Archive for Μαρτίου 2011

αν μου έμεναν μόνο πέντε μέρες ζωής…

30/03/2011

Εβδομάδα light αναρτήσεων η τρέχουσα εβδομάδα, αν και η αλήθεια είναι πως παρ’ όλο που πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που διάβασα το βιβλίο του Λεό Μπουσκάλια «ΝΑ ΖΕΙΣ, Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ», το παρακάτω απόσπασμα δεν έχει φύγει ακόμη από τη μνήμη μου. 

Δίνω στους μαθητές μου το ακόλουθο παράδειγμα:
Αν σας έμεναν μόνο πέντε μέρες ζωής, πώς θα τις περνούσατε και με ποιον;
Συχνά οι απαντήσεις είναι τόσο εύκολες. Πάντα γράφω σχόλια -μεγάλα, ατέλειωτα γράμματα σ’ όλες τις εργασίες των μαθητών μου-: «Γιατί δεν τα κάνεις αυτά τα πράγματα τώρα;»
«Αν μου έμεναν μόνο πέντε μέρες ζωής, θα ‘λεγα στον τάδε και στον τάδε ότι τους αγαπάω». Πες το τώρα!
«Αν μου έμεναν μόνο πέντε μέρες ζωής, θα περπατούσα στην παραλία και θα κοίταζα το ηλιοβασίλεμα». Τι περιμένεις;

ΛΕΟ ΜΠΟΥΣΚΑΛΙΑ «ΝΑ ΖΕΙΣ, Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ»
Εκδόσεις ΓΛΑΡΟΣ

Advertisements

ο μάγος του Οζ και ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες

28/03/2011

Διάβασα τον Μάγο του Οζ στην κόρη μου και με χαρά διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο παραμύθι, εκτός από διασκεδαστικό και καλόγουστο, διαθέτει κι ένα σημαντικό νόημα, το οποίο μάλιστα έγινε γρήγορα αντιληπτό από το παιδί.

Η ιστορία του παραμυθιού έχει ως εξής: Η μικρή Ντόροθι από το Κάνσας, μέσω ενός κυκλώνα, βρίσκεται σε μια μαγική χώρα. Εκεί στην προσπάθειά της να επιστρέψει στο σπίτι της, γνωρίζει ένα Σκιάχτρο που θέλει να βάλει μυαλό, ένα τενεκεδένιο άνθρωπο που ψάχνει μια αληθινή καρδιά, ένα δειλό λιοντάρι που θέλει να γίνει γενναίο και όλοι μαζί ξεκινούν για τον Μάγο του Οζ, μήπως εκείνος τους βοηθήσει να πετύχουν ό,τι θέλει ο καθένας. Περνούν πολλές περιπέτειες, στις οποίες το Σκιάχτρο σκαρφίζεται αρκετές λύσεις, το δειλό λιοντάρι δείχνει αφάνταστη γενναιότητα ενώ ο τενεκεδένιος άνθρωπος κλαίει, αγαπάει και ανησυχεί για την τελική έκβαση της ιστορίας. Φτάνοντας στον Μάγο του Οζ, ανακαλύπτουν πως ο περίφημος μάγος δεν είναι παρά ένας ταχυδακτυλουργός που όταν βλέπει πως φανερώθηκε η πραγματική του ταυτότητα εξηγεί στους ήρωες με ειλικρίνεια ότι δεν μπορεί να τους βοηθήσει γιατί ήδη ο καθένας τους διαθέτει αυτό που έψαχνε τόσο καιρό. Η ειρωνία είναι πως αυτοί δεν τον πιστεύουν… αλλά ας μη φανερώσω καλύτερα το τέλος γιατί είναι το ίδιο συναρπαστικό.

Το βιβλίο κυκλοφορεί σε διάφορες εκδόσεις και μεταφράσεις, αλλά το ίδιο αξιόλογη είναι και η κλασική ταινία του Χόλιγουντ, παραγωγής 1938, στην οποία πρωταγωνιστεί η αξέχαστη Τζούντι Γκάρλαντ, μητέρα της Λάιζα Μινέλι. Η ταινία υπάρχει σε όλα τα βίντεο κλαμπ, χωρίς όμως μεταγλώττιση, κάτι που σημαίνει για όποιον πατέρα ή μητέρα αποφασίσει να δείξει σε μικρό παιδί την ταινία πως θα χρειαστεί μιάμιση ώρα να διαβάζει τα γράμματα. Εγώ πάντως το επιχείρησα και τα κατάφερα, με κάποια μικρά βέβαια διαλείμματα. Όμως επειδή έχω την εντύπωση πως στην ταινία δε γίνεται απολύτως κατανοητό το νόημα της ιστορίας, γι’ αυτό συνιστώ στους γονείς να αγοράσουν πρώτα το βιβλίο.

Είπα να ακολουθήσω την ίδια τακτική με τον «Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες». Αφού διάβασα στη μικρή το βιβλίο (εννοείται τη συντομευμένη έκδοση) πήγα στο βίντεο κλαμπ αλλά έκανα το λάθος κι αντί να πάρω την κλασική ταινία του 1956, που βραβεύθηκε με Όσκαρ καλύτερης ταινίας, πήρα την καινούρια με τον Τσάκι Τσαν. Αγανάκτησα, το ίδιο και η μικρή. Οι παραγωγοί κυριολεκτικά ασέλγησαν στο βιβλίο, δε σεβάστηκαν τίποτα. Έφτιαξαν μια δική τους ταινία που, εκτός όλων των άλλων, ήταν και βαρετή γιατί το παιδί βαρέθηκε γρήγορα. Το μόνο που μου έλεγε ήταν «μπαμπά στο βιβλίο ήταν αλλιώς». Και σα να μη έφταναν όλα αυτά, εμφανίζεται ξαφνικά κι ο Σβαρτσενέγκερ στο ρόλο ενός Τούρκου πρίγκιπα. Δεν άντεξα. Έκλεισα αμέσως την τηλεόραση, για να μην τη σπάσω.


Ο χάρτης του ταξιδιού γύρω από τον κόσμο όπως περιγράφεται στο βιβλίο του Ιουλίου Βερν
από την Βικιπαίδεια

 

Τελικά την είδαμε την κλασική ταινία «Ο Γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Έπαιζαν ο Ντέιβιντ Νίβεν και η Σίρλεϊ Μακ Λέιν. Δυόμισι ώρες κράτησε, σε κάποια σημεία ήταν κάπως αργή, αλλά άξιζε τον κόπο. Κουράστηκα να διαβάζω υπότιτλους, ευτυχώς σε αρκετά σημεία δεν υπήρχαν διάλογοι κι έτσι ξεκουραζόμουν πού και πού. Με τη βοήθεια του παραπάνω χάρτη από την Βικιπαίδεια, κράτησα το ενδιαφέρον την μικρής όταν βαριόταν.

 

σχολικές γιορτές και διδασκαλία της ιστορίας

25/03/2011

Την Πέμπτη παρουσιάσαμε στο σχολείο μας τη γιορτή για την 25η Μαρτίου. Κρίνοντας από τα σχόλια γονέων και συναδέλφων, πήγαμε πολύ καλά. Το δικό μου τμήμα παρουσίασε δύο μικρά θεατρικά. Το πρώτο είχε τίτλο Παραμονές της επανάστασης , ένα έργο που έφτιαξα μεν εγώ, χρησιμοποιώντας όμως διαλόγους και αποφθέγματα από κείμενα του Καζαντζάκη αλλά και άλλων λογοτεχνών. Το έργο τελείωσε με το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Τσάμικος» σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Το δεύτερο θεατρικό ήταν συρραφή κειμένων του Μακρυγιάννη και είχε τίτλο Είμαστε στο εμείς. Το τραγούδι του τέλους ήταν το «Μπαρμπα – Γιάννη, Μακρυγιάννη» σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και στίχους πάλι του Νίκου Γκάτσου.
Μια διαδικτυακή φίλη έχει γράψει πως στην εκπαιδευτική διαδικασία η αγάπη του δασκάλου είναι μεταδοτική, κάτι που διαπίστωσα κι εγώ προχθές, αφού κατάφερα να μεταδώσω στους μαθητές μου την αγάπη μου για το σχολικό θέατρο και έτσι παρουσιάσαμε μια παράσταση που συγκίνησε και έκανε περήφανους όσους την είδαν.
Θα ήμουν άδικος αν δεν τόνιζα πως και το θεατρικό του συναδέλφου που ακολούθησε ήταν εξαιρετικό και ιδιαίτερα συγκινητικό καθώς περιείχε αποσπάσματα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού. Δεν υπήρξε άνθρωπος στο θέατρο που να μη συγκινήθηκε ακούγοντας το τραγούδι «Το χάραμα επήρα» σε μουσική Χρήστου Λεοντή (την οποία μουσική ομολογώ δεν είχα υπόψη μου καθώς γνώριζα μόνο τη μουσική που έχει γράψει για αυτό το έργο ο Μαρκόπουλος).
Και βέβαια τίποτα από όλα αυτά δε θα επιτυγχάν
αμε χωρίς τη μουσικό του σχολείου, που νιώθοντας κι αυτή την ίδια αγάπη για το έργο της, πλαισίωσε τη γιορτή παίζοντας πιάνο, επιλέγοντας τα τραγούδια και συμμετέχοντας στις εντατικές πρόβες που έγιναν όλο το Μάρτιο.

Το κέρδος για τα παιδιά ήταν κατά τη γνώμη μου διπλό. Όχι μόνο διδάχτηκαν για την ελληνική επανάσταση μέσω της συμμετοχής τους στη γιορτή, αλλά και ήρθαν σε επαφή με κείμενα των Μακρυγιάννη, Σολωμού, Καζαντζάκη, τραγούδησαν ποίηματα του Σολωμού, στίχους του Γκάτσου και γνώρισαν τη μουσική των Χατζιδάκι, Ξαρχάκου και Λεοντή. Ακούγοντας τα παιδιά στην αυλή να τραγουδούν την ώρα που έπαιζαν «Το χάραμα επήρα» ή «Μπαρμπα-Γιάννη Μακρυγιάννη, πάρε μαύρο γιαταγάνι κι έλα στη ζωή μας πίσω το στραβό να κάνεις ίσο» σκέφτηκα αρκετές φορές πως κι αν ακόμα δεν πετύχει η γιορτή, είχε σίγουρα καταφέρει το στόχο της. 

Συνέβη όμως κι ένα ακόμη περιστατικό που με έβαλε σε ευχάριστες σκέψεις. Μια μέρα πριν, παρουσιάσαμε το έργο για τα μικρά παιδιά, της Α΄ και Β΄ Δημοτικού. Επειδή ένα τμήμα αργούσε να έρθει στο θέατρο και για να σταματήσω τη φασαρία που γινόταν αναγκάστηκα να παίξω το ρόλο του παρουσιαστή κι άρχισα να ρωτάω τα παιδιά να μου πουν αν γνωρίζουν κάποιους ήρωες του 1821. Λοιπόν τα παιδιά μου ανέφεραν όλους τους γνωστούς ήρωες. Σε μια μόνο στιγμή αισθάνθηκα αμηχανία όταν κάποιο παιδάκι σήκωσε το χέρι και μου είπε το όνομα Οδυσσέας. Ευτυχώς αμέσως συμπλήρωσε ο διπλανός του: Οδυσσέας Ανδρούτσος. Το συμπέρασμά μου ήταν πως τα μικρά παιδιά γνωρίζουν τους ήρωες του 1821, γνωρίζουν εναντίον ποιων πολεμήσαμε, γνωρίζουν και αρκετά περιστατικά της επανάστασης. Τώρα πώς γίνεται να βγαίνουν κάθε χρόνο στα κανάλια μαθητές -συνήθως λυκείου- και να δηλώνουν με καμάρι την πλήρη τους άγνοια, αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω, ίσως έχει να κάνει και με την τάση των δημοσιογράφων να ψάχνουν τις εξαιρέσεις στον κανόνα.

Έχω τη γνώμη πως συχνά γινόμαστε άδικοι με τα παιδιά. Είναι πολύ εύκολο να τα κατηγορούμε πως δεν ξέρουν ιστορία, πως εμείς στα χρόνια τους γνωρίζαμε τα πάντα, αλλά η αλήθεια είναι πως ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ιστορίας έχει πάψει πλέον να είναι συνδεδεμένο με τη μνήμη. Για παράδειγμα όταν εγώ δεν έτρωγα το φαγητό μου, άκουγα τη μητέρα μου να λέει κουνώντας το κεφάλι: «εμείς στην κατοχή δεν είχαμε να φάμε, κι εσύ τώρα που τα έχεις όλα, δεν τρως τίποτα». Αλλά είναι και κάτι άλλο με τη γενιά των σημερινών 40+. Είναι οι τελευταίοι που πρόλαβαν να γνωρίσουν έστω και ένα μικρό μέρος από έναν τρόπο ζωής που χάθηκε οριστικά από τη ζωή μας. Είναι οι τελευταίοι που πρόλαβαν να δουν κάρο, γκαζόλαμπα, αργαλειό, παγονιέρα, εργόχειρα στον τοίχο, σεντούκι, οι τελευταίοι που ήπιαν νερό από τουλούμπα, που έφαγαν φρούτο από δένδρο, που μεγάλωσαν σε σπίτι χωρίς τηλεόραση, σε σπίτι στο οποίο ζούσαν συγχρόνως ο παππούς και η γιαγιά, σε σπίτι στο οποίο υπήρχε εικονοστάσι, πράγματα και συνήθειες δηλαδή που μας συνέδεαν με το παρελθόν, με έναν τρόπο ζωής που παρέμενε ίδιος και απαράλλακτος για εκατοντάδες χρόνια.

Αρκετά όμως έγραψα, νομίζω πως στο σημείο αυτό, και τελειώνοντας την ανάρτηση, ταιριάζει ένα κείμενο του Μανόλη Ανδρόνικου, στο οποίο περιγράφει πώς δίδασκε το μάθημα της ιστορίας η δασκάλα του στην πρώτη δημοτικού:

Στην πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου φοιτούσα σ’ ένα σχολείο που βρισκόταν στην οδό Φιλικής Εταιρείας, ανάμεσα στο Λευκό Πύργο και στην Καμάρα, δίπλα στην οδό Εθνικής Αμύνης και στα Δικαστήρια. Η δασκάλα μας λοιπόν μας ξεναγούσε, θα έλεγα, πρώτα πρώτα στη γειτονιά μας. Δε θυμούμαι βέβαια τις λεπτομέρειες, όμως θυμούμαι πως μας εξήγησε γιατί ο δρόμος λεγόταν οδός Φιλικής Εταιρείας, γιατί ο διπλανός λεγόταν οδός Εθνικής Αμύνης, τι ήταν ο Λευκός Πύργος και τι η Καμάρα κ.ο.κ. Έτσι άρχισε να μπαίνει στο παιδικό μυαλό μας η γνώση της Ιστορίας που ήταν δεμένη με τον τόπο μας και με την ίδια μας τη ζωή. Ο ένας δρόμος ύστερα από τον άλλον έπαυαν να είναι άγνωστα και άχρωμα ονόματα και αποχτούσαν για μας τη δική τους ιστορία. Πολύ γρήγορα έμαθα γιατί ο δρόμος όπου έμενα λεγόταν οδός Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και ως σήμερα δεν ξέχασα τον Κρητικό επαναστάτη Μανουσογιαννάκη, που τον είχε τιμήσει η πόλη μας δίνοντας το όνομά του σ’ ένα γειτονικό δρόμο (αμφιβάλλω αν οι σημερινοί κάτοικοι του δρόμου γνωρίζουν τον ηρωικό καπετάνιο που αξιώθηκε από τον Καποδίστρια τον τίτλο του στρατάρχη). 2/6/1991 εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ”
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

πούναι τόσα μιλιούνια δάνεια;

23/03/2011

Τελειώνουμε σήμερα το αφιέρωμα στην εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου με ένα κείμενο του Μακρυγιάννη, το οποίο όμως δεν αναφέρεται στην ελληνική επανάσταση αλλά στην κατάσταση που επικρατούσε στο ελληνικό κράτος κατά τη διάρκεια της Βαυαροκρατίας. 
Βρισκόμαστε λίγο πριν την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843. Ο Μακρυγιάννης γεμίζει την κούπα του με κρασί και συζητάει με τον Μεσολογγίτη αγωνιστή Μήτρο Ντεληγιώργη:

Να το πιούμεν εις συχώριον εκεινών οπού σκοτώθηκαν διά την πατρίδα παράγωρα κι άφησαν χήρες γυναίκες κι αρφανά παιδιά· οι γριές των σκοτωμένων διακονεύουν, οι νιες – στανικώς τους πατούνε την τιμή τους· όσοι αγωνισταί μείναν, οι περισσότεροι νηστικοί και δυστυχισμένοι, μη υποφέρνοντας την δυστυχίαν πάνε λησταί και τους πιάνει η δικαιοσύνη με την δύναμή της, βάνει την τζελατίνα και τους κόβει. Και γιομάτες οι φυλακές του Κράτους. Πιε, είναι διά τη τζελατίνα και παλούκι των αγωνιστών, εκεινών οπού τους αδικούνε και χάθηκαν, το άνθος της πατρίδος!
Πούναι τόσα μιλλιούνια δάνεια, πού είναι οι πρόσοδοι, πούναι οι καλύτερες γες, πούναι οι μύλοι, πούναι τ’ αργαστήρια των Τούρκων και σπίτια, πού είναι τα περιβόλια και οι σταφιδότοποι; Ποιος τάχει παρμένα; Ο Αρμανσπέρης¹ με τους άλλους Μπαυαρέζους έδιναν των δικών μας των χαραμοταϊσμένων αυτά όλα και τους στράβωναν, κι αυτείνοι πήραν τα χρήματα και τα παίρνουν ολοένα.
Ποιους θα επιστηρίξεις εδώ οπούρθες και ποιους θα προδώσεις; Πού το τζάκισες αυτο το χέρι; -Στο Μισολόγγι, μου λέει. -Πού το τζάκισα εγώ αυτό; -Στους Μύλους του Αναπλιού. -Διατί τα τζακίσαμεν; -Διά την λευτεριά της πατρίδος. -Πούναι η λευτεριά και η δικαιοσύνη;

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ»
από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

¹ Αρμανσπέρης είναι ο Άρμανσμπεργκ, πρόεδρος της πενταμελούς Αντιβασιλείας, όσο ο Όθωνας ήταν ανήλικος. Στη συνέχεια ανέλαβε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου. Ο απολυταρχικός τρόπος που κυβερνούσε δημιούργησε πολλές αντιδράσεις στους Έλληνες.

ή θα νικήσω ή θα πεθάνω!

21/03/2011

Στο βιβλίο «ΑΙΜΑ ΧΑΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟ» ο Μ. Καραγάτσης τοποθετεί το φανταστικό του ήρωα Μίχαλο Ρούση να πολεμάει στη μάχη στο Μανιάκι, η οποία τελείωσε με την ηρωική θυσία του Παπαφλέσσα και των παλικαριών του. Ωστόσο ο Καραγάτσης είναι ιδιαίτερα αυστηρός με τον Παπαφλέσσα, διατυπώνοντας στο βιβλίο του αντιρρήσεις ως προς τις αποφάσεις του αλλά και ως προς την πολεμική τακτική του.
Επαναλαμβάνουμε, ο Μίχαλος Ρούσης είναι φανταστικός ήρωας του Καραγάτση και επομένως ο διάλογος που ακολουθεί μεταξύ Ρούση και Παπαφλέσσα είναι προϊόν μυθοπλασίας και όχι ιστορικό γεγονός.

Ο Δικαίος πετάχτηκε όρθιος, γεμάτος παραφορά:
-Μ’ αγκαστρώσατε όλοι σας με τον Κολοκοτρώνη! θα σας δείξω τι αξίζω! Πάω να πολεμήσω, σου λέω! Κι ή θα νικήσω ή θα πεθάνω!
-Ο Κολοκοτρώνης, είπε ο Μίχαλος ήρεμα, δεν ξεκινούσε ποτέ να νικήσει ή να πεθάνει, αλλά μόνο να νικήσει. Και νικούσε. Δεν είναι η παράφορη απελπισία μα η γαληνεμένη πεποίθηση που κάνει τον πολέμαρχο. Σκοπός μας δεν είναι να πέσουμε ηρωικά πάνω στον τάφο της Ελλάδας, αλλά να γλυτώσουμε την Ελλάδα οπωσδήποτε. Σ’ έναν αγώνα, οι Λεωνίδες έχουν ίσως τη σημασία τους. Τη νίκη όμως τη δίνουν οι Θεμιστοκλήδες.
-Κι αν νικήσω, Μίχαλε; Αν νικήσω;
-Οι άνθρωποι που παίζουν την τύχη της πατρίδας τους πάνω στο χαρτί της ματαιοδοξίας τους, δε νικούν ποτέ. Αν αγαπούσες πραγματικά και βαθιά την Ελλάδα, δε θα διακινδύνευες ποτέ την τύχη της πλάι στην τύχη σου. Θάκανες κάτι άλλο, που θα σου χάριζε πολύ μεγαλύτερη δόξα.
-Τι;
-Θα λευτέρωνες τον Κολοκοτρώνη.
Ο Παπαφλέσας χτύπησε το στήθος του με τα δυο του χέρια.
-Τον Κολοκοτρώνη! Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη -μάρτυς μου ο Θεός! Το είπα στον Κουντουριώτη, στον Κωλέτη: «Πρέπει να λευτερώσουμε το Γέρο! Μόνον αυτός μπορεί να τα βγάλει πέρα με τον Μπραήμη!» Αυτοί όμως μόνο που δε μ’ έπνιξαν. Τι να κάνω, λοιπόν; Ξεκίνησα εγώ… Στην αναβροχιά καλό είν’ και το χαλάζι!
(…)
-Χαίρω πολύ, είπε ο Μίχαλος, που σ’ ακούω να μιλάς με τόση πατριωτική ανιδιοτέλεια. Και σου αναγγέλλω ένα νέο που, δίχως άλλο, δεν το ξέρεις -δεν είναι ούτε δυο ώρες που μούρθε το γράμμα από τ’ Ανάπλι, με καΐκι: Η Κυβέρνηση λευτέρωσε τον Κολοκοτρώνη και τον διόρισε αρχιστράτηγο.
Ο Παπαφλέσας πάνιασε ολόκληρος. Σπασμός λύσσας παίδεψε τ’ αφρισμένα του χείλια:
-Α, τους άτιμους! εμούγκρισε. Μου την έσκασαν μπαμπέσικα, οι κερατάδες! Όταν τους το είπα εγώ να τόνε λευτερώσουν, αρνήθηκαν!
–Τους το είπες επειδή ήσουν σίγουρος πως θ’ αρνηθούν…
-Και τώρα που ξεκίνησα, τον αμολάν ξωπίσω μου, να μου κάνει χαλάστρα! Δε θα τους περάσει, όμως! Θα τους δείξω, εγώ… Θα τους δείξω!
-Ναι, πώς! σάρκασε ο Μίχαλος. Θα τους κάνεις τα τρία δύο…
(…)


Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας) 1788-1825
από την Βικιπαίδεια

Το δίχως άλλο ο Κολοκοτρώνης δε θα πάθαινε ποτέ μια τέτοια δουλειά, να τον περιζώσει ο εχτρός και να τον τσακώσει σαν ποντικό στη φάκα. Και πρώτα, ο Γέρος δε θάπιανε το μέρος που έπιασε ο αρχιμαντρίτης -χαμηλά στα ριζά της πλαγιάς- αλλά θα σκάρωνε τα ταμπούρια του πολύ ψηλότερα, σε τρόπο να δίνει απόσταση ανάμεσα στον εχτρό που γιουρουστάει και στον Έλληνα που βαστάει άμυνα. Ύστερα, θα κρατούσε οπωσδήποτε ανοιχτό το δρόμο της υποχώρησης, γιατί ο καλός στρατηγός δεν τόχει ντροπή να υποχωρεί όταν το καλεί η ανάγκη. Και τέλος, κρίνοντας τι δύναμη είχε ν’ αντιπαρατάξει στ’ ασκέρια του Μπραήμη, διόλου απίθανο να υποχωρούσε δίχως να δώσει μάχη. Γιατί χρέος του άξιου στρατηγού δεν είναι να πολεμάει τον εχτρό οπουδήποτε κι οπωσδήποτε, αλλά μόνον όταν υπάρχουν ελπίδες να κερδηθεί η μελλούμενη μάχη. Αυτό το αλφαβητάριο της πολεμικής τέχνης ήταν αδύνατο να μην το ξέρει ο Παπαφλέσας. Μόνο που ανάμεσα σε γνώση κι εφαρμογή της γνώσης, υπάρχει η άβυσσο της προσωπικότητας του Αρχηγού. Ο Παπαφλέσας αποφάσισε να ταμπουρωθεί έτσι χαμηλά και -ας πούμε το λόγο- άφησε τον εχτρό επίτηδες να τον κυκλώσει, γιατί δεν είχε άλλο τρόπο ν’ αναγκάσει τα παληκάρια του να πολεμήσουν. Κι η μελλούμενη μάχη δεν ήταν για τον αρχιστράτηγο μια πράξη εθνική, μα μια υπόθεση ατομική, όπου οι προϋποθέσεις της «υγιούς» στρατηγικής και ταχτικής δεν είχαν εφαρμογή.

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ «ΑΙΜΑ ΧΑΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

ΥΓ : Το βιβλίο του Καραγάτση «ΑΙΜΑ ΧΑΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟ» αποτελεί μέρος μιας τριλογίας που έγραψε ο Καραγάτσης με θέμα την ελληνική επανάσταση. Τα τρία βιβλία αυτής της τριλογίας είναι: «Ο ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΠΥΡΓΟΥ», «ΑΙΜΑ ΧΑΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟ» και «ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΟΥ».

σαν εμένα έχει και άλλους το έθνος…

18/03/2011

Η προηγούμενη ανάρτηση, όπως βέβαια και η σημερινή, αποτελεί μέρος ενός μικρού αφιερώματος στην εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου.  

Από ένα άρθρο του Νίκου Βαρδιάμπαση στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Ιστορικά, 28/3/2002),  επιλέγουμε ένα ενδιαφέρον απόσπασμα που αναφέρεται στη δίκη του Καραϊσκάκη, η οποία έγινε την Πρωταπριλιά του 1824, μετά από συκοφαντία του Μαυροκορδάτου. Ανάμεσα σε άλλες λεπτομέρειες, θα μάθουμε και για ποιο λόγο αρκετοί κόντεψαν να λιποθυμήσουν κατά τη διάρκεια της δίκης:  

Τότε ο Μαυροκορδάτος, για να απαλλαγεί οριστικά από τον Καραϊσκάκη –γνωρίζοντας ενδεχομένως και την ανταπόκρισή του με τον Κολοκοτρώνη- τον συκοφαντεί με την κατηγορία ότι ο Καραϊσκάκης τάχατες είχε: «μυστικήν ανταπόκρισην (καπάκια) με τον Ομέρ Βρυώνη και ότι συμφώνησε… να του παραδώσει Μεσολόγγι και Αιτωλικό».
Στις 30 Μαρτίου ο Μαυροκορδάτος διορίζει ανακριτική επιτροπή με πρόεδρο τον επίσκοπο Άρτας Πορφύριο και την Πρωταπριλιά 1824 ξεκινάει η «δίκη» μέσα στην εκκλησία της Παναγίας του Αιτωλικού.

Η «δίκη»
Σύμφωνα με την περιγραφή Κασομούλη, ο Πορφύριος κάθεται στον αρχιερατικό θρόνο. Στα στασίδια των επιτρόπων στέκουν οι κριτές.

Μπαίνει ο κατηγορούμενος οπλισμένος. Προσκύνησε τις εικόνες και ζήτησε την ευχή του δεσπότη.
-Πες μου, του λέει, ορθός θα σταθώ ή θα καθίσω;
-Κάθισε, γιατί είσαι ασθενής.
Του έφεραν ένα μαξιλάρι «διότι το έδαφος ήταν πλάκες μάρμαρα, να μη βλαφθή από το ψύχος».
Πορφύριος: -Καραϊσκάκη, η πατρίς λαβούσα υποψίαν από τα κινήματά σου, έχουσα και διδόμενα από μερικάς σου ανταποκρίσεις, σήμερον σε προσκάλεσεν εις το κριτήριο… Αφού με τόσας ανδραγαθίας εδόξασες τον εαυτό σου και η πατρίς σε αντάμειψεν… εφάνης αχάριστος. Είθε να είσαι αθώος. Έστειλες τον Κ. Βουλπιώτην εις Ιωάννινα. Τι δουλειά είχε ο Βουλπιώτης εκεί; Τι απολογίαν έχεις;
Καραϊσκάκης: -Απ’ όσα με κατηγορούν καμίαν είδησιν δεν έχω… Τον Βουλπιώτην εγώ δεν τον έστειλα. Επήγε διά δουλειάν του. Μόνος του με εζήτησεν διαβατήριον. Ήξευρον τον εαυτόν  μου αθώον από αυτήν την κατηγορίαν. Το κριτήριον ας εξετάσει τον Βουλπιώτην…
Εμφανίστηκε –συνεχίζει ο Κασομούλης- (αντί του Βουλπιώτη) μάρτυρας «ο έπαρχος κύριος Γιάγκος Σούτζιος (φαναριώτης, φίλος του Μαυροκορδάτου)… και τα είπεν:
-Εγώ, μωρέ, λέγει ο Καραϊσκάκης, σε τα είπα εσένα;
-Μάλιστα, λέγει ο Σούτζιος…
Καραϊσκάκης: -Αν βάλετε θεμέλιο εις τα λόγια μου, εκατό ζωές να έχω δεν γλυτώνω, πλην ποτέ έργο δεν έκαμα.
Κριτής (Γαλάνης Μεγαπάνου): -Βρε, ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια. Μα διατί να τα λέγης έτζι; (πρόστυχα).
Καραϊσκάκης: -Το έχω χούι, κυρ Πάνο.
Κριτής: -Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρονών;
Καραϊσκάκης: -Αμ δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις να γαμής.
Λέγοντας αυτό ο Καραϊσκάκης μες στο ναό – δικαστήριο, «εκτύπησαν τα γέλια όλοι και πήγαν και πολλοί να λιποθυμήσουν, καθώς κι εγώ ο ίδιος», γράφει ο Κασομούλης.


Γεώργιος Καραϊσκάκης (1780 ή 1782 – 1827)
πίνακας του Διονυσίου Τσόκου
από τη Βικιπαίδεια

Και η κατάληξη της «δίκης» – παρωδίας:
«Ο Διευθυντής (Μαυροκορδάτος) κοινοποίησεν ότι ο Καραϊσκάκης είναι ένοχος προδοσίας κατά τας εξομολογήσεις του Βουλπιώτου… Εξεδόθη προκήρυξη εις τας 2 Απριλίου 1824. Αντεγράφη και ετοιχοκολλήθη».
Στην «Προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη», που την υπογράφουν ο Μαυροκορδάτος και οι περισσότεροι καπετάνιοι της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο ήρως γνωρίζεται «ως επίβουλος της πατρίδος και προδότης».
Σύμφωνα μ’ αυτήν δίνεται προσταγή στον Καραϊσκάκη να αναχωρήσει αμέσως «μόλον όπου είναι ασθενής… Αν μετανοήσει και επιστρέψει εις τα χριστιανικά και ελληνικά χρέη του, η πατρίς θέλει λάβει την ευχαρίστησιν ότι τον εκέρδισεν…»
Και η προκήρυξη καταλήγει:
«Ειδοποιήστε άπαντες (οι πολίτες) διά του παρόντος ότι ο Καραϊσκάκης είναι διωγμένος από την πατρίδα του και δεν έχει καμίαν εξουσίαν παρά της Διοικήσεως. Μάλιστα εστερήθη όλων των βαθμών και αξιωμάτων ως αμαρτήσας… Πάντες οι Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του και να τον στοχασθούν ως εχθρόν, ενόσω να μετανοήση και προσπέση εις το έλεος του έθνους και ζητήση συγχώρεσιν».
Μετά την τοιχοκόλληση και τη δημοσίευση της προκήρυξης στα «Ελληνικά Χρονικά», ο Καραϊσκάκης ζήτησε διορία 5-6 ημερών να παραμείνει στο Αιτωλικό για να προετοιμάσει την αναχώρησή του. «Δεν του εσυγχωρήθη παρά σαράντα οχτώ ώρες μόνον».
Φεύγοντας με 80 στρατιώτες λέει δημόσια στους καπετάνιους που τον καταδίκασαν και στον Μαυροκορδάτο:
-Αδελφοί καπιτάνιοι, αν με καταδικάσατε δικαίως ο Θεός να με το στείλη στο κεφάλι ευθύς, κι αν αδίκως, ογλήγορα να σας το πέμψη εις το δικόν σας κεφάλι.
Και στο διευθυντής Δ. Χ. Ελλάδος:
-Ε, ωρέ Μαυροκορδάτε, εσύ την προδοσίαν μου με την έγραψες εις το χαρτί και εγώ ογλήγορα ελπίζω να σου τη γράψω εις το μέτωπόν σου για να φανής ποιος είσαι.
Κι εκτύπησεν το μέτωπόν του με τα τέσσερα δάκτυλα δείχνοντάς τον.
-Εδώ! λέει.
Από το Αιτωλικό οι στρατιώτες του τον μεταφέρουν λόγω της κατάστασης της υγείας του… με φορείο! (ένα ξυλοκρέβατο που το κουβαλούν τέσσερις). Προσπαθούν να φτάσουν στα λημέρια των Αγράφων. Στην πορεία τους απ’ τα διάφορα χωριά οι αρχικά 80 πολεμιστές γίνονται… 1500! Έφευγαν από τα σπίτια τους και τον ακολουθούσαν. Τέτοια λατρεία του είχαν.

ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΔΙΑΜΠΑΣΗΣ «Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ: ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: ΙΣΤΟΡΙΚΑ, 28/3/2002

Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλα
Θεόδωρος Βρυζάκης
από την Βικιπαίδεια

Το 1827 η ελληνική  επαναστατική κυβέρνηση αποφάσισε να πάψει τον Καραϊσκάκη από αρχιστράτηγο και να αναθέσει στους Άγγλους Τσωρτς και Κόχραν την αρχιστρατηγία του στρατού και του στόλου αντίστοιχα. Η απόφαση αυτή στάθηκε καταστροφική για την Ελλάδα, αφού οδήγησε στο θάνατο του Καραϊσκάκη και στη σφαγή του ελληνικού στρατού στον Ανάλατο.
Στο άκουσμα της απόφασης ένας μόνο χάρηκε: 

Εις μόνον εχάρη, ο Κιουταχή Πασιάς και ενθαρρυνθείς ήρχισε τας εργασίας του ζωηρότερα. Το στρατόπεδον του Πειραιώς, με το άκουσμα τούτο ενεκρώθη.

ΚΑΡΠΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ «ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ»
από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»
Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Ο Μακρυγιάννης σχολιάζει με τον τρόπο του την απόφαση:

Έφκιασαν τη Συνέλεψη, διόρισαν τον ναύαρχον τον νέον, ότι γέρασε ο Μιαούλης, τον αρχιστράτηγο, ότι δεν δύναται ο Καραϊσκάκης, και γράψαν μια διαταγή εις τον Καραϊσκάκη οι καλοί πατριώτες και τόλεγαν ότι κιντύνευε η πατρίς, όταν νάστιβε ο Καραϊσκάκης και οι σύντροφοί του τα πουκάμισά τους, εκίναγε το αίμα από την Αράχωβα, από τον Έπαχτο, από το Δίστομον κι από τον καθημερινό πόλεμο, τότε έγραψαν του Καραϊσκάκη και τόπαιρναν τα συχαρίκια ότι διόρισαν τον Τζούρτζη -κι αυτός να είναι εις την οδηγίαν του. Στοχαστείστε, εσείς οι αναγνώστες. Αυτείνη την εποχή ποιος είχε γνώση διά να σώση την πατρίδα -και ποιος να την χάση. Με τόση δύναμη ο Καραϊσκάκης δεν την έφκειανε φλούδα όλους αυτούς.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ»
από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»
Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Για τους δύο Άγγλους στρατιωτικούς γράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας:

Οι δύο ούτοι διορισθέντες αρχηγοί επί των κατά ξηράν και θάλασσαν ελληνικών δυνάμεων, αντί να επιφέρουν όφελος, έφεραν βλάβην, μάλιστα ο του στόλου (εννοεί τον Κόχραν) έγινεν αίτιος της φθοράς τόσου στρατού και τόσων αρχηγών, ώστε τοσούτοι δεν εχάθησαν εν όλη την επαναστάσει…
Ο Καραϊσκάκης μετά των Ελλήνων ήξευρε να πολεμή τους εχθρούς. Αυτός εδείχθη παντού νικητής, αλλ’ ατυχώς την εξουσία αυτού την ανέθεσαν εις άλλον, και απ’ αυτόν πάλιν την εσφετερίσθη θαλάσσιον άπειρος των μαχών των Οθωμανών, και ούτως απωλέσθησαν τόσοι άριστοι αρχηγοί της Ελλάδος, το άνθος του στρατού, και η Ακρόπολις αύτη.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΟΥΤΣΟΝΙΚΑΣ «ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ»
από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»
Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Ο Κάρπος Παπαδόπουλος εξηγεί το κίνητρο που έκανε τους Έλληνες στρατιώτες να παρατήσουν τον Καραϊσκάκη και να συγκροτήσουν το στρατό του Τσωρτς:

Ο δε νέος στρατάρχης Ζωρζ έστησε το στρατόπεδό του πέριξ της Καλαβρίας (νήσος Πόρος) και από τας πρώτας ημέρας της στραταρχίας του, ήρχισε να διαλύη το εν Πειραιεί μέγα και θαυματουργόν στρατόπεδον του Καραϊσκάκη. (…) Οι εν Πειραιεί Έλληνες όθεν, ακούσαντες ότι ο Ζωρζ δίδει μισθόν, παρέλειπον τας μαχίμους θέσεις των και μετάβαινον εις τον Πόρον υπό μισθόν.(…)
Ο Ζωρζ αφού επηύξησε το Σώμα του έως 2.000, εξήρχετο συνεχώς προς επιθεώρησιν αυτού και θωπεύον ένα ένα έκαστον στρατιώτην, του έλεγε: «μπράβο, μπράβο ήρωα! έλαβες τον μισθόν σου;» Ο δε απεκρίνετο: «Ναι, αφέντη, τον έλαβα, να ζήσης χίλια χρόνια. Ένα χρόνο, αφέντη, έτρεχα κατόπιν του Καραϊσκάκη και παρά δεν έλαβα. Ο Θεός να σε πολυχρονίση, αφέντη!»

ΚΑΡΠΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ «ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ»
από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»
Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Η μάχη στον Ανάλατο κατέληξε σε τραγωδία για τους Έλληνες, λόγω της απρονοησίας των Άγγλων στρατιωτικών που επέλεξαν την κατά μέτωπο επίθεση, ενώ ο Καραϊσκάκης πίστευε πως έπρεπε να επιλέξουν τον πόλεμο χαρακωμάτων. Λίγο πριν την έναρξη της μάχης, οι Έλληνες πολιορκούμενοι στην Ακρόπολη προσπαθούσαν να δουν τι γίνεται στη μάχη:

Ο Φαβιέρος λαβών τηλεσκόπιον και εμβλέψας επί της τοποθετήσεως ταύτης των ελληνικών στρατευμάτων είπε παρουσία πάντων: «Οι καλοί άνθρωποι ούτοι εντός ολίγου θα απωλεσθώσιν». Αγνοών δε τον θάνατο του Καραϊσκάκη, εξέφραζε την απορίαν του περί της αταξίας και απρονοησίας ταύτης, λέγων ότι ουδέποτε επίστευεν ότι ο Καραϊσκάκης ήθελεν υποπέσει εις τοιαύτα και τοσαύτα στρατιωτικά αμαρτήματα»

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΚΑΙ ΜΑΧΩΝ»
από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»
Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Τελειώνουμε με μια διήγηση του Δρόσου Κόκκινου, αγωνιστή του ’21:

Ήμην εις την σκηνήν του Καραϊσκάκη και υπηρέτουν αυτόν συντρώγοντα μετά του Γενναίου -του υιού του Θ. Κολοκοτρώνη- ότε ήκουσα τον εξής διάλογον:
-Γενναίε, του λέγει ο Καραϊσκάκης, να μου κάνης την χάριν να μην εκτίθεσαι εις τας μάχας.
-Συ, γιατί εκτίθεσαι; του λέγει ο Γενναίος.
-Έτσι το λέω κι έτσι είναι, απήντησεν ο Καραϊσκάκης. Αν πας εσύ, πάει ο Γέρος. Και αν πάη ο Γέρος πάει η Ελλάς, ενώ σαν εμένα έχει και άλλους το έθνος.

“Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ” Εκδόσεις ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Στην ανάρτησή μας δεν ασχοληθήκαμε καθόλου με την ανεξιχνίαστη υπόθεση του θανάσιμου τραυματισμού του Καραϊσκάκη, που συνέβη μία μέρα πριν την τραγική μάχη του Ανάλατου. Είναι σίγουρο πως μελλοντικά θα αφιερώσουμε μια ανάρτηση και γι’ αυτό το θέμα.

 

στην κόλαση ήρθατε…

15/03/2011

Κάθε φορά που μιλάω στους μαθητές μου για την ελληνική επανάσταση του 1821 ή διδάσκω Ιστορία στην Στ΄ Δημοτικού, η ίδια απορία βγαίνει από τα χείλη τους ξανά και ξανά: «Γιατί,  κύριε, δεν έγινε επανάσταση και στη Θεσσαλονίκη; Πώς και δεν ξεσηκώθηκε η Μακεδονία;»
Στην αρχή μου προκαλούσε αμηχανία αυτή η ερώτηση, τώρα την έχω συνηθίσει. Στην απάντησή μου εξηγώ στα παιδιά πως η Θεσσαλονίκη ήταν από τις πιο σημαντικές πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πως βρισκόταν κοντά στην πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, και πως η διαμόρφωση του εδάφους της Θράκης και της Μακεδονίας έκανε εύκολη την πρόσβαση του τακτικού τουρκικού στρατού, όμως η ουσία είναι πως η Θεσσαλονίκη είναι απούσα από το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού, μέχρι τα κεφάλαια για τον Μακεδονικό Αγώνα και την απελευθέρωση της Μακεδονίας.
Σταματάω εδώ την γκρίνια γιατί υπάρχει αντίλογος που είναι οι συχνές προτροπές του υπουργείου Παιδείας για διδασκαλία τοπικής ιστορίας και συνεχίζω με τη συγκίνηση που αισθάνθηκα διαβάζοντας το βιβλίο του Mark Mazower «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ», στο οποίο υπάρχει μια συγκλονιστική περιγραφή των σφαγών που συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη μόλις μαθεύτηκε το νέο  για την επανάσταση στη Νότια Ελλάδα. Οι σφαγές, ακόμα και έγκυων γυναικών, οι απαγχονισμοί και τα βασανιστήρια ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, ενώ από αυτούς που σώθηκαν, αρκετοί
στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης, της Τρίπολης και της Βεγγάζης.
Όσοι διάβασαν την «Αηδονόπιτα» του Ισίδωρου Ζουργού ίσως θυμούνται τη φράση «Στην κόλαση ήρθατε» που ακούνε οι ήρωες του βιβλίου περνώντας τα τείχη της Θεσσαλονίκης τον Ιούνιο του 1821. Κι αυτό γιατί τα πτώματα των κρεμασμένων κρέμονταν ακόμα από τα δέντρα κι η μυρωδιά της σήψης βρισκόταν παντού στην ελληνική συνοικία. 
Ανάμεσα στα χιλιάδες θύματα εκείνης της περιόδου ήταν και ο πρόκριτος
Χρήστος Μενεξές¹. Υπενθύμιση του μαρτυρίου του αποτελεί σήμερα η οδός Μενεξέ, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Επιστρέφοντας στο βιβλίο του Mazower να τονίσουμε πως αναφέρεται στην ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από ιστορίες ανθρώπων. Και η ιστορία που επιλέξαμε από το βιβλίο είναι ιστορία ενός Τούρκου, που κλονισμένος από όσα είχε δει, έγραψε ένα υπόμνημα προς το σουλτάνο, στο οποίο περιγράφει τους απαγχονισμούς και τα μαρτύρια των Ελλήνων κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Το υπόμνημα αυτό καταχωνιάστηκε στα αρχεία του Τοπ Καπί, για να το ανακαλύψει ένας Έλληνας μελετητής, ο Α. Παπάζογλου, το 1940!


Ο Λευκός Πύργος υπήρξε οθωμανική φυλακή για τουλάχιστον 4 αιώνες. Εδώ σε ζωγραφική αναπάρασταση των αρχών του 19ου αιώνα, όπου φαίνεται και το προτείχισμα που τον περιέβαλε μέχρι και το 1911.
(από τη Βικιπαίδεια)

Ο Χαϊρουλάχ ιμπν Σινασί Μεχμέτ Αγάς, μουλάς της πόλης το 1820, κατηγορήθηκε για φιλελληνικές τάσεις και όταν ξέσπασε η Επανάσταση φυλακίστηκε για λίγο καιρό στο Λευκό Πύργο. Αργότερα, κλονισμένος από τα όσα είδε, έγραψε ένα υπόμνημα προς το Σουλτάνο, στο οποίο περιέγραφε τι συνέβη στη Θεσσαλονίκη το 1821:

Οι συγκρατούμενοί του ήταν Χριστιανοί που το μοναδικό τους έγκλημα ήταν πως δεν είχαν χαιρετίσει τον Γιουσούφ Μπέη στο δρόμο ή ότι συναντιόνταν στη μητρόπολη και συζητούσαν για το Πατριαρχείο, ή απλώς ότι ήταν εξέχοντες πρόκριτοι της κοινότητας. Πολλοί υπέφεραν από πείνα και δίψα. Έναν απεσταλμένο των επαναστατών ονόματι Αριστείδη Παππά τον έφεραν μέσα, τον έδειραν άσχημα κα μετά τον παρέδωσαν στον γενιτσαρί αγά για εκτέλεση. «Προτού φύγει», γράφει ο Χαϊρουλάχ, «συγχώρεσέ με γι’ αυτό, Μεγαλειότατε, τον αγκάλιασα και τον φίλησα, γιατί στ’ αλήθεια ήταν ένας αξιότιμος άνθρωπος και, αν είχε κάτι να του ψέξεις, ήταν αποτέλεσμα της καλής του καρδιάς».
Λίγες μέρες αργότερα έφεραν έναν άλλον Έλληνα, τον Νικόλα Εφέντη. Αυτός είχε συγκλονιστικά νέα: ο Μοριάς είχε ξεσηκωθεί και οι κατάσκοποι έλεγαν πως οι Έλληνες εντός και εκτός Θεσσαλονίκης σχεδίαζαν να κάνουν το ίδιο. Ο Γιουσούφ Μπέης είχε απαιτήσει ομήρους, και περισσότεροι από τετρακόσιοι Χριστιανοί –από τους οποίους οι εκατό ήταν Αγιορείτες μοναχοί- κρατούνταν στο παλάτι του. Όλους, φυσικά, τους έδερναν και τους κακομεταχειρίζονταν – ορισμένους μάλιστα τους σκότωναν.
Λίγο μετά ήρθε διαταγή από την Πύλη να αφεθεί ελεύθερος ο Χαϊρουλάχ. Ο Γιουσούφ Μπέης άλλαξε τώρα τελείως στάση κι έγινε η προσωποποίηση της γλυκύτητας· παρ’ όλα αυτά, δεν τον άφησε να φύγει αμέσως από την πόλη: η ύπαιθρος δεν ήταν ασφαλής και οι χωριάτες ήταν έτοιμοι να ξεσηκωθούν. Ο Χαϊρουλάχ έμαθε με φρίκη ότι ο Γιουσούφ Μπέης σκόπευε να θανατώσει τους ομήρους, και δεν κατάφερε να τον μεταπείσει:
«Το ίδιο βράδυ οι μισοί όμηροι σφάχτηκαν μπροστά στα μάτια του άξεστου μουτεσελίμη. Κλείστηκα στην κάμαρή μου και προσευχήθηκα για την ασφάλεια των ψυχών τους.
Κι από κείνη τη νύχτα άρχισε το κακό. Η Θεσσαλονίκη, η όμορφη αυτή πόλη, που λάμπει σαν το σμαράγδι πάνω στο τιμημένο Σου στέμμα, μετατράπηκε σ’ ένα απέραντο σφαγείο». Ο Γιουσούφ Μπέης πρόσταξε τους άντρες του να σκοτώνουν όποιο Χριστιανό έβρισκαν στο δρόμο, και για μερόνυχτα ο αέρας ήταν γεμάτος «φωνές, θρήνους, στριγκλιές». Είχανε τρελαθεί όλοι· σκότωναν ως και τα παιδιά και τις έγκυες γυναίκες. «Τι δεν είδανε τα μάτια μου, Παντοδύναμε Σάχη των Σάχηδων;» Ο ίδιος ο μητροπολίτης ρίχτηκε στα σίδερα μαζί με άλλους κορυφαίους προκρίτους· τους βασάνισαν και τους εκτέλεσαν στην πλατεία του αλευροπάζαρου. Κάποιους τους κρέμασαν από τα πλατάνια γύρω από τη Ροτόντα. Άλλους τους σκότωσαν στη μητρόπολη, όπου είχαν καταφύγει, και τα κεφάλια τους τα μάζεψαν να τα πάνε δώρο στον Γιουσούφ Μπέη. Μονάχα ο δερβίσικος τεκές -που οι μύστες του διατηρούσαν ανέκαθεν στενούς δεσμούς με τους Έλληνες μοναχούς- πρόσφερε άσυλο στους Χριστιανούς. «Αυτά τα πράγματα και άλλα πολλά, που δεν μπορώ να τα περιγράψω γιατί και μόνο η θύμησή τους μου φέρνει ανατριχίλα, συνέβησαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης το Μάιο του 1821».

MARK MAZOWER «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ»
μετάφραση Κ. ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

¹Με τον αδικοχαμένο πρόκριτο μας συνδέει, συμπτωματικά, το ίδιο επίθετο. Δυστυχώς δεν μπορώ να καυχηθώ πως ήταν πρόγονός μου…