Archive for Σεπτεμβρίου 2012

το θέατρο στην κατοχή

30/09/2012

Η Ελένη Χαλκούση περιγράφει την άνθηση του θεάτρου κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής:

Όλοι πιστεύαμε πως η Κατοχή θα σήμαινε το θάνατο του θεάτρου. Τι σημασία είχε άλλωστε, αφού καθημερινά πέθαιναν παιδιά από την πείνα, αφού εκτελούσαν ομαδικά όσους πίστευαν για εχθρούς τους… Αφού… αφού… αφού…
Ιδιαίτερα για το Ρεξ, όπου δεν λειτουργούσαν τα ασανσέρ και οι σκοτεινές του σκάλες φωτίζονταν με πυγολαμπίδες ασετυλίνης, χωρίς θέρμανση το χειμώνα, χωρίς εξαερισμό το καλοκαίρι, ποιος τρελός θα ανέβαινε πεινασμένος, με τα ξύλινα χοντροπάπουτσα, τα εκατό σκαλιά για να φύγει μες στο σκοτάδι με κίνδυνο της ζωής του και να γυρίσει στο σπίτι του, σ’ ένα σπίτι κρύο σκοτεινό, χωρίς φαγητό, χωρίς παρηγοριά;
Κι όμως!
Τα θέατρα, όλα τα θέατρα, δούλεψαν καταπληκτικά στην Κατοχή.
Κι όλοι οι θεατρικοί επιχειρηματίες των μαύρων εκείνων χρόνων θησαύρισαν!
Οι καταπληκτικές εισπράξεις γίνονταν αμέσως χρυσές λίρες. Από ώρα σε ώρα πολλαπλασιαζόταν η αξία τους κι έφτανε να καθυστερήσουν τις πληρωμές τους δυο τρεις μέρες (κι αυτό συνέβαινε συστηματικά με τη μισθοδοσία των ηθοποιών) για να τους ξεπληρώσουν με το τίποτα.
Ο πληθωρισμός οργίαζε, το ίδιο και η μαύρη αγορά. Οι μισθοί παρέμεναν οι ίδιοι. Ωσότου γίνουν αναπροσαρμογές και ωσότου πάρουν τα λεφτά τους οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να αγοράσουν τίποτα! Τίποτα! Ευτυχώς που υπήρχε το νερόβραστο συσσίτιο με τα φασόλια και το φασουλόζουμο του «Κουρτουλούζ»…


Ελένη Χαλκούση (1901-1993)

Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται σήμερα, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς θέρμανση, χωρίς ασανσέρ, με τις σκάλες του Ρεξ μισοσκότεινες, με τη σκηνή φωτισμένη από λάμπες ασετυλίνης, η μεγάλη αίθουσα του Ρεξ γέμιζε ασφυκτικά, τόσο που το καλοκαίρι του 1942 ο θίασος της Μαρίκας χωρίστηκε σε δύο τμήματα.
Το ένα έμεινε στο Ρεξ και θριάμβευε με τις μουσικές κωμωδίες και το άλλο, με επικεφαλής το Βασίλη Λογοθετίδη, μεταφέρθηκε στο θερινό θέατρο Παρκ, στη γωνία των οδών Χέυδεν και Μαυροματαίων.
Οι παραστάσεις στο ύπαιθρο, λόγω συσκότισης, δίνονταν μόνο απόγευμα και πολλές φορές οι σειρήνες και οι αεροπορικές επιδρομές μας ανάγκαζαν να τις διακόψουμε στη μέση.
Πότε συνεχίζονταν μετά τη λήξη του συναγερμού και πότε θεατές και ηθοποιοί παραμέναμε στα καταφύγια ωσότου μας βρει η νύχτα και πάμε στα σπίτια μας.

Και κείνο τον κατοχικό Νοέμβριο ήταν τόσο ανυπόφορο το κρύο στην ανοιχτή σκηνή του Ρεξ που θυμάμαι ότι σ’ ένα δραματικό ντουέτο που είχαμε με τη Μαρίκα χτυπούσαν τόσο τα δόντια μου κι έτρεμαν τα γόνατά μου, που η Μαρίκα με λυπήθηκε και μου ψιθύρισε σε μια στιγμή:
-Μην τα λες όλα! Πήγαινε στο καμαρίνι μου που είναι πιο ζεστά!

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αφήγηση του Λυκούργου Καλλέργη:

Στην καρδιά εκείνου του ανελέητου χειμώνα, με το φοβερό κρύο και το χιόνι, με τη μεγάλη πείνα, την τρομοκρατία, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις, ο κόσμος παγωμένος και πεινασμένος γέμιζε τα θέατρα, παρακολουθούσε τις επιθεωρήσεις αλλά και το δραματικό και κλασικό θέατρο, σαν μια λύτρωση από τη στέρηση και την ανασφάλεια. Κι εμείς συνεχίζαμε τις παραστάσεις με την ίδια πίστη και το ίδιο πάθος.

Τρομοκρατία, συλλήψεις, εκτελέσεις, ένας μόνιμος εφιάλτης. Τεράστια τανκς, με κανόνια, γυροφέρνανε στην πόλη σαν φαντάσματα, προκαλώντας τρόμο και πανικό. Τα όσα συνέβαιναν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη δεν περιγράφονται. Ήταν πρωτοφανή για την ανθρωπότητα. Ήταν μια παραφροσύνη. Ένας άγχος ατέλειωτο. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό περιβάλλον της πείνας και του τρόμου, εμείς κάναμε πρόβες στην «Αγριόπαπια». Αυτό είναι ένα γεγονός αποκαλυπτικό. Ο άνθρωπος διαθέτει ασύλληπτες δυνάμεις, ως πνεύμα και ως οργανισμός.

Είχαμε πίστη και αισιοδοξία, αλλά και τη μανία να προβάλουμε κάποιο φως μέσα από το σκοτάδι. Άλλοι από μας κάτι έβρισκαν να φάνε, άλλοι έμεναν νηστικοί. Θυμάμαι στην πρόβα του θεάτρου Αλίκης: Κάποιος κατάφερνε να βρει και ν’ αγοράσει μισή οκά –όπως μετρούσαν τότε- σταφίδες. Γινόταν διάλειμμα και ριχνόμασταν όλοι πάνω στις σταφίδες. Άλλοι τις καθάριζαν, άλλοι τις έτρωγαν έτσι, όπως ήταν. Ο Κουν τις έτρωγε αφηρημένος, περιμένοντας να αρχίσει η πρόβα. Ήταν μια εικόνα παράξενη και τραγική. Για όλα αυτά οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης στην Κατοχή αποτελούσαν την πιο σημαντική προσφορά, απόλαυση αλλά και ανάταση που η Αθήνα μπορούσε να προσφέρει στο δοκιμαζόμενο θεατρικό κοινό.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ»
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

Λυκούργος Καλλέργης (1914-2011)

Κλείνουμε με ένα ακόμη ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Χαλκούση:

Κάποιο απόγευμα, ενώ η παράσταση είχε αρχίσει και ο διάλογος που είχαμε –ο Βασίλης κι εγώ- προχωρούσε κανονικά, ακούστηκε ξαφνικά μια έντονη συζήτηση στην πόρτα. Φασαρία! Σαν κάποιοι να ήθελαν να μπουν διά της βίας και δεν τους άφηναν! Κι ευθύς αμέσως βαριά σταθερά βήματα κατακτητή, που έκαναν τα χαλίκια να τρίζουν και θόρυβος σιδερικών που ολοένα δυνάμωνε όσο πλησίαζε προς τη σκηνή.
Κοιταχτήκαμε έντονα ο Βασίλης κι εγώ, σαν να ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον: «Τι γίνεται;» κι εξακολουθήσαμε μηχανικά το διάλογο της κωμωδίας, δίχως να τολμούμε να κοιτάξουμε προς την πλατεία του θεάτρου, για να εξακριβώσουμε τι ακριβώς συνέβαινε. Πόσα λεπτά κράτησε αυτή η αβεβαιότητα δεν ξέρω. Πάντως, μας φάνηκε αιώνας!
Όταν ξαφνικά ακούω το Βασίλη να μου ψιθυρίζει ανάμεσα σε δύο φράσεις του κειμένου: «Μαυραγορίτης εν όψει!» και βλέπω το σπαθάτο μάτι του αξέχαστου κωμικού να μου χαμογελάει καθησυχαστικά, ενώ πονηρά μου έγνεφε να κοιτάξω στην πλατεία, ακριβώς στο μεσαίο κάθισμα της πρώτης σειράς.
Ένας καλοθρεμμένος μαυραγορίτης, καθυστερημένος και αναιδής, προσπαθούσε όχι μόνο να στρογγυλοκαθίσει στη θέση του, όπου δύσκολα χωρούσε, αλλά αναστάτωνε και τους διπλανούς του, ωσότου τοποθετήσει, κάτω από την ψάθινη καρέκλα του, μια ζυγαριά σεβαστού μεγέθους, με όλα της τα εξαρτήματα.
Η πλάστιγγα, οι αλυσίδες, το αντίβαρο, τα χαλίκια, η ταραγμένη μας συνείδηση –αν θέλετε- μας είχε κάνει να οραματισθούμε δραματικούς ηρωισμούς, ενώ επρόκειτο απλούστατα, για το «εμπορικό δαιμόνιο» του Έλληνα, ανάμειχτο με …καλλιτεχνικές προτιμήσεις. Ύστερα από το μόχθο και τις επικίνδυνες συναλλαγές της ημέρας, ήρθε να θεατρισθεί! Μετά την «κερδώον» απογευματινή ανάπαυλα, με τον «Λόγιον Ερμήν»…
Στο διάλειμμα, ο Βασίλης Λογοθετίδης κάλεσε το θυρωρό του θεάτρου στο υπαίθριο καμαρίνι του.
-Γιατί αφήνετε αυτούς τους σαλταδόρους και μπαίνουν στο θέατρο μαζί με το μαγαζί τους και μας αναστατώνουν; Δεν μπορούν να το αφήνουν στην πόρτα;
-Του το είπα κι εγώ κυρ-Βασιλάκη, να την αφήσει τη ζυγαριά στο ταμείο, μουρμούρισε ο θυρωρός, αλλά χάλασε τον κόσμο και φώναξε: «Αυτή η μπαλάντζα είιναι το ψωμί μου και θα την αφήσω σε ξένα χέρια;» Δεν ήθελε να την αποχωρισθεί!

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

Advertisements

οικεία πρόσωπα, βεβαίως, βεβαίως

26/09/2012

 Χρήστος Τσαγανέας (1906-1976)
Δύο ερμηνείες του Χρήστου Τσαγανέα έχουν αφήσει  εποχή: ο ρόλος του τρελού που μονολογεί: «Άνθρωποι, άνθρωποι, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός…» στην ταινία του Α. Σακελλάριου «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» και …βεβαίως, βεβαίως ο ρόλος του Γυμνασιάρχη στην ταινία «Το Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» επίσης του Α. Σακελλάριου.
Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Δημήτρη Μυράτ για τον Χρήστο Τσαγανέα μπορείτε να διαβάσετε στο μπλοκ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ . Ο Μυράτ αφηγείται πως μαζί με τον -οργανωμένο τροτσκιστή- Τσαγανέα κόντεψαν μια φορά να συναντήσουν στην Κωνσταντινούπολη τον κυνηγημένο εκείνη την εποχή Τρότσκι.


Εφόσον δύο αντιλήψεις συμπίπτουν με τρίτην, τότε συμπίπτουν και μεταξύ των. Και μεταξύ των, βεβαίως, βεβαίως!

.

 Νίτσα Τσαγανέα (1898-2002!)
Yπήρξε σύζυγος του Χρήστου Τσαγανέα. Πιο γνωστή ερμηνεία της ήταν στην ταινία «Ένας ήρωας με παντούφλες». Πέθανε φτωχή. Το ενοίκιό της, όπως και αρκετών άλλων παλαίμαχων ηθοποιών, πλήρωνε, για αρκετά χρόνια, ο Δημήτρης Χορν.

.

 Περικλής Χριστοφορίδης (1907-1983)
Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα και ήρθε από μικρός στην Αθήνα. Ο παππούς του, ο πατέρας του αλλά και τα δύο του αδέλφια (Τάκης και Στέλλα Χριστοφορίδου) υπήρξαν ηθοποιοί. Ο ίδιος βγήκε στη σκηνή σε ηλικία μόλις 17 ετών. Η γυναίκα του, η Άννα Χριστοφορίδου, ήταν και αυτή ηθοποιός.
περισσότερα για τον Περικλή Χριστοφορίδη
στην εκπομπή της ΕΡΤ: ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ

.

Γιώργος Γαβριηλίδης (1908-1982)
Ήταν σύζυγος της επίσης γνωστής ηθοποιού, Μαρίκας Κρεβατά. Όπως και στις ταινίες που έπαιζε, ήταν ένας γλυκός, διακριτικός άνθρωπος, με χιούμορ, φινέτσα και μεγάλη ευγένεια, ιδιαίτερα προς τις γυναίκες.
Έπαιζε συνήθως ρόλους εφοπλιστή, βιομηχάνου ή οποιοδήποτε άλλου πλούσιου. Μάλιστα, όπως έλεγε ο ίδιος με παράπονο, είχε χάσει πολλές δουλειές γιατί δεν μπορούσε να παίξει ρόλους φτωχού! «Χάνω πολλές δουλειές γιατί δεν έχω τριμμένο κοστούμι!» έλεγε χαριτολογώντας.
περισσότερα για τον Γιώργο Γαβριηλίδη στην εκπομπή της ΕΡΤ
ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ

.

Άρης Μαλιαγρός (1895-1984)
Άλλος ένας συμπαθής αριστοκράτης του ελληνικού κινηματογράφου. Η πρώτη του συμμετοχή σε ταινία χρονολογείται από το 1917! Χρησιμοποιήθηκε στον ελληνικό κινηματογράφο μετά το 1960 και καθιερώθηκε παίζοντας μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους του μπον βιβέρ αριστοκράτη με το μονόκλ. Η μεγάλη του καριέρα βέβαια ήταν η θεατρική μια και πρωταγωνίστησε για πολλά χρόνια στο Εθνικό Θέατρο.

ένας άνθρωπος που είχε πάνω του μαγνήτη…

24/09/2012

Δημήτρης Χορν (1921-1998)

Στα 1921 που γεννήθηκε ο Δημήτρης Χορν, η διαμάχη Βενιζελικών και Βασιλικών βρισκόταν σε μεγάλη οξύτητα.

Οι Χορν Βενιζελικοί, η Κυβέλη, η νουνά του νεογέννητου Βενιζελική. Η Ιερά Σύνοδος και ο παπάς που θα βάφτιζε τον Χορν, αντιβενιζελικοί… Ανεπίσημα, αλλά πολύ θετικά, ο άγιος Ελευθέριος είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα. Αποφυγή να δοθεί αυτό το όνομα σε βαφτιζόμενο. Όταν ο παπάς ρώτησε την Κυβέλη πώς θα ονομαστεί ο νεοφώτιστος, η Κυβέλη είπε:
-Δημήτριος – Ελευθέριος.
-Δεν επιτρέπει δύο ονόματα η Ιερά Σύνοδος, απάντησε ο παπάς. Ένα μόνο.
Κι η Κυβέλη, πεισματωμένη του είπε:
-Τότε Ελευθέριος!
Μπροστά στην επιμονή της νουνάς, ο παπάς συνεβιβάσθη.
-Καλά, για  χατίρι σας, βάλτε δύο: Δημήτριος – Ελευθέριος. Κι έτσι ο Χορν βαφτίστηκε Δημήτριος – Ελευθέριος.

ΚΩΣΤΗΣ ΜΠΑΣΤΙΑΣ
περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ, 1966
από το βιβλίο του Δ. Μπαγέρη «ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ»
Εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

Βγήκα στο θέατρο, γιατί μια μέρα τρώγαμε στο σπίτι μου κι ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τον μεσημεριανό του ύπνο. Μου λέει:
«Αχ, αύριο το μεσημέρι δε θα κοιμηθώ. Πρέπει να πάω στη Δραματική Σχολή». Ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Εισαγωγικών Εξετάσεων. «Μ’ έχουν βάλει Πρόεδρο στην Επιτροπή την Εξεταστική… Γι’ αυτούς που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί».
«Πού είναι αυτό;» 
«Εκεί στην οδό Στάικου».
Μια και δυο πηγαίνω εγώ, ήταν ο Συναδινός Διευθυντής στη σχολή, να υποβάλω μια αίτηση για να δώσω εισαγωγικές. Και μου λέει, έχει λήξει η προθεσμία, αλλά επειδή είσαι γιος του Παντελή θα κάνουμε μια εξαίρεση. Το είπα λοιπόν του πατέρα μου και μου λέει:
«Σ’ ευχαριστώ παιδί μου. Δε θα χάσω το μεσημεριανό μου ύπνο, διότι δε θα πάω. Δεν μπορώ να είμαι Πρόεδρος της Επιτροπής και να δίνεις εσύ εξετάσεις».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ
από συνέντευξή του στην Ι. Παπαντωνίου
από το βιβλίο του Δ. Μπαγέρη «ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ»
Εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

Για τη διαδικασία των εξετάσεων ο ίδιος ο Χορν διηγείται πως δεν πρόλαβε να πει τέσσερις πέντε στίχους και τον διέκοψαν λέγοντάς του «καλά, καλά, αρκεί». Έτσι έφυγε απογοητευμένος, έχοντας τη γνώμη πως δεν πέρασε. Την επόμενη μέρα όμως είδε στην οδό Σταδίου τον Βεάκη με τη γυναίκα του και ο Βεάκης του είπε: «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μας δρόσισες μέσα σ’ αυτή την ανομβρία». Έτσι έμαθε ότι πέρασε.

από διήγηση του Δημήτρη Χορν στην εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ


σκηνές από την ταινία του Α. Σακελλάριου «Αλίμονο στους νέους»

Ο πατέρας μου ήταν φίλος και με την Κυβέλη και με την Κοτοπούλη. Αυτές οι δύο μεγάλες πρωταγωνίστριες ήταν δύο βασίλεια εκείνη την εποχή. Και ο πόλεμος αναμεταξύ τους ήταν σκληρός και ατελείωτος. Ένας μικρότερης διάρκειας «πόλεμος των δύο ρόδων».
Οι διαφορές τους δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικές. Ήταν και πολιτικές. Η μία ήταν βασιλική, η άλλη ήταν βενιζελική. Οι πυροβολισμοί και οι μάχες ελάμβαναν χώρα στα θέατρά τους από φανατικούς θαυμαστές της τέχνης τους.
Εμένα οι γονείς μου με μεταχειριζόντουσαν για να εισέλθουν στα χαρακώματα των δύο στρατοπέδων σαν ένα είδος λευκής σημαίας. Η παρουσία ενός παιδιού, ε, πάντα καταλαγιάζει τα πάθη.
Με παίρνανε συχνά σε παραστάσεις. Ίσως κανένας συνομήλικός μου δεν είχε δει τόσο πολλά έργα και τόσο πολλούς ηθοποιούς.

Έζησα πολύ φτωχικά στα παιδικά μου χρόνια. Νομίζω πως έπαιξε ρόλο θετικό. Θυμάμαι ότι υπήρχε μια εποχή που τρυπούσαν τα παπούτσια μου και έβαζα χαρτόνια από τσιγάρα για να τα κλείσω. Πιστέψτε με, δε με έβλαψε σε τίποτα αυτό.

Παιχνίδια είχα πολλά. Μου έφερνε η νονά μου, η Κυβέλη. Όμως έπαιζα και πολύ στο δρόμο. Μπάλα, ξυλίκι…

Το ’45 πήγαμε τουρνέ, θίασος Μανωλίδου, Αρώνη, Χορν. Χάλασε κόσμο! Ο πρώτος θίασος που πήγε μετά τα Δεκεμβριανά. Η Αίγυπτος ήταν τότε χίλιες και μία νύχτες. Μετά την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά –πλούτος, βαμβάκια, πάμπλουτοι! Βασιλιάδες!
Έβγαλα έξι χιλιάδες λίρες! Τότε! Και γύρισα χρεωμένος χίλιες λίρες. Ρώτα να σου πουν για τη ζωή που έκανα, και μαζί με μένα κι όλοι, στην Αίγυπτο.

Η Έλλη Λαμπέτη. Ήταν μια καλή ηθοποιός, ήταν χαρά να παίζεις μαζί της. Είχε την ικανότητα να κάνει τα ασήμαντα σημαντικά.
Και αφόρητη ζηλιάρα. Δεν τολμούσα ούτε βλέμμα να ρίξω σε άλλη γυναίκα. Γινόταν χαλασμός. Ζήλευα κι εγώ ελεεινά. Ήμασταν μαζί επτά χρόνια. Όταν με άφησε, ήμουν ως ταύρος εν υαλοπωλείω. Πληγώθηκε ο εγωισμός μου.
Δεν μπορώ να πω πως δεν την αγάπησα. Και τη θαύμαζα πολύ σαν ηθοποιό. Αλλά δεν ήταν η γυναίκα της ζωής μου.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ
από αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ στον Δημήτρη Χορν

tz08a 
1946: Ο Δημήτρης Χορν ως Ντόριαν Γκρέι
(από το αρχείο του Θεοδόση Ισαακίδη)

Ένας από τους ρόλους που ο Χορν αγάπησε ιδιαίτερα ήταν ο τρελός από τη «Δωδεκάτη Νύχτα» του Σαίξπηρ, που είχε παίξει με το θίασο Μανωλίδου, Αρώνη, Χορν, όταν το 1945 είχαν πάει μια μεγάλη περιοδεία. Εκεί μου είχε πει ένα περιστατικό που πραγματικά δείχνει ότι μερικοί ρόλοι τον διαπερνούσαν. Εμφανίστηκε ο Άγγλος πρέσβης, έβγαλε το καπέλο του, υποκλίθηκε και του είπε: «Κύριε Χορν, αυτό που είδα απόψε σε σας με τον τρελό δεν το έχω δει ποτέ στην αγγλική σκηνή!»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΓΛΕΡΗΣ

Είχε κάνει η Μαρίκα Κοτοπούλη μια σχολή δραματική. Κι ήρθε η Έλλη Λαμπέτη να δώσει εξετάσεις. Κι υπήρχε μια αντιπάθεια. Μετά όταν συνεργαζόμασταν μαζί με τον Παππά είχαμε ένα έργο, τη «Βαθιά Γαλάζια Θάλασσα» που φιλιόμασταν. Κι εγώ δε χωνεύω αυτά τα ψεύτικα φιλιά πάνω στη σκηνή, φιλιόμασταν κι από κει ξεκίνησε ένας έρως.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ

Στην «Οδό Ονείρων» είχε αυτό το θείο τραγούδι το «Ηθοποιός σημαίνει φως» και κάθε βράδυ πηγαίναμε στην κουίντα να απολαύσουμε αυτή την ερμηνεία. Ποιος να φανταστεί ότι σ’ ένα τραγούδι μελωδικότατο θα μπορούσε και εκεί ο Δημήτρης Χορν να είναι τεράστιος… μεγάλος…
ΜΑΡΩ ΚΟΝΤΟΥ

Ο Χορν είχε μια αδυναμία στους παλιούς ηθοποιούς της επιθεώρησης, τους μπουλουκτσήδες. Αυτοί οι άνθρωποι που γύρναγαν την επαρχία, που έπαιζαν οι άνδρες όλους τους γυναικείους ρόλους. Αυτή η συμπάθεια μεταφράστηκε σε κάθε είδους συμπαράσταση όταν αργότερα βρέθηκαν να έχουν καταλήξει στην ψάθα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΓΛΕΡΗΣ

Είχε μεγάλη αδυναμία και μεγάλο θαυμασμό στον Καραμανλή. Βγαίνανε, τρώγανε μαζί, ο Καραμανλής, ο Χατζιδάκις, ο Μινωτής, αλλά τον Καραμανλή του είχε μία ιδιαίτερη αδυναμία και τρομερό θαυμασμό, δηλαδή δεν μπορούσες να πεις κουβέντα για τον Καραμανλή, ήτανε το ίνδαλμά του.
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΥ

Ηδονικό δεν ήταν μόνο όταν έπαιζες με τον Χορν. Ηδονικό ήταν και όταν τον παρατηρούσες, όντας επί σκηνής. Ένα περιστατικό από τον «Ερρίκο Δ΄» του Πιραντέλο, που παίζαμε στο Μουσούρη είναι η σκηνή που αυτός, περιστοιχισμένος από τους ανθρώπους που έχει φτιάξει για να υποδηλώνει το περιβάλλον του, τους διηγείται κάτι. Ήταν τέτοιος ο τρόπος και η μαγεία της στιγμής, όπου πέραν του ότι η πλατεία θα ‘λεγε κανείς πως είχε «αδειάσει», όχι βήχας και τέτοια, ούτε ανάσα δεν ακουγόταν. Αλλά και εμείς οι ίδιοι απάνω νομίζαμε ότι ήταν τόσο ζωντανά αυτά που πολλές φορές ξεχνιόμασταν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΓΛΕΡΗΣ

Την πρώτη φορά που ήμουνα στη σκηνή μαζί του συνειδητοποίησα ότι έπαψα να είμαι ηθοποιός και τον θαύμαζα, και πολλές φορές ξεχνούσα τις ατάκες τις ελάχιστες που είχα και θυμάμαι τον φίλο μου, τον Γεωγλερή, ο οποίος με σκούνταγε μονίμως για να τις πω, οπότε μια, δυο, τρεις, πέντε, δέκα, ο Χορν του λέει «Γιώργο, δεν τις λες εσύ;»

Φτάναμε στο θέατρο δυο τρεις ώρες πριν από την παράσταση και γινόταν απίστευτο γλέντι, γιατί όλοι το είχαν πάρει είδηση ότι εμείς φτάναμε νωρίς και ερχόταν όλος ο θίασος δυο τρεις ώρες πριν! Και γινόταν μες στο καμαρίνι ο ένας πάνω στον άλλον. Γέλια… τραγουδάγανε… και μισή ώρα πριν αρχίσει η παράσταση ακαριαία όλοι φεύγανε ως διά μαγείας γιατί βλέπανε στο μάτι του ότι τώρα πρέπει να ετοιμαστούμε για την παράσταση.
ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΙΣΑΑΚΙΔΗΣ

από την εκπομπή της ΕΡΤ
ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

Και βούτηξες τα λεφτά;
Τα βούτηξα!
Επιτέλους!

Είχαμε φθάσει ήδη στον Απρίλιο και ο θίασος μας άρχισε τις προετοιμασίες για την περιοδεία του στην Αίγυπτο πρώτα και κατόπιν στην Κύπρο. Πριν ξεκινήσουμε από την Αθήνα είχαμε ετοιμάσει επτά έργα, με πρόγραμμα να προετοιμάσουμε τα υπόλοιπα κατά τη διάρκεια της περιοδείας. Ο Χορν βρισκόταν στο μέσο του …τυφώνα. Ήταν εκείνος που πήρε στην πλάτη του το μεγαλύτερο βάρος του ογκώδους ρεπερτορίου. Λέω «ογκώδους» γιατί στις παραστάσεις που δώσαμε στο Κάιρο πρώτα και στη συνέχεια στην Αλεξάνδρεια, στην Κύπρο και πάλι στην Αίγυπτο, ανεβάσαμε συνολικά τριάντα δύο έργα!
Χαλκέντερος καθώς ήταν, τα έβγαζε πέρα μια χαρά. Όταν τελείωνε η παράσταση δε συνήθιζε να πέφτει αμέσως για ύπνο. Ξενυχτούσε, μερικές φορές ως τις μικρές πρωινές ώρες, με συντροφιά τους πιο αφοσιωμένους σ’ αυτόν ηθοποιούς του θιάσου, διηγούμενος ιστορίες και ανέκδοτα. Αλλά δεν τον άφηναν ήσυχο ούτε οι κοινωνικές του γνωριμίες, που ήσαν πολλές. Γιατί ο Χορν, κοντά σε όλα τ’ άλλα, είχε και το χάρισμα να δημιουργεί φίλους. Αφήνω τις θαυμάστριες που τον πολιορκούσαν κάθε βράδυ μετά την παράσταση.
Χρήματα βγάζαμε πολλά. Λέω «βγάζαμε» γιατί ο Χορν, εκτός απ’ το μισθό που έπαιρνε, είχε συμμετοχή και στα κέρδη της επιχείρησης. Όμως πώς τα κατάφερνε να βρίσκεται διαρκώς χωρίς χρήματα; Τα ξόδευε χαρίζοντας σε όσους ζητούσαν τη βοήθειά του. Πλήρωνε αυτός τα τραπεζώματα και τα κεράσματα σε όποια συντροφιά και αν βρισκόταν. Ήταν συγκεντρωμένος και μεθοδικός μόνο στους ρόλους που είχε να ερμηνεύσει πάνω στη σκηνή. Όταν κατέβαινε από τη σκηνή γινόταν σκορποχέρης και έξω από δω.

Ο Χορν αγάπησε τους ανθρώπους, τη ζωή, έκανε πολλούς φίλους, στους οποίους πολλαπλά συμπαραστάθηκε. Όμως και οι άνθρωποι τον αγάπησαν όχι μόνο για την υπέροχη τέχνη του αλλά και για την ανθρωπιά που κουβαλούσε μέσα του.
Όταν βρισκόταν με κάποια συντροφιά είτε την αποτελούσαν επώνυμα και σπουδαία πρόσωπα είτε απλοί ανώνυμοι φίλοι, εκείνος ήταν το κέντρο της. Κρεμόντουσαν όλοι απ’ τα χείλη του. Νόμιζες πως είχε κάποιον μαγνήτη που τραβούσε τον κόσμο γύρω του.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΡΙΤΑΣ

από το βιβλίο του «Όπως τους γνώρισα», Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
από το αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ στον Δ. Χορν

Θυμάμαι όταν έπαιζε με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή στο «Ταξίδι Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα» στο Εθνικό, που πήγα και τον είδα και ομολογώ συγκλονίστηκα -δεν έχω συγκλονιστεί έτσι στη ζωή μου, παρά μόνο με τη Λαμπέτη στη «Δεσποινίδα Μαργαρίτα»,  με την Κάλας και ίσως με τον Νουρέγιεφ-, πήγα στο καμαρίνι και δεν μπορούσα να του μιλήσω από τη συγκίνηση και το κατάλαβε ο άνθρωπος γιατί περάσαν κάποια λεπτά που… κρατιόμουνα και γύρισε και μου είπε: «Για κάτι τέτοιες στιγμές ζούμε εμείς οι ηθοποιοί».
NONIKA ΓΑΛΗΝΕΑ

Δεν μπορούσε την επανάληψη, ήτανε δύστυχος μετά τις πρώτες τριάντα παραστάσεις, του ήτανε αδύνατον… ήτανε πια ένα άγχος… ήταν πέρα από τη βαρεμάρα… το θεωρούσε καταναγκαστικά έργα και δεν το άντεχε αυτό. Μια μέρα πήγα και του είπα, σε παρακαλώ, Τάκη, μήπως μπορείς να μιλήσεις στον Μακρίδη -επειδή ήμουνα στο ξεκίνημα της δουλειάς μου- γιατί μαθαίνω ότι θα ανέβει μια παράσταση στο Μετροπόλιταν, θα τη σκηνοθετήσει ο Μινωτής, τα Μεγάλα Χρόνια, στο ρόλο του Σολωμού ο Αλεξανδράκης, ένα έργο του Ρούσου, μήπως μπορείς να μου κλείσεις ένα ραντεβού για να πάω να τον δω, γιατί θα με ενδιέφερε πολύ αυτή η δουλειά. Μου λέει όχι. Του λέω, τι όχι, δεν μπορείς να του τηλεφωνήσεις; Μου λέει όχι. Γιατί; Μου λέει γιατί είσαι ψώνιο. Με αγάπη μου το ‘πε. Του λέω δεν είμαι ψώνιο. Μου λέει είσαι, γιατί τώρα καλοκαιριάτικα θέλεις να πας να δουλέψεις. Γιατί δεν πας μια βόλτα με το κότερο της μαμάς σου;
ΝΟΝΙΚΑ ΓΑΛΗΝΕΑ

από την εκπομπή της Ε. Κυριακοπούλου
ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ

ένα σπάνιο ταλέντο που …αναδύθηκε στην Ελλάδα

18/09/2012

EllieLambeti
Έλλη Λαμπέτη (1926-1983)

“Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο”, λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.
Ήταν μια σκηνή στον “Γυάλινο κόσμο” όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: “Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:
“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα”.
Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:
“Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό” λέει ο Σικελιανός. “Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου”.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ”
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Η Έλλη Λαμπέτη λέει το εκφραστικότερο “Σ’ αγαπώ” στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου

page131_1

μαρτυρίες για την Έλλη Λαμπέτη:

Την Έλλη τη γνώρισα στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη. Τον καιρό της Κατοχής. Τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι της κυρίας Μαρίκας και στο θέατρο Ρεξ. Η Κοτοπούλη είχε πει σ’ όλους τους μαθητές, όποιος θέλει, πέρα από τις τακτές ημέρες και ώρες των μαθημάτων, να πηγαίνει στο σπίτι της και να κάνει πρόβες στα θεατρικά κείμενα που μας είχε μοιράσει. Σ’ αυτές τις επισκέψεις οι πιο τακτικές ήμασταν η Έλλη κι εγώ. Κι όχι απλώς τακτικές, πηγαίναμε κάθε μέρα. Και το χαιρότανε η Μαρίκα. Μας είχε δώσει Ηλέκτρα και Εκάβη. Κι έκανα εγώ Εκάβη κι η Έλλη Πολυξένη. Αλλά τι Πολυξένη ήταν αυτή! Η Έλλη ήταν συγκλονιστική. Η Μαρίκα συγκλονίζονταν από την Έλλη και την ερμηνεία της. Τέλειωνε η Έλλη και γινόταν  ένα μικρό διαλειμματάκι, μια παυσούλα μικρή κι ακουγόταν η Μαρίκα: «μπράβο σου, παιδί μου!… μπράβο πουλάκι μου, καρδούλα μου!»
ΟΛΥΜΠΙΑ ΠΑΠΑΔΟΥΚΑ

από την εκπομπή του Φ. Γερμανού
ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ (α΄ μέρος)

Η Μαρίκα Κοτοπούλη είχε πάθος μαζί μου κι ήθελε να με υιοθετήσει. Και μόνο που μου το ‘λεγε ντρεπόμουνα να δω τη μαμά μου. Η Μαρίκα η Κοτοπούλη, μια τέτοια μεγάλη και διακεκριμένη καλλιτέχνις. Η ιδέα πως κάποιος σκέφτεται ότι θα μπορούσα να αλλάξω τη μαμά μου ήταν για μένα… ένιωθα ένοχη.. δεν την άλλαζα, όχι με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ούτε με την Παναγία.
ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ  

Στο πρώτο έργο που συμμετείχε η Έλλη Λαμπέτη ήταν το «Η Χάνελε πάει στον Παράδεισο», στα 1942 στο θέατρο Ρεξ. Το έργο είχε μία σκηνή που ήθελε την Έλλη να αναδύεται μέσα απ’ το φέρετρό της. Το πιο απλό βέβαια θα ήταν να πιαστεί με τα δυο της χέρια από τις δυο άκρες της κάσας και να σηκωθεί. Αυτό θα έκανε ένας οποιοσδήποτε άλλος ηθοποιός. Στην Έλλη όμως είχε εντυπωθεί εκείνη η λεπτομέρεια, εκείνη η φράση του συγγραφέα «αναδύεται». Έπρεπε να αναδυθεί. Έτσι για πολλές μέρες, ίσως για πολλές εβδομάδες, ολομόναχη στο σπίτι της, χωρίς να το ξέρει κανείς, έκανε ατελείωτες πρόβες, γυμνάζοντας τους κοιλιακούς της μυς, για να μπορεί να σηκώνεται μέσα από το ξύλινο κουτί, χωρίς ν’ ακουμπάει πουθενά. Και το πέτυχε. Στην πρεμιέρα όλοι -γιατί κανείς δεν το ήξερε, ούτε ο σκηνοθέτης, ούτε η Μαρίκα Κοτοπούλη που ήταν η αγαπημένη της δασκάλα- είδαν εκείνο λυγερό και ντελικάτο πλάσμα να βγαίνει μέσα από το φέρετρο σαν ξωτικό, σαν πάχνη, σαν σύννεφο… αναδυόταν.
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ  

Θυμάμαι όταν ακόμα ήμουνα στη σχολή είχα διαβάσει κάτι που είχε πει η Λαμπέτη, που μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση, ότι «όταν έχω ένα καινούριο ρόλο φοβάμαι όταν περπατάω στο δρόμο μήπως με χτυπήσει κανένα αυτοκίνητο και δεν προλάβω να τον δείξω στο κοινό».

Από το «Λεωφορείον ο Πόθος», θυμάμαι μια εικόνα που, φαντάζομαι, κανείς που έχει δει την παράσταση δε θα την ξεχάσει μέχρι να πεθάνει. Είναι η στιγμή που ανοίγει το παράθυρο και θέλει να φωνάξει «βοήθεια». Είναι ένας άνθρωπος μόνος, κι όμως ξέρει ότι αν φωνάξει «βοήθεια» δε θ’ ανοίξει κανένα απ’ τα γειτονικά παράθυρα και γι’ αυτό φωνάζει «φωτιά». Γιατί ξέρει ότι έτσι θα ενδιαφερθούν οι γείτονες μήπως και αρπάξει το δικό τους σπίτι. Και αυτό το «φωτιά, φωτιά» ήταν κάτι το σπαρακτικό, ήταν κάτι που έδινε όλη την αγωνία, το άγχος του ανθρώπου του μόνου, του ανθρώπου που… καίγεται. Δεν υπήρξε μία παράσταση που να μην είμαι στην κουίντα για να δω αυτό το «φωτιά». Μέχρι που έκανα χάσμα να βγω στην επόμενη και από τότε με απαγόρευσε να κάθομαι στις κουίντες…
ΝΙΚΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ

Μας είχαν καλέσει στην Φοξ, είχαμε πάει μαζί στο Χόλιγουντ, για να της προτείνουν να συμπρωταγωνιστήσει με τον Γκρέγκορι Πεκ στην ταινία, «Οι 7 μέρες του Μάη» (τελικά στην ταινία αυτή έπαιξαν οι Μπαρτ Λάνκαστερ και Κερκ Ντάγκλας), και ήταν όλοι οι διευθυντές εκεί πέρα και της έλεγαν, σας παρακαλούμε, σας θέλουμε, θέλετε πολυετές συμβόλαιο; Θέλετε για μία ταινία; Γύριζε συνέχεια και μου έλεγε, «δεν είμαστε καλά τώρα», μα, της έλεγα είναι σοβαρό το πράγμα, η ταινία θα αρχίσει σε τρεις μήνες. «Και εγώ με το θέατρο στην Ελλάδα τι θα κάνω;»
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ  

από την εκπομπή του Φ. Γερμανού
ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ (β΄ μέρος)

«Η Κοτοπούλη και τα γράμματα του Δραγούμη»

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται τις πρόβες από τον πρώτο της ρόλο:

Κι ήρθε κάποτε η ώρα να δοκιμαστούμε σ’ ένα αληθινό έργο. Παίζαμε τους Φοιτητές του Ξενόπουλου. Μου είχαν δώσει και μένα, με πολλή περιφρόνηση, ένα ρόλο. Κι απ’ την πρώτη μου φράση: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;» κατάλαβα γύρω μου μια ανατριχίλα. Απ’ τη σιωπή που άκουσα, κατάλαβα… Κι αμέσως βρέθηκα σαν ψάρι στο νερό. Λέει ο Μπαστιάς στη Μαρίκα μετά: «Αυτή είναι μεγάλο ταλέντο». Κι έρχεται εκείνη και με βάζει να το πω πάλι. Κι ύστερα πάλι και πάλι, μ’ έβαζε να το λέω σ’ όλους: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;». Ένιωθα λίγο σαν τον Καραγκιόζη που τον περιφέρεις για να κάνεις θέαμα.
Αργότερα μ’ έβαζε να επαναλαμβάνω το ρόλο της Πολυξένης από την Εκάβη, όταν της αναγγέλλουν ότι θα πεθάνει. Εκείνον τον καταπληκτικό μονόλογο: «Ω, κακό πώπαθες, βαριόμοιρη μάνα, τα βάσανα ζωσμένη…». Βλέπεις, δεν λέει «τι έπαθα», λέει στη μάνα της «τι έπαθες»! Αυτόν τον ρόλο μας είχε δώσει να τον μάθουμε όλα τα κορίτσια. Κι όταν ήρθε η σειρά μου να το πω με τα πρώτα λόγια «ω κακό πώπαθες», αρχίζουν να τρέχουν από δω κάτι ζεστά στα μάγουλά μου – δάκρυα!… Δεν έκλαιγα, δεν ήταν όπως όταν κλαίμε, που το κλάμα βγαίνει απ’ το στήθος, απλούστατα έτρεχαν τα δάκρυα… «Θα πιω και πάλι, ωστόσο…» και είπα το κομμάτι κι όλοι κλαίγανε.
Την είχα δει από πριν, την ώρα που έπαιζα. Η Μαρίκα καθόταν σε μιαν άκρη της αίθουσας και απολάμβανε. Κι όταν τελείωσα, την άκουγα που είπε σαν να μονολογούσε: «Τι είσαι εσύ!»… Κι έπεσαν όλοι επάνω μου και γω έτρεμα απ’ τη συγκίνηση κι εκείνη καμάρωνε.
Με παίρνει λοιπόν παράμερα και μου λέει: «Αύριο στις 11 το πρωί θα είσαι στο σπίτι μου – θα σου διαβάσω τα γράμματα του Δραγούμη». Θα το ‘χεις ακούσει πως η Μαρίκα κι ο Δραγούμης ήταν ερωτευμένοι. Και της ήρθε να το πει αυτό σ’ ένα κοριτσάκι! Ξαφνιάστηκα· όμως από ένστικτο κατάλαβα πως ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει: να μου εκμυστηρευτεί τα μύχια της.
Τελοσπάντων, δεν μου διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα· ώσπου να πάω στο σπίτι της το είχε ξεχάσει. Τελικά τα βρήκα εγώ αργότερα και τα διάβασα. Πραγματικά ο Δραγούμης την αγαπούσε πάρα πολύ· ήταν μια σοφή γυναίκα, αν και χαμένη κι αυτή – θέλω να πω δεν είχε αξιοποιήσει απόλυτα το ταλέντο της.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


Η Μαρίκα Κοτοπούλη απονέμει στην Έλλη Λαμπέτη το Έπαθλο Κοτοπούλη
(17 Δεκεμβρίου 1951)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

η αρρώστια της

Θα μπορούσε να ‘ναι μια τσακισμένη γυναίκα, έτσι όπως γυρίζει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980 με καμένα τα σπλάγχνα από τις ακτίνες λέιζερ και με παράλυτη τη μια φωνητική της χορδή. Και βέβαια, μ’ ένα γυμνό κρανίο, που θα ‘ναι αναγκασμένη να το κουκουλώνει απ’ εδώ και μπρος μ’ ένα μάλλινο σκούφο -ώσπου να βγουν πάλι τα μαλλιά της.
Τι ειρωνεία αλήθεια: “Για δυο πράματα καμάρωνα πάντα στη ζωή μου” θα πει κάποια στιγμή στην Ελλάδα. “Το στήθος μου και τα μαλλιά μου. Τα ‘χασα μέσα σε δέκα χρόνια και τα δυο”.
Τα ‘χασε όλα εκτός από τη δύναμή της – αυτό το αόρατο ατσάλι που κρύβει μέσα της και την κρατάει όρθια στις δύσκολες ώρες. Ακόμα και με πυρπολημένα σωθικά, κάνει πάλι θεατρικά σχέδια για τον χειμώνα.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Έπαιζε άρρωστη…
Έπαιζε άρρωστη, χωρίς να μιλάει…
Στο τέλος, ναι, όλα αυτά… και… επειδή μιλάμε για την τελευταία περίοδο -είχε χάσει τα μαλλιά της στο τέλος- και όλοι περίμεναν ή όλοι φαντάζονταν ότι θα είχε συντριβεί με αυτό το πράγμα. Η Έλλη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε το κρανίο της, μου λέει: “ήμουν σαν κούρος και είπα μέσα μου: μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες…” Αυτά δεν είναι ενδεικτικά μιας γυναίκας διαφορετικής απ’ τις άλλες;

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

Τελευταίος της ρόλος αυτός της κωφάλαλης Σάρας.

Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό. Πρέπει να μυηθεί και στη γλώσσα των κωφαλάλων: “Θέλω να την μάθω τέλεια” λέει σε μια ειδική δασκάλα που ανακαλύπτει στη Βασιλίσσης Σοφίας. “Θέλω οι κωφάλαλοι που θα με βλέπουν απ’ την πλατεία να ξεχνάνε πως είμαι θεατρίνα και να νομίζουν πως είμαι κι εγώ κωφάλαλη!.
Το πάθος της λεπτομέρειας που την βασανίζει απ’ τα δεκάξι της χρόνια, όταν αναδυόταν από το φέρετρο της Χάννελε, την κυνηγάει και τώρα στην τελευταία παράσταση της ζωής της:
“Θα χρειαστούμε τουλάχιστον ένα χρόνο”.
“Σας δίνω ένα μήνα!” απαντάει τελεσιγραφικά η Λαμπέτη.

Η πρεμιέρα της “Σάρας” είναι ένας ρωμαϊκός θρίαμβος. Οι θεατές χειροκροτούν όρθιοι, για κάμποση ώρα, αυτή την νικήτρια ενός άγριου Κολοσσαίου που υποκλίνεται τώρα μπροστά τους πιο λαμπερή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Moritura te salutat.

Το έργο ανεβαίνει τον Μάρτη του 1981 και θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα. Να μαντεύει άραγε η Αθήνα ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει τη Χάννελε πριν πάει στον Παράδεισο; Πάντως τίποτε στην όψη της δεν το δείχνει: “Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως θέατρο” της λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ο Λυκούργος Καλλέργης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Ήταν μια ύπαρξη απλή, αιθέρια, σαγηνευτική, με μια βαθύτατη όμως πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε το θέατρο και την υποκριτική τέχνη.

Αργούσε συχνά στην πρόβα. Όταν έφτανε, καθόταν ανέμελα σε μια καρέκλα, χωρίς να τραβήξει καλά την κοντή φούστα της. Άφηνε -άθελά της, φαντάζομαι- να φαίνονται τα όμορφα πόδια της. Αυτό, βέβαια, δημιουργούσε κάποια προβλήματα στα μάτια των ανδρών του θιάσου. Αλλά αυτό το εξηγεί η ίδια στο βιβλίο της. Ήταν, όπως λέει, και χορεύτρια, και οι χορεύτριες, πάντα συνηθίζουν ν’ αφήνουν τα πόδια τους γυμνά. Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί.

Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο.
Κι όμως, όσο απλή, φευγαλέα και ακαθόριστη ήταν στη ζωή, πάνω στη σκηνή έπαιρνε μια εντελώς άλλη διάσταση. Γινόταν ένα πλάσμα αγγελικό, ανάλαφρο, γοητευτικό και με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Μετουσιωνόταν στον κάθε ρόλο που ερμήνευε και μάγευε το κοινό με την παρουσία της.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

 «Οι Βερσαλίες με τα Βίλια»

Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για τον έρωτά της με τον Δημήτρη Χορν:

Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: «Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια». Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

 


Έλλη Λαμπέτη – Τάκης Χορν (Βροχοποιός, 1956)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

«Ένα τραγικό γεγονός»

Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.
Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.
Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το «εν ψυχρώ». Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


Έλλη Λαμπέτη («Αντιγόνη» του Ανούιγ, Θέατρο Τέχνης 1947)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

σκληρή με τον εαυτό της

Η σχέση της με το θέατρο ήταν ιερή, και το λέω αυτό γιατί… ενώ ήταν πάρα πολύ ανθρώπινη, αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο, κάποτε σε μία σκηνή στην Κληρονόμο, ενώ ανεβαίνει -είναι η τελευταία σκηνή του έργου- ανεβαίνει τις σκάλες κρατώντας ένα κηροπήγιο και ο άταχτος εραστής χτυπάει την πόρτα και εκείνη δεν ανοίγει γιατί θέλει να κρατηθεί στην περηφάνια της, εκείνη τη στιγμή, στη σκηνή εκείνη, μία ταξιθέτρια άνοιγε απότομα την κουρτίνα και μία λεπίδα από φως έπεφτε απότομα επάνω στο ημίφως της σκηνής και της κατέστρεφε τη σκηνή. Και μου έλεγε η Έλλη ότι ήταν σα μια λεπίδα να με έκοβε στα δύο…
Λαιμητόμος…
Ναι, ναι, μια λαιμητόμος, και ζήτησε τελείως αντισυναδελφικά να απολυθεί η ταξιθέτρια.
Σκληρό…
Σκληρό, πολύ σκληρό… Αυτά όμως εν ονόματι του θεάτρου, εν ονόματι του ρόλου της, εν ονόματι αυτού που υπηρετούσε, της θρησκείας της. Απελύθη η ταξιθέτρια. Μετά από 15 μέρες ζήτησε η ίδια η Έλλη να την πάρουν πίσω, ζήτησε από τον Μουσούρη που ήταν ο εργοδότης να πληρωθούν τα μεροκάματά της και πήγε και σπίτι της και της έκανε ένα δώρο…
Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση…

Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους. Όταν ανέβασε τη “Μικρή μας Πόλη” που ήταν ένα πολύ ωραίο έργο, παίχτηκε τελευταία, του Θόρντον Γουάιλντερ, ήταν μεγάλη αποτυχία, εδώ είναι το μυστήριο, δηλαδή σε δέκα μέρες μέσα έπρεπε το έργο να κατέβει και της λένε: πρέπει να το κατεβάσουμε, και είπε εντάξει, θα ανεβάσουμε “Το ανοιξιάτικο τραγούδι” του Τζων Βαν Ντρούτεν… και κάποια στιγμή, λίγο πριν κατέβει το έργο, έρχεται ο Ψαθάς, να δει το έργο, ο Ψαθάς τότε ήταν η ηλεκτρονική δύναμη του Τύπου, δηλαδή όταν το έγραφε ο Ψαθάς ήταν σα να λέμε σήμερα…

Σα να λέμε σήμερα για ποιον;
…Το ‘πε η τηλεόραση…

Μάλιστα.
Κάτι τέτοιο… Και ο Ψαθάς, αυτός ο πολύ τραχύς εισαγγελέας του ελληνικού Τύπου, δάκρυσε σε μία μάλιστα σκηνή που λέει: “αυτά που ζήσαμε τι κρίμα που δεν καταλαβαίναμε τότε τι αξία είχαν”, μία πραγματικά πολύ δυνατή σκηνή… και γράφει ένα χρονογράφημα – ύμνο την άλλη μέρα. Και αμέσως οι εισπράξεις ανεβαίνουν κάθετα. Και γίνεται ΤΟ πρώτο θέατρο. Και κρατάει αυτό για μέρες. Και βεβαίως όλοι περιμένουν ότι η Έλλη θα αλλάξει γραμμή και θα κρατήσει το έργο… και συνεχίζει τις πρόβες κι όταν την ρωτάνε: μα γιατί, αφού το έργο πάει τόσο καλά; λέει: αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση και το κράτησε ο Ψαθάς τότε πρέπει το έργο να κατέβει…

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

Ούτε έναν!

Για τη σκληρότητα όμως, την είχε… ακόμα και σε πρόσωπα πολύ διάσημα και επώνυμα… στον Καραμανλή φερ’ ειπείν… κάποτε όταν της τον είχε συστήσει περιχαρής ο Χορν, γύρω στο ’57 – ’58, και της είπε ο Καραμανλής ότι, ξέρετε, εγώ… επί των ημερών μου, είναι μόνο 800 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές, του λέει η Λαμπέτη: “Δεν ντρέπεστε που το λέτε; 800 πολιτικοί κρατούμενοι! Ούτε έναν δεν έπρεπε να έχετε!” Και ο Χορν, βεβαίως, χλώμιασε.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

 

Και τελειώνουμε με ένα σπάνιο ντοκουμέντο από μια παράσταση του έργου «Δεσποινίς Μαργαρίτα» που ανέβασε η Έλλη Λαμπέτη στα 1975. Στο διάστημα 2΄ και 40΄΄ μέχρι 6΄ και 08΄΄ μπορείτε να πάρετε μια ιδέα από το θεατρικό ταλέντο της Έλλης Λαμπέτη. Ενδιαφέρον όμως έχει και η συνέχεια όπου η Λαμπέτη συνομιλεί για την παράσταση με φίλους και θαυμαστές της.

από το http://www.youtube.com/watch?v=kscwGTwY1rw

Μις …Σπεράντζα

16/09/2012

Σπεράντζα Βρανά (1928-2009)

απλώς πεινούσα

Η Σπεράντζα Βρανά θυμάται την πείνα που πέρασε την περίοδο της Κατοχής.

Ήταν χειμώνας του 40-41. Τι εποχή, Θεέ μου! Πόλεμος, συσκότιση, βόμβες, πείνα! Το ψωμί είχε γίνει 30 δράμια το άτομο, κι αυτό μπομπότα. Θυμάμαι που σηκωνόμουνα στις 3 τη νύχτα και πήγαινα στην ουρά, περίμενα μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, κι όταν έπαιρνα τις δυο μερίδες, ώσπου να βγω απ’ τον φούρνο είχα φάει την μερίδα μου, και το υπόλοιπο το ‘κρυβα κάτω από την ποδιά μου, μη μου το κλέψουνε ώσπου να πάω σπίτι μου να το δώσω της μαμάς μου.
-Φάτο παιδί μου κι αυτό, μου ‘λεγε κοιτάζοντάς με καλά – καλά.
Δεν ξέχασα ποτέ στη ζωή μου εκείνο το βλέμμα της.
-Φάτο κι αυτό.
Κι εκείνη; Τίποτα. Δεν έτρωγε τίποτα, για να το φάω εγώ. Κι εγώ το ‘τρωγα πεινασμένη καθώς ήμουνα, χωρίς να καταλαβαίνω ότι κι εκείνη πεινούσε, αλλά το ‘κανε για μένα. Ήμουνα εγωίστρια; Ήμουνα άπονη; Ήμουνα ανόητη; Μα αφού την αγαπούσα! Μπα, απλώς πεινούσα.  

ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ «ΤΟΛΜΩ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

τελικά δεν το γλύτωσε… 

Μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι ελληνικοί θίασοι έκαναν συχνά τουρνέ στην Αίγυπτο όπου άκμαζε η ελληνική παροικία. Κάποιες φορές οι θίασοι έφταναν μέχρι το Χαρτούμ του Σουδάν όπου επίσης υπήρχαν αρκετοί Έλληνες. Σε μια τέτοια περιοδεία η Σπεράντζα Βρανά γνώρισε στο Χαρτούμ έναν πλούσιο Αγγλοεβραίο.

Την άλλη μέρα είπε πως θα ‘ρθει να με πάρει απ’ το σπίτι, για να μου αγοράσει ένα δώρο. Μέναμε σε μια ωραία βίλα, είχε τέσσερα δωμάτια, τα δύο βλέπανε στο δρόμο και τ’ άλλα δύο από μέσα στον κήπο. Στην πόρτα φύλαγε ένας αράπης, που είχε εντολή απ’ τον Παγουλάτο να μην μπαίνει μέσα ούτε αρσενικός γάτος. Κορνάρισε λοιπόν απέξω ο Άιζεκ, κι εγώ πήρα και την Μπέμπα μαζί μου για παρέα. Μας πήγε σ’ ένα «Μπιζιουτέ» και μου πήρε μια χρυσή βέρα στολισμένη με διαμάντια. Έχει την σημασία του, μου είπε, και μου την πέρασε στο δάχτυλο. Ένιωσα σαν κάποιο φόβο. Ωχ, πρώτο δώρο χρυσή βέρα, δεν το γλύτωνα το πήδημα.

ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ «ΤΟΛΜΩ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Μις… όχι μόνο της ομορφιάς

Η Σπεράντζα Βρανά θυμάται πώς συνειδητοποίησε πως αρέσει στους άντρες.

Στη νέα επιθεώρηση έκανα τις «Δυο καρδιές» με την Μπέμπα Δόξα. Το νούμερο είχε γραφτεί για τη Βλαχοπούλου και την Μπελίντα, αλλά δεν το θέλανε και το δώσανε σε μας. Φυσικά η Μπέμπα στην αρχή αρνήθηκε να κάνει ντουέτο μαζί μου, γιατί εκείνη ήταν ήδη πρωταγωνίστρια, ενώ εγώ ακόμα δεν ήμουν, πολύ περισσότερο που θα είχα και το αβανταδόρικο μέρος στο νούμερο λόγω μαγκιάς! Τελικά με το ζόρι δέχτηκε, και το νούμερο είχε πολύ μεγάλη επιτυχία, αφού κάναμε και δύο μπιζ! Ήμαστε κι οι δυο πολύ ωραία ντυμένες!  Ήταν το πρώτο κοστούμι που μου είχε φτιάξει ο Σκαλιντώ, κι ήταν έξοχο! Τότε για πρώτη φορά άρχισα να συνειδητοποιώ το πόσο άρεσα σαν γυναίκα! Άρχισαν να με τριγυρίζουν οι «αδερφές» και να μου φέρνουν τα τεκνά τους για να με γνωρίσουν, γιατί αυτά τους το ζητούσαν! Είχα γίνει η ρενομέ γκόμενα του θεάτρου, οι άντρες, ιδίως οι νεαροί, τρελαινόντουσαν για μένα κι η μαλακία έπεφτε λεφούσι για πάρτη μου! Ναι μη γελάς. Αφού ο Μπουρνέλης με έλεγε: «Μις Μαλακία», κι η κυρά Σταμάτα, η καθαρίστρια του «Ακροπόλ», μάζευε σωρό τις καπότες κάθε πρωί από τις τουαλέτες! Υπήρχε βέβαια και μια μικρή μερίδα αντρών που δεν ήμουνα ο τύπος τους, ήσαν αυτοί πους άρεσε η πολύ φίνα γυναίκα χωρίς πιασίματα, που εγώ τα είχα μπόλικα, εδώ που τα λέμε!

ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ «ΤΟΛΜΩ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Κι ήρθε η τζενεράλε, δηλαδή η τελευταία πρόβα, που έγινε με τα κοστούμια! Ο Μουζάκης, μετά το σόλο μου, κούνησε το κεφάλι του και μου είπε:
-Μην περιμένεις πολύ χειροκρότημα, σ’ αυτό το νούμερο!
Τρόμαξα.
-Γιατί, μαέστρο; δεν είναι καλό; ρώτησα.
-Μωρέ πολύ ωραίο είναι, και άκρως σεξουαλικό, γι’ αυτό σου λέω ποιοι θα σε χειροκροτήσουνε; οι άντρες όταν βγαίνεις βάζουν το χέρι στην τσέπη και πιάνουν το πουλί τους, εκτός πια κι αν είναι γεμάτο το θέατρο από αδερφές και γυναίκες ασυνόδευτες!

ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ «ΤΟΛΜΩ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Τελικά την χειροκρότησαν την Σπεράντζα, και με το παραπάνω, γιατί η Σπεράντζα, εκτός από έντονη σεξουαλικότητα, διέθετε και σπάνιο ταλέντο όπως αποδεικνύεται και από την επόμενη διήγηση, που αναφέρεται σε μια από τις πρώτες της επιτυχίες στο θέατρο, την περίοδο 1955-56

δεν υπάρχει μεγαλύτερη πουτάνα απ’ το κοινό!

Ήταν ένα όνειρο, κι ήμουν εγώ που άκουγα τα «μπράβο», κι ήμουν εγώ που άκουγα τα «μπιζ». Είμαι πάνω στη σκηνή, μούσκεμα στον ιδρώτα, μετά από τέσσερα μπιζ. Είναι απ’ την αγωνία μου; Είναι απ’ τη χαρά μου; Είναι απ’ τον απόηχο της φράσης που μου τρυπάει τα στήθια και χώνεται στην καρδιά μου κι εκεί καταλαγιάζει;… «Πες μας κάτι δικό σου». Κάτι απ’ όλα! Ίσως όλα μαζί… και στέκω ακίνητη, αναποφάσιστη, δεν ξέρω τι να κάνω, και θέλω να κλάψω, να μπήξω γοερές κραυγές. Κοίτα τους, όρθιοι φωνάζουν να τους πω κάτι. «Κάτι δικό μου!» Δικό μου; Τι δικό μου, δηλαδή; Ο μαέστρος μου κάνει νόημα, κι ο Καστρινός απ’ την κουίντα μου φωνάζει: «Μόνη σου στην πασαρέλα». Διώχνει τα’ αγόρια που με πλαισιώνουν… μένω μόνη, ο Μουζάκης μου πετάει το κομπολογάκι, τ’ αρπάζω στον αέρα και προχωρώ στην πασαρέλα. Τα πόδια μου τρέμουνε, δεν το δείχνω, προχωρώ όσο γίνεται πιο σταθερά, γελώντας με κείνο το γέλιο μου που ξέρω πόσο ζεστά φτάνει κάτω στην πλατεία. .. Με κοιτάνε όρθιοι, αμίλητοι, ο Μουζάκης μια «στραπάτα» στο πιάνο. Κι αρχίζω με τη βραχνή φωνή μου χωρίς μικρόφωνο να τραγουδάω:

Απόψε είναι πια για μας, η νύχτα η τελευταία
απόψε μείνε ως το πρωί και κάνε μου παρέα
Και…  Απόψε φίλα με… αρχίζουν και τραγουδάνε σιγά σιγά μαζί μου…
Κι αγκάλιασε με
…  -πιο δυνατά- αύριο φεύγω, λησμόνησε με

και χορεύω μόνη μου στην πασαρέλα, με το κομπολογάκι μου και γίνεται ο… χαμός! Κι είμαι εγώ μόνη μου κι είναι το κοινό της επίσημης πρεμιέρας που με αποθεώνει, κι είναι οι θεατρικοί κριτικοί, κι είναι ο Αχ. Μαμάκης, ο Κοκκινάκης, ο Μελάς κι είναι… κι είναι, μα είναι ο κόσμος, κι εγώ μόνη μου απολαμβάνω μεθυσμένη από χαρά κι αγαλλίαση όλο αυτό το… ουρλιαχτό και… ντρέπομαι, μου ‘ρχεται να τους φωνάξω «Μην κάνετε έτσι, δεν τ’ αξίζω», αλλά όχι, κάτι κλοτσάει μέσα μου, και βέβαια τ΄ αξίζεις, μην είσαι χαζή… και συνέρχομαι και κλείνω στην καρδιά μου όλα τα ζήτω, όλα τα μπράβο κι όλα τα «είσαι μοναδική», κι όλα τα μπιζ, κι όλα τα έξαλλα χειροκροτήματα… κι είναι δικά μου… ΔΙΚΑ ΜΟΥ… Βρίσκομαι στην κορυφή μου… Αχ εμείς οι θεατρίνοι, τι ανόητοι αισθηματίες που είμαστε! Ναι… παίρνουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα μας δίνει το κοινό, που εκείνη τη στιγμή που μας αποθεώνει, εμείς νομίζουμε ότι το… κατακτήσαμε, ότι είναι δικό μας, και μόνο ΔΙΚΟ ΜΑΣ. Όμως το ίδιο το κοινό, ύστερα από λίγο, ή μπορεί την άλλη μέρα, με τον ίδιο ενθουσιασμό θα αποθεώσει κάποιον άλλο, και μετά κάποια άλλη, κι ύστερα άλλον, κι άλλον. Το κοινό που μας πλανεύει με το έξαλλο χειροκρότημά του, με τα μπράβο του και τα ζήτω του, και μας κάνει και τρελαινόμαστε και γινόμαστε σκλάβοι του, και τελικά εκείνο μας κατακτά, κι όχι εμείς εκείνο… Ε, λοιπόν, δεν υπάρχει μεγαλύτερη… πουτάνα απ’ το κοινό!

ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ «Ο ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΒΟ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

Η ποιότητα της εικόνας δεν είναι καλή αλλά είναι ίσως το μοναδικό απόσπασμα στο youtube, από το οποίο αναδεικνύονται όλα τα προσόντα της Σπεράντζας. 

Η Σπεράντζα Βρανά πέθανε πριν δει το όνειρό της να γίνεται πραγματικότητα, πριν δει το βιβλίο της «Τολμώ» να γίνεται τηλεοπτική σειρά. Η ιδέα τελικά ναυάγησε αν και η ίδια η Σπεράντζα είχε ολοκληρώσει το γράψιμο 36 επεισοδίων.

πηγή: http://www.madata.gr/epikairotita/social/43622.html

αντί τενόρος, θεατρίνος

14/09/2012


Νίκος Σταυρίδης (1910-1987)

Ο Σταυρίδης, φτωχόπαιδο από τη Σάμο, βρέθηκε στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1920 να δουλεύει σε μια αποθήκη υλικού πολέμου στον Πειραιά. Δουλειά του ήταν να ταιριάζει αρβύλες κατά μέγεθος. Το μεροκάματό του έφτανε μόνο για μια μερίδα φασόλια και μια φέτα ψωμί. Από την Αθήνα, όπου έμενε, πήγαινε με τα πόδια μέχρι τον Πειραιά. Είχε όμως φωνή τενόρου. Έτσι μια μέρα που πέρασε έξω από ένα μουσικό θέατρο κι άκουσε να κάνουν πρόβα, βρήκε το θάρρος, μπήκε μέσα και ζήτησε από τον μαέστρο να τον δοκιμάσουν στο τραγούδι.
-Το ξέρεις αυτό το τραγούδι; ρώτησε ο μαέστρος.
-Το ξέρω.
-Σε τι τόνο το τραγουδάς;
-Πιάσε όποιο τόνο θέλεις.
Εντωμεταξύ ο Αυλωνίτης κι ένας άλλος πρωταγωνιστής της εποχής, ο Μακριδάκης, ήρθαν κοντά του να του κάνουν πλάκα γιατί νόμισαν πως ήταν «ψώνιο». Μόλις όμως άρχισε να τραγουδάει «με φωνή τενοράλε» τους κόπηκε κάθε διάθεση για πλάκα.
Από την επόμενη, ο Σταυρίδης άρχισε να συμμετέχει στις παραστάσεις. Στον πρώτο του ρόλο έκανε τον λούστρο που έβαφε τα παπούτσια του Αυλωνίτη. Μόλις τελείωνε το βάψιμο, έβγαζε απ’ το κασελάκι του ένα χαρτόσημο των 30 λεπτών κι αφού το σάλιωνε το κολλούσε στο παπούτσι του Αυλωνίτη. «Μία το βάψιμο, τριάντα το χαρτόσημο, μία και τριάντα», έλεγε σατιρίζοντας την τότε κυβέρνηση που έβαζε σε όλα φόρους μέσω χαρτόσημων.

Πέρασε όμως αρκετός καιρός χωρίς να καταφέρει να κερδίσει κάποιο μεγάλο νούμερο, και πώς να κερδίσει αφού εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν στην επιθεώρηση ονόματα όπως ο Κοκκίνης, ο Μακρής, ο Κυριακός και ο Μαυρέας. Όμως η Άννα Καλουτά, μέσα στο πλήθος των άσημων και δεύτερων ηθοποιών, αντιλήφθηκε πως εκείνος ο νεαρός με τη γαμψή μύτη, την πονηρή ματιά και τη σβέλτη κίνηση ήταν ο κατάλληλος για να κάνει ένα νούμερο μαζί της. Ο Σταυρίδης δεν το πίστευε.
«Χέστηκα απ’ τη χαρά μου. Οι Καλουτάδες ήταν τότε πρωταγωνίστριες και μεγάλες βεντέτες.
-Κοροϊδεύετε, κυρία Καλουτά; της είπα».
Όχι, η Καλουτά δεν τον κορόιδευε, το νούμερο έγινε μεγάλη επιτυχία κι από τότε ο Σταυρίδης καθιερώθηκε ως πρωταγωνιστής της επιθεώρησης.

Πηγές

ΜΑΚΗΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ «ΑΚΟΜΑ ΣΟΥ ΧΡΩΣΤΑΜΕ, ΝΙΚΟ»
Εκδόσεις ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ «Ο ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΒΟ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ «ΕΝΑΣ ΘΡΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΟΥΤΑ»
Εκδόσεις ΣΜΥΡΝΙΩΤΑΚΗΣ

το τρατάρισμα

Ο Νίκος Σταυρίδης συμμετείχε ως γκεστ σταρ στην ταινία «Υιέ μου… Υιέ μου» κάνοντας μια σύντομη εμφάνιση στο τέλος της ταινίας. Ο Γιώργος Λαζαρίδης διηγείται πώς δέχτηκε ο Σταυρίδης να συμμετάσχει στην ταινία αυτή.

– Νίκο μου, σε θέλω για να κάνεις έναν γκεστ σταρ.
– Τι είναι αυτό, Γιώργο μου;
– Γκεστ σταρ λένε οι Αμερικάνοι τον φιλοξενούμενο ηθοποιό σε μια ταινία για μια περαστική εμφάνιση.
– Περαστικός θα είμαι δηλαδή, Γιώργο μου;
– Ας πούμε.
– Σα να λέμε μια βίζιτα θα κάνω, Γιώργο μου;
– Περίπου.
Το ‘φερνε από δω, το ‘φερνε από κει, χωρίς να λέει αυτό που είχε στο μυαλό του, αλλά εγώ τον είχα καταλάβει.
– Για πολλή ώρα, Γιώργο μου, η βίζιτα;
– Μέχρι να ‘ρθεις, να βαφτείς, να μάθεις και τα λόγια σου, πες τρεις, άντε τέσσερις ώρες.
– Α, θα πω και λόγια, Γιώργο μου.
– Ε, βουβός θα μείνεις;
– Επισκέπτης, Γιώργο μου, εντάξει;
– Το ‘παμε αυτό.
– Δηλαδή, χτυπάω, μπαίνω, λέω χρόνια πολλά και φεύγω, Γιώργο μου, εντάξει;
– Όχι, έτσι ακριβώς, περίπου… Είπαμε, φιλοξενούμενος! Γκεστ!
– Κι άμα λέμε δηλαδή φιλοξενούμενος, Γιώργο μου, θα πληρώσω και για τη φιλοξενία;
– Όχι, μην ανησυχείς! Είπαμε, φιλοξενούμενος, δηλαδή επισκέπτης.
– Στάσου να τα ξεχωρίσουμε, Γιώργο μου, γιατί άμα είσαι επισκέπτης έχεις και το τραταρισματάκι σου… Θα με κεράσετε και βύσσινο γλυκό, Γιώργο μου;
Αυτή ήταν όλη η ιστορία. Να μάθει αν το γκεσταριλίκι θα είχε και αμοιβή… Και όταν, βέβαια, του εξήγησα ότι θα έπαιρνε και το «βύσσινο» μου απάντησε ενθουσιασμένος.
– Άμα έχεις κι άλλες τέτοιες βίζιτες, Γιώργο μου, να με φωνάζεις! Καλύτερη είναι δηλαδή η Γαβριέλα;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ
«ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ, ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΙΝΕΜΑ»

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Σταυρίδης τα πέρασε με μια χαμηλή σύνταξη (55.000 δραχμές, μεικτά). Για το λόγο αυτό προσπάθησε να συναντήσει τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου ώστε να του παραπονεθεί. Επισκέφτηκε το σπίτι του στο Καστρί κι αφού περίμενε αρκετή ώρα, εμφανίστηκε η γραμματέας του, που άκουσε το παράπονό του και υποσχέθηκε να το διαβιβάσει στον πρωθυπουργό. Δυστυχώς ο Σταυρίδης δεν πήρε ποτέ απάντηση.

από το βιβλίο του Μάκη Μωραΐτη
«ΑΚΟΜΗ ΣΟΥ ΧΡΩΣΤΑΜΕ, ΝΙΚΟ»
Εκδόσεις ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Και μια διαχρονική ατάκα του Νίκου Σταυρίδη από την ταινία «Οι Παπατζήδες» (Σκην: Α. Σακελλάριος, Σενάριο: Π. Γιαννακός):

http://www.youtube.com/watch?v=-TjYPyNIUFQ

Άμα αρπάξεις ένα δεκοχίλιαρο λέγεται κλοπή εις βαθμόν φταίσματος και… χραπ, τσακώνεις ένα μηναρέ.
Άμα γραπώσεις 100 χιλιάδες λέγεται κλοπή εις βαθμόν πλημμελήματος και μπορεί να αρπάξεις μέχρι 4.

Άμα τσακώσεις 10 εκατ. λέγεται …πεξαίρεσις. Συμφωνούντος το λοιπόν εισαγγελέως και ανακριτού εξέρχεσαι απ’ την ανάκριση.
Άμα τσακώσεις 100 εκατομμύρια λέγεται κατάχρα εμπιστοσύνης με κακούργημα, να πούμε, και τέλος πάντων η δίκη αναβάλλεται και εξέρχεσαι με βούλεμα.
Άμα τσακώσεις 500 εκατομμύρια λέγεται σύμβασις και δέχεσαι συγχαρητήρια.
Κι άμα μπλεχτείς με τα δις και με τα τρις λέγεται εξαγωγή συναλλάγματος και… χραπ, παίρνεις το παράσημο.

 

 

για μιαν ιδέα!

12/09/2012

Μάνος Κατράκης (1908-1984)

Έκανε την πρώτη του θεατρική εμφάνιση στα 1927 και λίγο αργότερα έπαιξε στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Εκεί τον πρόσεξε ο Φώτος Πολίτης και τον προσέλαβε στο Εθνικό Θέατρο, όπου βρέθηκε να παίζει δίπλα σε όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές της εποχής του. 
Τον Οκτώβριο του 1940 κατατάχτηκε στο στρατό, μια μέρα μετά την πρεμιέρα του έργου «Ο Έμπορος της Βενετίας», στο οποίο είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Πολέμησε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου και κηρύχτηκε αγνοούμενος για να επιστρέψει τελικά, μετά από πολλές περιπέτειες, στο σπίτι του.
Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και πρωτοστάτησε στις απεργίες των ηθοποιών που διαμαρτύρονταν για την πείνα και τις εκτελέσεις. Στα 1943 συνέβαλε στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, στο οποίο και έπαιξε μέχρι το 1946. Μετά επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να παίζει στο θέατρο με τον Λογοθετίδη, τον Μυράτ και τη Λαμπέτη, αργότερα προσλήφθηκε πάλι στο Εθνικό, μέχρι που το 1947 αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση μετάνοιας και ακολούθησε το δρόμο προς τα «κολαστήρια»: Ικαρία, Μακρόνησο, Αϊ-Στράτη. Επέστρεψε από την εξορία το 1952, αλλά δυσκολεύτηκε πάρα πολύ για να βρει ξανά δουλειά. Μάλιστα στεκόταν με τις ώρες έξω από το καφενείο του Λουμίδη, όπου σύχναζαν πολλοί καλλιτέχνες της εποχής, μήπως καταφέρει να προσληφθεί σε κάποιο θέατρο.

πηγές:
Ο αγωνιστής της υποκριτικής
Μάνος Κατράκης

η εξορία

Ναι, ήταν εξορία στη Μακρόνησο. Στον Αϊ – Στράτη. Ζούσε σε σκηνές που τις έπαιρνε κάθε τόσο ο δυνατός αέρας του νησιού. Κουβαλούσε άσκοπα πέτρες απ’ τη μια άκρη της πλαγιάς στην άλλη. Μετά έπρεπε να τις φέρει πάλι πίσω. Ώρες αυτή η δουλειά. Και τα μεγάφωνα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να τσιρίζουν το ίδιο τραγούδι: «Ως και γράμματα μου στείλανε ανώνυμα, από δω και πέρα κάτσε φρόνιμα».
Ψηλός και στητός, γίγαντας παραμυθιού, άντεχε κάτω απ’ τις βροχές και τις κακουχίες, τα βασανιστήρια, το σακί μαζί με τη γάτα μέσ’ στη θάλασσα, και τις προσβλητικές βρισιές του ομαδάρχη, που σκύλιαζε απ’ το κακό του μπροστά στην αφοσίωση και την πίστη στην ιδέα. Όλ’ αυτά για μιαν ιδέα! Κυνηγητό αδυσώπητο στη μισή του ζωή. Για μιαν ιδέα! Συνεχής αγώνας για μιαν ιδέα! Στέρηση… για μιαν ιδέα!

ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ «ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ ΒΕΡΣΑΤΣΕ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

η μητέρα του

Η Αλίκη Γεωργούλη θυμάται τη μητέρα του Μάνου Κατράκη:

Τη θυμάμαι την κυρά Ειρήνη, μύτη με μύτη με το ραδιοφωνάκι, η χρυσή μου είχε κι αυτή μεγάλη μύτη. Θεός σχωρέσ’ την, να ακούει τις εκπομπές του γιου της. Τη χάζευα. Κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι της. Με κοίταζε επίμονα και έλεγε: «Την άκουσες ετούτη τη φωνή; Εγώ του την έχω δώκει».
Όταν έβρεχε ή χιόνιζε, κι ο Μάνος ήταν ακόμα εξορία, αυτή η κοντακιανή γριούλα, πετσί και κόκαλο, και ρυτίδα, ανέβαινε στην ταράτσα της οδού Αβέρωφ να βρέχεται και να κρυώνει μαζί με το παιδί της που το βασάνιζαν στο νησί. «Παναγιά μου να λευτερωθεί, μα να μην την ηπατήσει!», την υπογραφή ήθελε να πει, να μην την πατήσει, πως καταδικάζει τον κομμουνισμό και τέτοια… Να μην τα υπογράψει εκείνα τα χαρτιά του εξευτελισμού που είχαν εφεύρει για να καταρρακώνουν τον άνθρωπο.

δε γινόταν να έχει ελαττώματα;

Και βέβαια του άρεσε ο τζόγος. Δεν καταλαβαίνω. Επειδή ήταν κομμουνιστής, δε γινόταν να έχει ελαττώματα; Είχε άλλωστε δικαιολογίες. Πάντα στην τσέπη του υπήρχε ένα δίφραγκο, ένα μόνο δεκάρικο ή ένα μόνο κατοστάρικο. Ε, αυτό το μοναδικό κατοστάρικο το έπαιζε ή στη λέσχη ή στον ιππόδρομο ή στον τηλεφωνικό κατάλογο, μονά – ζυγά, μπας και κερδίσει, να καλύψει κανένα χρέος. Και πάντα έχανε. Και πάντα χρωστούσε.
Γέμιζε το Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, μεγάλες εισπράξεις, όμως υπέρογκα και τα έξοδα. Δεν τσιγκουνευόταν ούτε τα κοστούμια, ούτε τα σκηνικά, ούτε τους μουσικούς, ούτε τους χορευτάδες.

Και στα «Κύθηρα» του Αγγελόπουλου. Και εκεί ήταν υπέροχος. Πολλοί βγήκαν και κατηγόρησαν το Θόδωρο ότι τον σκότωσε: Μέσα στα κρύα, στις βροχές, στα κύματα τόσες ώρες… Απάνθρωπα γυρίσματα!
Ξέροντας τον Μάνο πιστεύω πως ήταν ευτυχισμένος. Στην ηλικία του, τον εμπιστεύονταν και τον χρησιμοποιούσαν σαν να ‘ταν ο παλιός λεβέντης. Νομίζω πως δε θα τον πείραζε καθόλου ακόμα και αν ξεψυχούσε πάνω σε κείνη την ανεμόδαρτη σχεδία της ταινίας.

ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ «ΑΠΌ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ ΒΕΡΣΑΤΣΕ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

από τις αναμνήσεις του Θύμιου Καρακατσάνη

Τότε στη Μακρόνησο, σ’ εκείνο το «σχολείο επανένταξης», όταν έβλεπε να δέρνουν κανέναν αδύναμο, τους έλεγε «ρε, δέρνετε το γεροντάκι, ελάτε να δείρετε εμένα».

Στο έργο «Ντα», έφευγα απ’ το θέατρο κι έτρεχα να προλάβω τη σκηνή που περνάει πίσω από μια κλαίουσα (ήταν το σκηνικό), και πέρναγε ένας μεσήλιξ και έβγαινε απ’ έξω ένας ενενήντα τόσο χρονών, με πάρεση… και τρόμαζα με την ταχύτητα που γινότανε. Ήτανε ένα δέντρο, και μόλις το πέρναγε, μεταμορφωνότανε! Εννιά, δέκα φορές θα το είχα δει…

(Ένα από τα τελευταία όνειρα της ζωής του Μάνου Κατράκη ήταν να παίξει τον Βασιλιά Ληρ με τον Θύμιο Καρακατσάνη ως γελωτοποιό).
Όταν ήρθε το ασθενοφόρο και τον πήρε, πήγα να κάτσω δίπλα, και μου λέει όπως είχε τη μάσκα του οξυγόνου:
«Πήρα μαζί και το έργο, τον Βασιλιά Ληρ».
Ε, δεν μπόρεσα να κάτσω δίπλα του, να πάω στο νοσοκομείο, λέω πηγαίνετε εσείς και θα ‘ρθω με το αυτοκίνητο, και βγήκα έξω κι άρχισα να χτυπιέμαι…, δεν μπορούσα να καταλάβω αν υπάρχει Θεός, πώς το κάνει αυτό…

  

από διήγηση του Θύμιου Καρακατσάνη στην Εύη Κυριακοπούλου
από την εκπομπή της ΕΡΤ ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ