Αμφότεροι εκείνοι δεν εκινήθησαν προς προϋπάντησίν του. Τον επερίμενον να έλθη. Δεν απηύθυναν ερώτησιν προς αυτόν. Επερίμενον να ομιλήση.
– Ανεπαύθη, είπεν ο ιερεύς.
Ο Γεροθανάσης και η παππαδιά έκαμαν εν σιωπή τον σταυρόν των.
– Aύριov το πρωΐ θα έλθωμεν να τον θάψωμεν, εξηκολούθησεν.
Η φωνή του είχε τι το σοβαρόν, το επιβάλλον. Ουδέποτε η σύζυγός του τον ήκουσεν ομιλούντα ούτω. Τον ήκουε και τα δάκρυα ανέβαινον ησύχως εις τους οφθαλμούς της. Ησθάνετο ότι η δοκιμασία αύτη ενίσχυσε διά παντός την ψυχήν του.
– Nα μείνω εδώ την νύκτα; ηρώτησεν ο Γεροθανάσης.
– Μείνε. θα έλθω πολύ πρωΐ.
Και βλέπων την σύζυγόν του, ήτις έτεινε προς αυτόν το ράσον,
– Καλά έκαμες και μου το έφερες, είπεν. Εσκέπασα με το άλλο τον νεκρόν.
Και βαδίζοντες ο εις παρά τον άλλον επέστρεψαν εις την οικίαν των πεζοί ο ιερεύς και η σύζυγός του.

Το διήγημα «Ο Παπα-Νάρκισσος» περιέχεται στη συλλογή «Διηγήματα» του Δημητρίου Βικέλα, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ.
Στην εισαγωγή αυτής της έκδοσης αναφέρεται πως ο Βικέλας εμπνεύστηκε την υπόθεση του διηγήματος από ένα πραγματικό περιστατικό, τη συνάντηση με έναν λεπρό στα βουνά της Μήλου.
Ολόκληρο το διήγημα υπάρχει στις ιστοσελίδες:
http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/vikelas_narkissos.html (μονοτονικό σύστημα)
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/dhmhtrios_bikelas_o_pappa-narkissos.htm (πολυτονικό σύστημα)

«Ο Αυτόχειρ»

17/01/2012

Βαρύ θέμα για διήγημα η αυτοκτονία, ειδικά όταν ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει το αναπάντητο συνήθως ερώτημα του «γιατί». Όμως ο Μιχαήλ Μητσάκης (1868-1916), στο διήγημά του «Ο Αυτόχειρ», παρακάμπτει αυτό το ερώτημα και καταφέρνει να μετατρέψει το διηγήμα του σε ένα φιλοσοφικό σχόλιο πάνω στην αξία -ή τη μη αξία- της ανθρώπινης ζωής.
Η υπόθεση του διηγήματος είναι απλή και συγχρόνως τραγική. Ένας νεαρός άντρας βάζει τέλος στη ζωή του σε ένα ξενοδοχείο της Πάτρας, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα που γράφει: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς».
Την ίδια μέρα φτάνει στην Πάτρα ο συγγραφέας και μαθαίνει για το διάβημα του άγνωστου άντρα. Το περιστατικό κατατρώγει το μυαλό του κι όσο βλέπει τη γύρω του αδιαφορία για ό,τι συνέβη, τόσο περισσότερο προβληματίζεται και αναρωτιέται…

Aς μην ενοχληθή κανείς!
Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειώνει με την μαύρην σφραγίδα της!
Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η αρπάγη του Πάθους, της Nόσου ή της Aνάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων!
Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Mοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Xίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν’ αποθάνουν!
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξειδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Aθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως -ίσως να ήτον και από τον Tσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήτον και απ’ το Bουκουρέστι;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ’ αυτά βουνά, τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ’ άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελλούς των σπινθηρισμούς;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων της σκάλες, για να ιδή ποίος τον καλεί;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ’ από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ’ ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της;
Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Kάστρου; Kαι μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο…

Για ανοησία κατηγορεί τον αυτόχειρα ο συγγραφέας και στη συνέχεια γράφει ειρωνικά πως η ζωή μπορεί να τον απογοήτευσε, αλλά τουλάχιστον εκπλήρωσε την τελευταία του θέληση: δεν ενοχλήθηκε κανείς!
Μήπως όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα;Μήπως κάποιος ενοχλήθηκε; Μήπως κάποιος προβληματίστηκε, αφού σκέφτηκε να γράψει ολόκληρο διήγημα; Κι όσο τριγυρνάει στους δρόμους της Πάτρας, στην αγορά, στην παραλία, τόσο περισσότερο τον βασανίζει η ιδέα του νεαρού αυτόχειρα.

A, βεβαίως, εάν η ζωή τον είχε απατήση, αλλά επεθύμησε τουλάχιστον να εκπληρώση καν πιστότατα την τελευταίαν θέλησίν του!
Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε η κοντή αυτή και στρουμπουλή, η οποία εγελούσε τόρα, με όλη της την καρδιά, πέρα εις το μώλο.
Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε ο παχύς αυτός και ο κοιλαράς, ο οποίος επερπατούσε, με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και εξεφυσούσε ως ασθματικός, και εμιλούσε προς τον σύντροφόν του περί κεφαλαίων κ’ εγγυήσεων.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα μπακαλόπαιδα αυτά, τα οποία παρετάσσοντο, με την κατάβρεχτην ποδιά των, ως ορθοί φρουροί των βαρελιών, υπό την παλλομένην των ραμφών του γκαζ γραμμήν, και διαλαλούσαν το εμπόρευμά των.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε οι κουβεντιάζοντες αυτοί μέσα στο Λεσχίδιον, ούτε οι πλαταγίζοντες τα ζάρια του ταβλιού, ούτε οι ανακατεύοντες τα κόκκαλα του ντόμινου, ούτε οι μπιλλιαρδίζοντες οργίλως εις το βάθος.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καβαλέττα αυτά, τα οποία επερίμεναν, ρίχνοντα εις την παραλίαν τους προσπαίζοντάς των ίσκιους, την επαύριον για ν’ αρχίσουν τη δουλειά των, ούτε τα κασσονάκια, τα διανυκτερεύοντα υπαίθρια, εις πλατείς σωρούς, οπού εκαρτερούσαν, με τα λευκάζοντα πλευρά των, να ερθή η ώρα να μπαρκαρισθούν γι’ αγνώστους χώρας.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καραβάκια αυτά, τα οποία αραγμένα, ήσυχα, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, ωνειρεύοντο, τρέμοντα ακόμα, τους ανέμους του πόντου και του κύματος την ορμήν.

Έχει πλέον βραδιάσει και ο περίπατος του συγγραφέα συνεχίζεται. Οι διάφορες εικόνες που βλέπει μπροστά του όχι μόνο δεν τον κάνουν να ξεχάσει τον αυτόχειρα μα τον ερεθίζουν περισσότερο. Για να τον χαρακτηρίσει βρίσκει τώρα μια συνώνυμη λέξη της ανοησίας, μιλάει για «μωρία» του νεκρού αφού είχε την εντύπωση πως η αυτοκτονία του θα προκαλούσε ενόχληση… Σε ποιον άραγε;

Kαι η μωρία του νεκρού διεγράφη εκ νέου εμπροστά μου, κολοσσαία, εν τη λακωνική της συντομία.
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο πουλών τους αχιναίους, ή ο πουλών της γαρίδες;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο φουστανελλάς αυτός, ο οποίος μισομεθυσμένος εσκαρφάλονε τη σκάλα της επάνω χώρας, και ετρίκλιζε, και επιάνετ’ απ’ τα κάγκελλα, προσπαθών να στηριχθή;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, το αηδόνι αυτό, το οποίον μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας και από τη γλύκα της φωνής του, εκολυμπούσεν ευτυχισμένο εις τη δροσιά του αέρος και εις το φως του φεγγαριού;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντίζετο, με κελάδημα τρυγόνος, ανακλίνουσα τον λαιμόν;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας η κατάκλειστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμώμενος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι δουλεύοντες μέσα εις τον ατμόμυλον, τον βογγώντα εν την νυκτί, και παρασκευάζοντες με ίδρωτα το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ-σαντάν, και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων;

Η πόλη πλέον ερήμωσε, «ψυχή δεν εφαίνετο», «άχνα δεν ακούετο» κι ο συγγραφέας επιστρέφει στο «άφωτο» και «άφωνο» ξενοδοχείο του. Όχι ακριβώς άφωνο γιατί ακούγεται ένα ροχαλητό από μακριά, ενώ από το διπλανό δωμάτιο φτάνουν «αήθεις ήχοι», «παράδοξοι θόρυβοι αντηχούν, σκεπασμάτων θρους και σεντονιών ψίθυρος, το κρεβάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς ως πλοίον εν καταγιδί»… Οι …»αήθεις ήχοι», η ερωτική κορύφωση δηλαδή που ακούγεται δίπλα του τον κάνουν να ξεσπάσει. Ναι, τώρα είναι σίγουρος:

A, μα την αλήθειαν, επιτέλους, εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήταν μωρός!
Mήπως ήθελε να ενοχληθή το παιδί αυτό, το οποίον έλεγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τες γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους, με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των, και ζητούντες τ’ αυλάκι του, μέσα εις τον αρμυρόν κάμπον;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο ρουχαλίζων αυτός, ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι’ όλων των πόρων του, και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες;
Kαι εστριφογύριζα, επάνω στο κρεββάτι μου, ανήσυχος. Tο χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλη απομέσα, μου έτρωγε το κορμί, και δε με άφινε να κοιμηθώ. Δύο-τρεις ώρες επέρασαν, και δεν είχα κατορθώση να κλείσω μάτι. H νύχτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήση γιγαντίως. Kαι απελπισθείς ότι θα ημπορούσα να κοιμώμουν, εσηκώθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες, και άνοιξα το παράθυρο. H θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία και ακύμαντος, ακύμαντος πάντοτε, και πάντοτε γαληνιαία, ακίνητοι ωρθούντο των πέραν ορέων αι κατατομαί, και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος…

Το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Ο Αυτόχειρ» υπάρχει ολόκληρο στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.

ο πειρατής της Γραμβούσης

14/01/2012

Μπορεί ο Κωνσταντίνος Ράδος (1862-1931) να είναι πλέον άγνωστος στο ευρύ αναγνωστικό κοινό,  ωστόσο στην εποχή του έγραψε αξιόλογα ναυτικά διηγήματα, κατά βάση περιπέτειες, όπως το διήγημα «Ο Πειρατής της Γραμβούσης», που θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει σενάριο για μια πολυδάπανη και πολυδιαφημισμένη χολιγουντιανή περιπέτεια.  

Στο πρώτο πλάνο της ιστορίας η οικογένεια του καπετάν Γιάννη Νταλαμάγκα, πρώτου καραβοκύρη του νησιού –ποιου νησιού δε θα μάθουμε  ποτέ-, που η γυναίκα του, «όμορφη σαν Παναγία, ευγενικιά και καταδεχτική, είχε πάρει την ψυχή όλων των γυναικών στο νησί».

Ο καπτάν Γιάννης, ένας ανδρούκλαρος ίσα μ’ εκεί πάνω, είχε βαρύνει πια, τον είχαν πειράξει τα πόδια του και δεν τούπαιρνες πολλές κουβέντες. Μα ήταν κι αυτός καλός άνθρωπος. Στον καιρό του, ξακουστός, κυνήγαγε τους Μπαρμπαρέσους ίσα με μέσα στην Γκουλέτα και στο Σφαξ, να ξεσκλαβώσει τους χριστιανούς και μόνος αυτός πήγαινε άφοβα να φορτώσει φέσια στο Τούνεζι για τους ραγιάδες, κι οι Αμπελακιώτες, οι Θεσσαλοί μόνο σ’ αυτόν δίναν σίγουροι τα νήματα για το Τριέστι.

Οι Τούρκοι του πρότειναν να γίνει «μπας-ρεΐς στην καπιτάνα», μα ο Νταλαμάγκας δε θέλησε ποτέ να πάει με τον Τούρκο και «ταξίδι στο ταξίδι τόνα καράβι γίνηκε τρία κι ο Νταλαμάγκας μεγάλος και τρανός».

Όταν με τη βοήθεια του Θεού ήρθε το εικοσιένα, έδωσε τρία πιθάρια κολονάτα για την αρμάτα. Όλα θαν τάδινε, αν δεν είχε το κορίτσι. Έδωσε και τα καράβια και το παιδί του. Θα πήγαινε κι ο ίδιος μα η ποδάγρα τον είχε δεμένο. Μια ώρα ήθελε να πάει στην Καντσελλαρία, που ήτανε δημογέροντας, και τον βαστούσε μπράτσο κι ο γραμματικός και κοντά το παλικάρι με το σκαμνί. Πήγαινε όμως γιατί χωρίς τη γνώμη του δεν γινότανε τίποτε και το λεφούσι φώναζ’ από κάτω: «Τόπε ο καπτάν Γιάννης; Νάβγει να μας το πει ο ίδιος!»

Ο γιος του Νταλαμάγκα, ο Αχιλλέας πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με τα ελληνικά καράβια και μόνη παρηγοριά στην οικογένεια είχε μείνει η Χρυσώ, η κόρη τους., πανέμορφη, δεκαοχτώ χρονώ κορίτσι.
Όμως τον τελευταίο καιρό μπαινόβγαινε στο σπίτι του Νταλαμάγκα ο καπετάν Γεωργίτσης ο Μπαρούς με τον αδελφό του, Ντουλτσινιώτες (δηλαδή από το Μαυροβούνιο) πειρατές, που από το εικοσιένα και μετά είχαν υποσχεθεί να κουρσεύουν μόνο τους Τούρκους μα υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις πως χτυπούσαν και φράγκικα και ελληνικά πλοία.

Τώρα όμως τέλος-τέλος είχανε κάνει, φαίνεται, μεγάλη βρωμοδουλειά. Τους λέγανε πως είχαν βουλιάξει ένα ολλαντέζικο αφού το γδύσανε και σκοτώσανε κι όλους τους ανθρώπους. Οι ξένοι ναύαρχοι στείλανε μαντάτο, κι όταν του λόγου τους γυρίσανε φρέσκοι-φρέσκοι στο λιμάνι, η Καντσελλαρία τους έπιασε να τους εξετάσει.

Φυσικά οι Μπαρούς αρνήθηκαν κάθε ανάμειξη, μα η Καντσελλαρία κράτησε τα χαρτιά τους και δεν τους άφηνε να ξεμυτίσουν από το λιμάνι αν δεν έρθουν περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση με το ολλανδικό πλοίο. Γι’ αυτό οι Μπαρούς κάθε μέρα πηγαινοέρχονταν στο σπίτι του Νταλαμάγκα προσπαθώντας να τον πείσουν να μεσολαβήσει ώστε να πάρουν την άδεια να σαλπάρουν. Όσο όμως πέρναγε ο καιρός κι η σκούνα τους δεν έπαιρνε την άδεια, τόσο ο καπετάν Γεωργίσης Μπαρούς γινόταν «σκυλί απ’ το κακό του». Κι όταν έμαθε πως  «η εξουσία» ήθελε κιόλας να βγάλει τα κανόνια απ’ τη σκούνα του, τότε άρχισε να σκέφτεται με ποιο τρόπο θα αντιδράσει.
Ο Μπαρούς είχε κι ένα ψυχογιό, τον Σταμάτη:

Ήταν ένα ωραιότατο παιδί, ένας λεβέντης από κείνους που δεν βγάζει πια η Άσπρη Θάλασσα (το Αιγαίο). Ήταν μαζεμένος σαν την κοπέλα μα αλίμονο όταν έβαζε το χέρι του στο γιαταγάνι. Για τον Μπαρούς ο Σταμάτης άξιζε μονάχος όσο όλη η άλλη τσούρμα μαζί.

Μα κι ο Σταμάτης τού ήταν πιστός πολύ γιατί πίστευε πως ο Μπαρούς τον είχε σώσει όταν ήταν εφτά χρονών, από πειρατές που είχαν σκοτώσει τους γονείς του και είχαν κάψει το σπίτι του. Δεν ήξερε βέβαια την αλήθεια, πως ο ίδιος ο Μπαρούς ήταν ο φονιάς των γονιών του.

O Μπαρούς, που είχε πληροφοριοδότες, έμαθε πρώτος τα δυσάρεστα γι’ αυτόν νέα. Δεν είχαν σκοτωθεί όλοι απ’  το ολλανδέζικο πλοίο. Υπήρχαν δυο επιζώντες που είχαν διηγηθεί τα γεγονότα όπως ακριβώς είχαν γίνει. Επομένως έπρεπε να φύγει απ’ το νησί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το σχέδιο που κατέστρωσε ήταν κυριολεκτικά πανούργο. Αποφάσισε να πάρει μαζί του και το κορίτσι του Νταλαμάγκα! Έτσι, το ίδιο βράδυ, οι πειρατές μπήκαν στο σπίτι του Νταλαμάγκα, φίμωσαν τον ίδιο και τη γυναίκα του κι έκλεψαν το κορίτσι του και την ψυχοκόρη του. Ύστερα πήραν  ένα σκοπελίτικο καράβι που βρισκόταν σε καραντίνα και έφυγαν απ’ το νησί. Όταν έλυσε τα σχοινιά ο Νταλαμάγκας και ειδοποίησε τους νησιώτες, οι πειρατές ήταν ήδη μακριά. Ωστόσο οι νησιώτες διάλεξαν 40 εθελοντές για να τους κυνηγήσουν.

Ο Αριστείδης με τα παλικάρια μπαρκάραν στη σκούνα και σαλπάρησαν. Η Καντσελλαρία έβγαλε κι ένα τρεχαντήρι να δώσει αβίζο στην αρμάτα και σ’ όλα τα πόρτα, να βάλει ντελάληδες να φωνάξουν: Ο Γεωργίτσης Μπαρούς είναι μπαντίδος αποδειγμένος και είναι όξω απ’ το Νόμο, αυτός και όλη η τσούρμα του.
Όποιος τους εύρει να τους βουλιάξει. Αν τους πάρει με τράκο να τους πάει στ’ Ανάπλι και το καράβι είναι δικό του. Όποιος πάλι φέρει το κεφάλι του Μπαρούς, έχει δέκα χιλιάδες γρόσια, κι αν είναι συμμορίτης του χαρίζεται η ζωή κι ό,τι έκανε ξεχασμένα. Όποιος πάρει απ’ τα χέρια των μπαντίδων την αρχοντοπούλα Χρυσώ Ιωάννου Νταλαμάγκα έχει δέκα χιλιάδες γρόσια απ’ τον πατέρα της κι αν είναι συμμορίτης γλυτώνει το κεφάλι του.

Όμως οι νησιώτες ψάχνανε στα τυφλά κι ο Μπαρούς ήταν μια μέρα μπροστά. Τράβηξε στην αρχή για Ρόδο κι ύστερα είχε σκοπό να πάει προς την Γιάφα. Όλη την ώρα στο καράβι τα αιχμάλωτα κορίτσια δεν είχαν φάει ούτε μπουκιά κι όλο έκλαιγαν. Στο καράβι όμως βρισκόταν και ο Σταμάτης, ο ψυχογιός του Μπαρούς. Η συνείδησή του άρχισε να εναντιώνεται.

Ο Σταμάτης είχε το γιατάκι του στην πρύμη κι όταν άκουγε την Χρυσώ να κλαίει και να λέει «μανούλα μου», ράιζε η καρδιά του και θυμότανε και τη δική του τη μάνα την αδικοσκοτωμένη. Ένας άλλος λόγος τον σεκλέτιζε πολύ. Ό,τι κάνανε ως τώρα, έλεγε με το νου του, ήταν κούρσεμα, έτσι τούλεγε δηλαδή ο ψυχοπατέρας του. Μα απ’ την ώρα που είδε να φέρνουνε τραβοκοπώντας αυτά τα δυστυχισμένα τα κορίτσια και να τα κρατούν σκλάβες, άρχιζε να εξετάζει τα πράματα κάπως αλλιώτικα, αυτή φαινότανε καθαρά μπαντίδικη δουλειά. Μα γι’ αυτό λοιπόν με στείλανε να πάρω το σκοπελίτικο καράβι; Δεν το θέλανε λοιπόν για να ελευθερωθούνε, αλλά για ν’ αρπάξουν την κόρη του Νταλαμάγκα, να πάρουνε σκλάβα την πρώτη αρχοντοπούλα του νησιού, για γρόσια! Κι ο νους του σταματούσε ώρες ολόκληρες απάνω σ’ αυτή την ωραία κοπέλα, την πιο όμορφη, που είχε δει ποτέ στη ζωή του.

Και κάνοντας αυτές τις σκέψεις ακούει δύο άντρες να προσπαθούν να μπουν στο δωμάτιο των κοριτσιών με άγριες διαθέσεις. Ήταν ο κουλός κι ο Αράπης. Όρμησε να τις υπερασπίσει. Ο Αράπης εξαφανίστηκε αμέσως, όμως ο κουλός προσπάθησε να τον μαχαιρώσει. Μετά από σύντομη πάλη ο Σταμάτης, έξαλλος από θυμό, του πήρε το μαχαίρι απ’ τα χέρια και τον κάρφωσε πολύ άσχημα. Μόλις κατάλαβε τι είχε κάνει, ο Σταμάτης άρχισε να κλαίει και να ζητάει συγχώρεση από τον ετοιμοθάνατο πειρατή.

Τι να σε συχωρέσω, βρε παιδί μου, είπε με δυνατότερη φωνή ο κουλός. Μούπρεπε, παιδί μου, να πάω απ’ το χέρι σου. Όλα πλερώνονται! Παίρνεις πίσω το αίμα των γονέων σου. Εγώ και ο Γεωργίτσης είμαστ’ οι φονιάδες τους!… Ήμουνα δούλος του πατέρα σου. Έκρυψα τον Μπαρούς στο σπίτι, πήραμε τα χρήματα και βάλαμε φωτιά κι ο Γεωργίτσης σε πήρε για να σκεπάσει το κρίμα.

Η συγκλονιστική αυτή αποκάλυψη – εξομολόγηση, οδήγησε σε πλήρη μεταστροφή του Σταμάτη που άρχισε πλέον να σκέφτεται πώς θα εκδικηθεί τον Μπαρούς και πώς θα σώσει τα κορίτσια. Την απόφαση να επέμβει την πήρε όταν συνάντησαν τον Τζοβαέρ Πασά, το δουλέμπορο, που ήθελε να αγοράσει για σκλάβα την κόρη του Νταλαμάγκα. Όταν είδε τον ίδιο τον Μπαρούς να τραβάει το κορίτσι απ’ τα μαλλιά, θόλωσε το μυαλό του και φώναξε τον Μπαρούς να σταματήσει. Ο  Μπαρούς τον αγνόησε κι ο Σταμάτης έβγαλε το σπαθί του και επιτέθηκε.

Κέρωσε για μια στιγμή ο Γεωργίτσης και κατάλαβε πως ερχότανε το τέλος του. Μα έκανε κουράγιο: τραβήχτηκε πίσω κι άφησε το γιαταγάνι για να βγάλει την πιστόλα. Μα δεν πρόφθασε να ρίξει. Ο Σταμάτης χύμησε σαν το γεράκι, τον χτύπησε με το σπαθί κι ο Γεωργίτσης Μπαρούς έπεσε τ’ ανάσκελα νεκρός και τράνταξε η κουβέρτα. Ο Σταμάτης πήδησε τότε στο κανόνι της πρύμης, το γύρισε, το γύρισε απάνω στην τσούρμα.
-Σάλπα, τους λέει. Ει δε μη βάνω φωτιά!
Όλοι πιάσαν στον αργάτη και η άγκυρα άρχισε να σηκώνεται.
-Οι τιμονιέροι εδώ! Φώναξε. Κι οι τιμονιέροι ήρθαν πίσω.
Ήτανε καπετάνιος!

Οι περιπέτειες όμως δεν τελειώνουν εδώ. Ο Σταμάτης θα οδηγήσει το καράβι έξω από τη Γραμβούσα, στην Κρήτη, όπου ήταν ένα από τα τελευταία ορμητήρια των πειρατών. (Σ’ αυτό το σημείο ο συγγραφέας βάζει στην πλοκή ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, την πολιορκία και κατάληψη της Γραμβούσας από αγγλικό, γαλλικό και ελληνικό στόλο, που έγινε το 1828). Ο Σταμάτης με τα κορίτσια μπαίνει σε μια βάρκα και παραδίδεται, πέφτοντας κατά σύμπτωση πάνω στον Αχιλλέα το γιο του Νταλαμάγκα. Όταν αποκαλύπτεται τι είχε συμβεί ο Αχιλλέας τον φιλάει και του προτείνει να μείνει μαζί τους και να πολεμήσει. Ο Σταμάτης αρνείται και τους ζητάει μόνο μια χάρη. Να τον αφήσουν να περάσει στην πολιορκημένη Γραμβούσα να πολεμήσει με το μέρος των πειρατών!

Ο Αχιλλέας δε βαστάχτηκε.
-Θέλεις λοιπόν, Σταμάτη, να πεθάνεις μπαντίδος;
-Δεν μπορώ να τους αφήσω. Είμαι αδελφοποιτός. Κι έπειτα τι με θέλετε; Τα χέρια μου έχουν αίματα που δεν ξεπλένονται. Εγώ είμαι σβησμένος πια…

Πραγματικά απροσδόκητο τέλος. Ο «Πειρατής της Γραμβούσης» υπακούοντας στο δικό του ηθικό κώδικα -που κάνει τον Τζακ Σπάροου να φαίνεται «λίγος» μπροστά του- , αφήνει τον πάνοπλο αγγλογαλλικό στόλο, αφήνει την όμορφη Χρυσώ κι ένα πιθανό ειδύλλιο μαζί της,  για να πολεμήσει με το μέρος των πολιορκημένων πειρατών και να συναντήσει το βέβαιο θάνατο.

«Ο Πειρατής της Γραμβούσης» του Κωνσταντίνου Ράδου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ. Η έκδοση περιέρχει και άλλα ναυτικά διηγήματα του Κωνσταντίνου Ράδου.

 

o Κουτσογιάννης στα Γιάννινα

08/01/2012

Στα «Διηγήματα της Στάνης» ο Χρήστος Χρηστοβασίλης μας μεταφέρει, με χιούμορ και απλότητα, σε μια εποχή που οι άνθρωποι έπαιρναν τα ονόματά τους από τα φυσικά τους χαρακτηριστικά, που έλεγαν έξι ώρες δρόμος και εννοούσαν με το μουλάρι, που τα γίδια και τα πρόβατα ήταν «ψυχούλες» με προσωπικότητα και ονόματα όπως Φλώρος, Γκιώσα, Κανούτα, Μπάλια, Μετσένια και που όλοι οι βοσκοί «λαλούσαν» φλογέρα.
Ήρωας του διηγήματος ο
 Κουτσογιάννης που είχε γίνει 20 χρονών κι ακόμα δεν ήξερε τι θα πει Γιάννινα. Κι ας ήταν το χωριό του έξι ώρες δρόμος απ’ τα Γιάννινα. Όλο τον καιρό του τον περνούσε συντροφιά με τα γίδια και τα πρόβατά του. Η αιτία της τάσης του για απομόνωση ήταν το ότι κούτσαινε από μικρός. Ντρεπόταν να κυκλοφορήσει ακόμα και στο χωριό του, «να μην τον βλέπουν οι τσιούπρες και τον περιγελούν, να μην τον βλέπουν τα λειανόπαιδα και του φωνάζουν «Γιάνν’, Γιάνν’, Κουτσογιάνν’!» . Όμως παρά την «κουτσαμάρα» του ήταν πολύ γρήγορος, «αγέρας μοναχός», πολύ όμορφος, και ήξερε να παίζει τόσο τέλεια τη φτιαγμένη από αετοκόκαλο φλογέρα του, ώστε να προκαλεί τη ζήλεια των υπόλοιπων βοσκών.

Όταν λαλούσε ο Κουτσογιάννης την φλογέρα τον αφηγκρούνταν όσοι βρίσκονταν κοντά του, με μεγάλη προσοχή και κρυφά, γιατί, άμα καταλάβαινε ότι τον αφηγκρούνταν, έπαυε στην στιγμή το λάλημα. Είχαν παραλογίσει όλοι οι πιστικοί με την φλογέρα του κι έσκαζαν από τη ζήλεια τους. Έλεγαν συναμεταξύ τους και σ’ όλον τον κόσμον, ότι το λάλημα αυτό, πώμοιαζε σαν αγγελικό, δεν ήταν τάχα δικό του, αλλά τώχε τάχα η φλογέρα να λαλάη έτσι όμορφα, κι ανήκουστα.

Μέχρι που κάποιοι βοσκοί, «χωριανοί και ξενοχωρίτες», κατάφεραν να του κλέψουν τη φλογέρα. Αυτό ήταν.

Τούρθε να σκάση, τούρθε να σκοτωθή από το κακό του, για τον χαμό της φλογέρας του, και περπατούσε καθεμέρα με το ντουφέκι στα χέρια για να πετύχη κανέναν αητό να τον σκοτώση και να του πάρη τες φλογέρες του.

Έφτασε όμως η άνοιξη κι ο Κουτσογιάννης ήταν ακόμα χωρίς φλογέρα. Δε σκοτώνεται εύκολα αετός, με φλογέρα ή χωρίς φλογέρα…

Χινόπωρος και χειμώνας χωρίς φλογέρα κακό, αλλά κάτι υποφέρεται, αλλ’ άνοιξη και καλοκαίρι είναι ανυπόφορα. Ο πιστικός, αν δεν έχει μέσα εκεί, στην ερημιά του λόγγου, την φλογέρα του, αναχασμιέται, νυστάζει, κοιμάται και χάνει από κοντά του τα γιδοπρόβατά του. Πιστικός χωρίς φλογέρα είναι χαμένο ον. Είναι σαν εκκλησιά χωρίς σήμαντρο, σαν αηδόνι χωρίς φωνή, σαν ρεματιά χωρίς μουρμουρητό, σαν κοπάδι χωρίς κυπροκούδουνα.

Κι έτσι ο Κουτσογιάννης πήρε τη μεγάλη απόφαση: να πάει στα Γιάννινα να αγοράσει φλογέρα! Βρήκε για παρέα τον ξάδελφό του τον Κώστα και ξεκίνησαν μαζί για τη μεγάλη πολιτεία.

Ως ένα διάστημα, έξω από το χωριό, τον ακολούθησε κι η μάνα του, κάνοντας τον σταυρό της, δακρύζοντας και λέγοντας:
-Ώρα σου καλή, παιδάκι μου! Ώρα σου καλή! Να σε ξεκινήσω και για γαμπρό να δώσει ο Θεός!
Βλέποντας ο Κουτσογιάννης να τον ακολουθάει η μάνα του πλειότερο απ’ ό,τι έπρεπε για ένα ταξίδι ως τα Γιάννινα, γύρισε και της είπε:
-Γύρνα πίσω και μην χολοσκάνεις! Αύριο θα είμαι εδώ, σου είπα. Μόνον τα σφαχτά και τα μάτια σου ως που να γυρίσω!

Σε μια ραχούλα έξω από τα Γιάννινα, ο Κουτσογιάννης αντίκρισε για πρώτη φορά την «ονειροφάνταχτη ομορφιά της πανώριας πολιτείας»! Τα έχασε, νόμισε πως ονειρεύεται κι άρχισε να φωνάζει στον ξάδελφό του:

-Δε γλέπεις τίποτε, λες; Δεν γλέπεις έναν μεγάαααλο καθρέφτη μπροστά σου; Δεν γλέπεις κάτι άλλα σαν μάγια, που δεν μπορώ να σου τα παραστήσω; Δεν γλέπεις ένα μεγάαααλο σπίτι σαν βουνό;

Ο Κουτσογιάννης δεν μπορούσε να καταλάβει πως έβλεπε τη λίμνη, το κάστρο και τα Γιάννινα!

-Τα Γιάννινα είν’ αυτά, Παναήγια μου! Τα Γιάννινα είν’ αυτά, Θεέ μου! Ντέι! Ντέι! Τι πολιτεία πούναι τα έρημα! Χρειάζεται νάχει δεκατέσσερα μάτια κανείς και πάλι δεν τα χορταίνει!
Γυρίζοντας ύστερα προς τον Κώστα, τον ρώτησε:
-Τ’ είν’ αυτό, πούναι σαν μεγάλος καθρέφτης; Μήπως είναι ποτάμι; Γιατί δεν τρέχει, αν είναι ποτάμι;
-Αυτό είναι λίμνη…
-Τι θα πει λίμνη;
-Πολύυυυυ νερό, μεγάααααλη γούρνα.
-Αυτή είναι η λίμνη, που λεν; Ντέι! Ντέι, τι πράμα είναι! Από πού έρχεται κι ως πού πάει;
-Να, αυτού βγαίνει κι αυτού χωνεύει το πλειότερο. Τ’ άλλο χωνεύει μακρύτερα. Αυτού μέσα έπνιξε ο Αλή-πασιάς τες δεκαεφτά αρχόντισσες με την Κυρά-Φροσύνη.
-Κι αυτό το μεγάαααλο, πούναι σαν μαντρί, κι έχει γύρα γύρα ψηλούς τοίχους, αντί για φράχτη, τ’ είναι;
-Αυτό είναι το κάστρο του Γιαννίνου. Αυτού μέσα είναι τα κανόνια, ο στρατός, οι φυλακές με τους φυλακωμένους. Απ’ αυτού πολεμούσε τρία χρόνια ο Αλή-πασιάς με τον Σουλτάνο.
-Ντέι! Ντέι! Τι μεγάλο, που είναι το ξάλειμμο! Αν ήταν μαντρί, ωρέ Κώστα, πενήντα χιλιάδες γιδοπρόβατα θα χωρούσαν μέσα!


Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937)
Μόλις 17 ετών έλαβε μέρος στην επανάσταση της Χειμάρας. Οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει. Για δεύτερη φορά τον συνέλαβαν την ημέρα του γάμου του αλλά και πάλι δραπέτευσε και κατέφυγε στην Αθήνα. Εκεί άρχισε να δημοσιογραφεί και να δημοσιεύει διηγήματα. Πήρε μέρος, ως εθελοντής, στον πόλεμο του 1897, ενώ πολέμησε ακόμα και στους Βαλκανικούς πολέμους!

Έφτασε τελικά στα Γιάννινα ο Κουτσογιάννης κι άρχισε να …καλημερίζει όποιον έβρισκε μπροστά του!

-Καλ’μέρα! Καλ’μέρα! Καλ’μέρα!
Αλλά κανένας δεν του απολογιόνταν: «Καλή σου ημέρα!» ή «Πολλά τα έτη», αλλά τραβούσαν όλοι στη δουλειά τους, χωρίς να τον προσέχουν.
Τότε ο Κουτσογιάννης, καλημερίζοντας και μη λαβαίνοντας απάντηση, θύμωσε και μουντζώνοντας με τα δυο του τα χέρια όλον εκείνον τον κόσμον, που αναδεύονταν, σαν μελίσσι, ξεφώνησε:
-Ου! στον διάολο, παλιανθρώποι! ας είστε κι αρχόνται! Και δέκα χιλιάδες γιδοπρόβατα αν είχαταν στο μαντρί καθένας σας πάλι δεν θα είχαταν τόσο σηκωμένη την μύτη και θα καταδεχόσασταν να απολογηθήτε στην καλ’μέρα του Θεού! Ου! να μου χαθήτε!

Ο ξάδελφός του προσπάθησε να τον ηρεμήσει αλλά ο Κουτσογιάννης ήταν εκτός εαυτού.

-Ωρέ, έχω καλ’μερήσει και καλ’μερήσει ανθρώπους τσελιγκάδες βαρβάτους με δυο χιλιάδες, με τρεις χιλιάδες, με τέσσερες, με πέντε, μ’ εφτά και με δέκα χιλιάδες γιδοπρόβατα και κανείς δεν μ’ αρνήθηκε την καλ’μέρα.

Μόλις έφτασαν στο παζάρι, ο Κουτσογιάννης ξέχασε τα νεύρα του κι άρχισε να ψάχνει παντού για φλογέρες.

Άμα ήκουσε ο Κουτσογιάννης ότι βρίσκονταν στο παζάρι, όπου του είπε ο Κώστας πως πουλιώνται οι φλογέρες, πιάσ’ αν δεν μπορέσεις! Δυνάστεψε την περπατησιά του, ξεπέρασε τον Κώστα, χωρίς να το καταλάβει κι άρχισε να ρωτάει σε κάθε εργαστήρι που περνούσε:
-Έχ’ς φλογέρες; Έχ’ς φλογέρες; Έχ’ς φλογέρες;
Δοκίμασε ο Κώστας να τον φτάσει αλλά δεν μπόρεσε. Ο Κουτσογιάννης έτρεχε «ντζικ-ντζικ» πολύ δυνατότερα ρωτώντας παντού:
-Έχ’ς φλογέρες; Έχ’ς φλογέρες; Έχ’ς φλογέρες;
Ρωτούσε, ρωτούσε κι όλο ρωτούσε. Ρωτούσε σε μπακάλικα, σε φούρνους, σε χαλκωματάδικα, σε σιδεράδικα, σε ραφτάδικα, σε σαράφικα, σε καφενεία, σε τσαρουχάδικα, σε κουντουράδικα, σε λαχανοπουλειά, σε κρασοπουλειά, σε φαρμακεία, σε ζαχαροπλαστεία, σ’ εμπορικά που πουλούσαν ρουχικά, πανικά, τσίτια και λοιπά αλλά δεν είχαν φλογέρες. Οι φλογέρες ήταν μακριά ακόμα, παρακάτω, πολύ παρακάτω, παρακάτω κι απ’ το τζαμί του παζαριού ακόμα!

Κάποια στιγμή μετά από αρκετή ταλαιπωρία, ο Κουτσογιάννης συνάντησε έναν τσέλιγκα που του έδειξε πού πουλάνε φλογέρες κι αγόρασε επιτέλους μια ωραία, κοκαλένια φλογέρα που έκανε εκατό παράδες.

Έβγαλε το πουγγί του από τον κόρφο του ο Κουτσογιάννης, που τώχε με δώδεκα θηλιές θεμένο, τάνοιξε, έδωκε τες εκατό παράδες, έβαλε χαρούμενος την φλογέρα στο σελιάχι του κι αποχαιρέτισε τον τσιέλεγκα κι όλους τους άλλους λέγοντας:
-Σ’ αφήνω, γεια, κουμπάρε! και με το καλό ν’ ανταμωθούμε! Σας αφήνω γιεα, ωρέ ολωνών! Καλές αντάμωσες. Καλό ξεκαλοκαίριασμα να δώσει ο Θεός!

Όμως τα βάσανά του δεν είχαν τελειώσει εδώ. Πριν φύγει από τα Γιάννινα ο Κουτσογιάννης θέλησε να βάλει κάτι στο στόμα του. Σταμάτησε λοιπόν σ’ ένα χάνι και παράγγειλε φαγητό.

Έφυγε το παιδί και σε λίγο τώφερε ένα κομμάτι ψωμί καθάριο, και μια λίμπα γεμάτη κρέας με χόρτα. Βλέποντας ο Κουτσογιάννης κρέας με χόρτα, είπε στο παιδί:
-Αλλιώτικα φαγητά έχετε εδώ πέρα… Για κρεάσι-κρεάσι, για λάχανα-λάχανα να μαγειρεύετε, όπως μαγειρεύει η μάνα μου και μην ανακατεύετε την πασκαλιά με την σαρακοστή.

Παρ’ όλα αυτά έφαγε το φαΐ του, ήπιε κρασί, ύστερα ζήτησε και δεύτερη μερίδα και μετά από λίγο και τρίτη. Στο τέλος σηκώθηκε σαν κύριος να φύγει…

…πήρε την κλύτσα στο χέρι και «ντζικ-ντζικ» τράβηξε προς τα έξω, αποχαιρετώντας όλους όσοι ήταν μέσα εκεί.
-Σας αφήνω γεια! κι ο Θεός να σας έχει καλά κι εσάς και το βιο σας και του χρόνου τέτοια μέρα να ξανανταμωθούμε.
Και βγήκε από την θύρα.
Το χαντζόπουλο, που υπηρετούσε, έτρεξε από κοντά του φωνάζοντας:
-Πατριώτη, πατριώτη! Στάσου, κάτι λησμόνησες!
Ο Κουτσογιάννης έριξε αμέσως χέρι και μάτι στο σελιάχι και βλέποντας εκεί την φλογέρα του ν’ ασπρίζει, του απολογήθηκε:
-Θάναι κανενός άλλ’νού! Εγώ δεν λησμόνησα τίποτε! Έγώ τάχω όλα τα πράματά μου. Έχε γεια πάλε, καλό παιδί, και πάλε καλές αντάμωσες του χρόνου τέτοια μέρα!
-Λησμόνησες να πλερώσεις! του είπε το παιδί ξεκαρδισμένο από τα γέλια. Τι; Για πανηγύρι χωριάτικο το πέρασες το χάνι;
-Να πλερώσω! να σου πλερώσω, ωρέ; Τι να σου πλερώσω;
-Το φαΐ πώφαες!
-Τι έκανε, λέει; Το φαΐ, πώφαγα; Ωρέ, πουλάτε εδώ πέρα και το φαΐ, που τρων ο κόσμος; Ου! να πάτε στο Διάβολο κι ακόμα παρέκει!

Οι πελάτες στο χάνι άρχισαν να τον κοροϊδεύουν.

Βλέποντας ο Κουτσογιάννης ότι έμπλεξε και πάλε με «κακούς ανθρώπους» κατά την ιδέα του, έγινε άφαντος, χωρίς να πληρώσει. Έτρεξε το χαντζόπουλο από κοντά, φωνάζοντας:
-Πιάστε τον! Πιάστε τον!
Αλλ’ ο Κουτσογιάννης έγινε άφαντος ανάμεσα στην πολυκοσμία!

Κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος όταν επέστρεψε στα αγαπημένα του «ζωντανά».

…άρχισε τα σαλαγήματα για να τους δώσει να καταλάβουν ότι είχε έρθει. Στα σαλαγήματά του, το κοπάδι συμμαζεύτηκε γύρα του, κι αυτός άρχισε να πιάνει όσο γίδια και πρόβατα ήταν σιμώτερα, να τα φιλεί στα μάτια και στο στόμα, και να τα ρωτάει:
-Πώς περάσαταν σήμερα, ψυχούλες μου; Πώς περάσαταν σήμερα χωρίς εμένα; Βοσκήσαταν καλά; Έπιαταν νεράκι; Μην σας πρόντησε τίποτε;
Και λέγοντας αυτά έφερε άνω κάτω το κοπάδι του, τα μέτρησε, τα ξαναμέτρησε και τόβρε σωστό. Δεν έλειπε κανένα. Εκεί ήταν κι ο Φλώρος με τον τριπλόκυπρο, εκεί κι η Γκιώσσα, η σκουλαρικάτη, εκεί κι η Μπάρτζα, η πρωτόγεννη, εκεί κι η Κανούτα, η σιούτα, εκεί κι η Γκάλμπινη, η τσερέπω, εκεί κι η Νιάγκρα, η πισωκέρατη, εκεί κι η Μπάλια, η αστεράτη, εκεί κι η Μετσένια, η ορθοκέρατη, με τους κύπρους τους, εκεί κι η Στερφοκάλεσια με το λαμπρό κουδούνι, εκεί όλα τα γίδια κι όλα τα πρόβατα. Η καρδιά του Κουτσογιάννη είχε γίνει περιβόλι από την χαρά της και στη στιγμή ακούστηκε ολόγυρα τ’ αγγελικό λάλημα της καινούριας φλογέρας!
Ο αδερφός του, ο Παύλος, νιώθοντας τον ερχομό του Κουτσογιάννη, από το φλογερολάλημα, του φώναξε πέρα από ένα τσιουγκάρι:
-Ήρθες, ωρέ Γιάννηηηηηη!
-Ήρθε, ωρέ, ήρθα!
Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν πάλι τα λόγγα, οι λακκιές, οι ράχες και τα πλάγια να χαίρονται από το φλογερολάλημα του Κουτσογιάννη, σαν και πρώτα, κι όταν τον ρωτούσε κανείς:
-Τι είδες, Γιάνν’, στα Γιάννινα;
-Θυάματα! Θυάματα! Δεν μολογιέται ό,τι είδα. Αλλά τι τα θέλ’ς; Κακός κόσμος! Όλοι στον παρά έχουν το νου τους! Δεν σου δίνουν μια τρίχα χωρίς παράδες! Τους λες «καλ’μέρα» και δεν σ’ απολογιούνται! Μπαίνεις στο χάνι να φας ψωμί, τρως κι ύστερα σου γυρεύουν πληρωμή!!! Κακοί άνθρωποι οι Γιαννιώτες! Είναι άξιοι να πωλήσουν και τη μάνα τους και τον πατέρα τους ακόμα!

το διήγημα του ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ «Ο Κουτσογιάννης στα Γιάννινα» ανήκει στη συλλογή «Διηγήματα της στάνης»
Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

διαβάζοντας την Καπετάνισσα

04/01/2012

Το διήγημα «Η Καπετάνισσα» του Ανδρέα Καρκαβίτσα ανήκει στη συλλογή διηγημάτων «Λόγια της Πλώρης» που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1899. Από την πρώτη φράση του διηγήματος ο αναγνώστης καταλαβαίνει πού το πάει ο συγγραφέας.

Τον καπετάνιο μας όλοι τον εμακάριζαν για την καλή καρδιά, τη γλήγορη γολέτα και την όμορφη γυναίκα του.

Ήρωας του διηγήματος ο μεσόκοπος άντρας που παντρεύεται μια νέα και όμορφη γυναίκα. Ναι, είναι η κλασική ιστορία απιστίας που στάθηκε πάντα κύρια πηγή έμπνευσης για συγγραφείς όλων των εποχών. Από τον οίκο των Ατρειδών μέχρι τον οίκο των Ζιγιαγκίλ η απιστία παραμένει ακόμη αφορμή δημιουργίας μεγάλων λογοτεχνικών έργων, σπουδαίων ταινιών ή καλογυρισμένων σαπουνοπερών. Ας δούμε όμως το διήγημα του Καρκαβίτσα από την αρχή.

Απάνω στα εξήντα χρόνια του ο καπετάν-Παλούμπας αποφάσισε να παντρευτεί. Το αποφάσισε – όχι, ψέματα είπα. Η τύχη το έφερε. Εκεί που γύριζε σε κάποιο νησί, είδε άξαφνα τη Λενιώ να κολυμπά και ανατρίχιασε σύψυχος. Μια πάνα σηκώθηκε από τα μάτια του και είδε τη ζωή αλλιώς κι αλλιώτικα. Η ματιά της κόρης χτύπησε την πέτρινη καρδιά του ναυτικού και πήδηξε κεφαλόβρυσο το αίσθημα. Το λυγερό κορμί, που έφευγε λαυράκι στα νερά, ξάφνισε τα νεύρα του· και το γέλιο, που απέμενε οκνό στον αέρα, τον τύλιξε σε πόθους και σε όνειρα.


Εικόνα από παλιά έκδοση του βιβλίου «Λόγια της Πλώρης»
από το http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/karkabitsas%20logia%20plwrhs/09-kapetanissa.htm

Η Λενιώ ήταν ορφανή και η μάνα της δεν έφερε αντιρρήσεις. Έτσι γρήγορα έγινε ο γάμος, που ήταν το πρώτο λάθος του καπετάν-Παλούμπα. Το δεύτερο και μεγαλύτερο ήταν όταν την πήρε μαζί του στο καράβι.

Μέσα στη γολέτα ήμαστε όλοι κι όλοι εξ νομάτοι. Ο καπετάνιος με το γραμματικό του δυο· εγώ και το ναυτόπουλο άλλοι δυο και δυο ναύτες Μυκονιάτες. Άλλος κανείς. Μα ο γραμματικός, ο Πέτρος Ζούμπερος, ήταν ο ναύτης μας, ο κυβερνήτης, ψυχή και στόλος της όμορφης γολέτας μας. Μόλις ίδρωνε το μουστάκι του. Τα μαύρα του μαλλιά έφευγαν από το πλατύ μέτωπο, ανέβαιναν στην κορυφή, κατέβαιναν κατσαρά στα λαιμοτράχηλα, σαν πολυτρίχι που ζει δροσερό, μεταξωτό επάνω σε μελαχρινό κεφαλοκόλονο. Είχε τα μπράτσα δυνατά, πλατύ το στήθος, άτρομο το βλέμμα.

Η συνέχεια αναμενόμενη μια και η Λενιώ δεν ήταν απ’ τα «πουλάκια» που τα βάζεις στο κλουβί.

Το καράβι έγινε σπίτι της. Από την αυγή ως το βράδυ το γύριζε, το στόλιζε, το περιποιόταν σα νοικοκυριό της. Ανέβαινε στο κάσαρο, κατέβαινε στην πλώρη, συγύριζε τα φτωχόρουχα στα γιατάκια μας· έμπαινε στο μαγεριό, έβγαινε στο τσιμπούκι να δέσει μαζί μας τους φλόκους. Τι ήθελες και δεν έκανε του καθενός; Ποιος είχε ράψιμο να του ράψει· ποιος μπάλωμα να τον μπαλώσει· ποιος είχε λύπη στην καρδιά να τη σηκώσει με το δροσάτο γέλιο της, με το γλυκόλογό της. Πουλάκι, θαρρείς, αγαπησιάρικο και ομορφόπλουμο, πέταξε από τα δέντρα της παράδεισος στην κούρνια μας, και με το φτερούγισμα, με τον κελαηδισμό του, άπλωσε βάλσαμο στις τυραννισμένες ψυχές, ανάδωσε τη χαρά, πλανεύτρα την ελπίδα, τον πόνο και το μόχθο άβλαβα και ποθητά.

«Αγαπησιάρικο πουλάκι» η Λενιώ, μα ο καπετάν-Παλούμπας την ήθελε μόνο για τον εαυτό του κι έτσι της απαγόρευσε τα πήγαινε – έλα στο καράβι. Εκείνη όμως βρήκε τη λύση.

Την κονταυγή, όταν ο καπετάνιος ξενυχτισμένος βαρυροχάλιζε στην κάμαρη, ξέφευγε αχτίνα από το πλευρό του κι ερχότανε να πλύνει μαζί μας το κατάστρωμα. Ωχρόδροση σαν αυγινή μοσκιά, με τα χρυσόμαλλα κυματιστά στον άνεμο, με τον άσπρο σάκο αφρόντιστα κουμπωμένο και το κόκκινο μεσοφόρι σφιχτοσηκωμένο στα γόνατα, τσαλαβουτούσε στα νερά κι έτριβε τα σανίδια ξαναμμένη, τρελή. Μέσα στα σμιχτά φορέματα το λυγερό κορμί, λαχταριστό κι ολότρεμο, έδενε την ψυχή μας. Κάτω από τα χυτά μαρμαροτράχηλα ανάτελνε αυγερινός το στήθος της· και κάτω από το μεσοφούστανο – π’ ανάθεμά το! – οι γάμπες τορνευτές, τα τριανταφυλλένια ακροδάχτυλα, έφευγαν περιστέρια στο νερό. Εκείνη όμως, αδιάφορη, έτριβε με πάθος τα σανίδια και κάθε τόσο αργυρογελώντας έλεγε στον Πέτρο Ζούμπερο:
– Ε, καλό γραμματικούδι! Δε με παίρνετε μούτσο σας;

Πότε ακριβώς πλέχτηκε το ειδύλλιο, αυτό δε μας το ξεκαθαρίζει ο συγγραφέας. Η αποκάλυψη πάντως έγινε μια μέρα με πυκνή ομίχλη. Το καράβι, η «Κυραδέσποινα» αρμένιζε στο σύθαμπο. Για λίγο όταν σηκώθηκε η καταχνιά, φάνηκε στο βάθος, τρεχάτο, ένα αράπικο βαπόρι, σα να ερχόταν καταπάνω τους. Γρήγορα η καταχνιά έσφιξε πάλι, θαμπώνοντας τα πάντα. Τίποτα δε φαινόταν πια. Ο καπετάνιος σκέφτηκε το κερί του Επιτάφιου. Σ’ αυτό δεν αντιστέκεται η καταχνιά ούτε στιγμή. Μόλις το άναψαν και το απίθωσαν με μια κλωστή κάτω στα νερά, η ομίχλη που ήταν «σαν μεταξοσέντονο» αμέσως εξαφανίστηκε!

Ο ήλιος χρύσωσε τώρα τα σίδερα, διαμαντοστόλισε τα σχοινιά, βερνίκωσε το μπαστούνι, τα κατάρτια, τις σταύρωσες· έδειξε νοτισμένα ξύλα και πανιά. Αλί! Έδειξε κι ένα αντρόγυνο που γλυκοφιλιόταν δίπλα στον αργάτη.
Δεν πρόφτασα να καλοκοιτάξω, κι ακούω πίσω μου τέτοιο βόγκο, που νόμισα πως το στοιχειό της θάλασσας χύθηκε να μας καταπιεί. Δεν ήταν το στοιχειό· ήταν ο καπετάν-Παλούμπας· έτρεξε από το κάσαρο κακό δρολάπι απάνω τους. Εκείνοι, καθώς άκουσαν το βόγκο του, κατάλαβαν πως τα μεταξοσέντονα τους πρόδωσαν. Τινάχτηκαν ντροπιασμένοι.
– Έλα! φωνάζει ο γραμματικός. Έλα μαζί μου!
Και με το λόγο πηδά στη θάλασσα. Έκαμε να ακολουθήσει το Λενιώ. Αλλά μόλις αντίκρισε το κύμα, πισωπάτησε ολότρεμη. Πλάκωσε τότε ο καπετάν-Παλούμπας κι άπλωσε τα χοντρόχερά του στα χρυσά μαλλιά. Δεν πρόφτασε. Βρόντος ακούστηκε, και τινάχτηκαν ξύλα κι άνθρωποι στη θάλασσα. Το αράπικο, τρέχοντας να κερδίσει το δρόμο του, ήρθε σωτήρας της λυγερής και σκόρπισε πανιά μαδέρια την «Κυραδέσποινα». Τι απόγινε ο γραμματικός; Πώς σώθηκε η ερωταριά; Δεν ξέρω τίποτα. Μπορεί να χαίρονται κάπου τη ζωή, όπως την ονειρεύτηκε ο καπετάν-Παλούμπας. Εκείνον όμως τον είδα σακατεμένο, άγριο, μελαγχολικό στο περιγιάλι. Τίποτα πια δεν έβρισκε κανείς να του παινέψει.
Πάει κι η καλή καρδιά, πάει κι η γλήγορη γολέτα, πάει κι η όμορφη γυναίκα του!