Archive for Ιουλίου 2010

γκολ!

29/07/2010

 

 

Μέχρι και σήμερα τρελαίνομαι με τα αθλητικά. Μία από τις μεγαλύτερές μου απογοητεύσεις είναι ότι το θέατρο δεν θα μπορέσει ποτέ να φτάσει τα επίπεδα της έντασης που μπορεί να σου προσφέρει ένας καλός αγώνας.

ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ

από το βιβλίο «Ο ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ»
επιμέλεια ΣΤΙΓΚ ΜΠΙΕΡΚΜΑΝ  μετάφραση ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ 
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

  

 

Advertisements

ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ με το ΦΩΣ του ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

26/07/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει αποσπάσματα από τρία (μη λογοτεχνικά) βιβλία, κατάλληλα για ανάγνωση την περίοδο των θερινών διακοπών.

 

Συνδεδεμένοι

των Nicholas Christakis και James Fowler

Στον χαώδη ιστό της ανθρώπινης κοινωνίας, κάθε άτομο συνδέεται με τους φίλους , την οικογένεια, τους συναδέλφους και τους γείτονές του, αλλά όλοι αυτοί συνδέονται με τη σειρά τους με τους δικούς τους φίλους, τις οικογένειες, τους συναδέλφους και τους γείτονες, και ούτω καθεξής απεριόριστα, ωσότου λίγο – πολύ κάθε άτομο στον πλανήτη συνδέεται με κάποιον τρόπο με κάθε άλλο άτομο. Ενώ λοιπόν θεωρούμε ότι το δικό μας δίκτυο έχει περιορισμένη κοινωνική και γεωγραφική εμβέλεια, τα δίκτυα που μας περιβάλλουν είναι στην πραγματικότητα ευρύτατα διασυνδεδεμένα.
Αυτό το δομικό χαρακτηριστικό των δικτύων συνοψίζεται στην κοινή έκφραση «τι μικρός που είναι ο κόσμος!».

 

Ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες της ροής είναι η τάση των ανθρώπων να επηρεάζουν και να αντιγράφουν ο ένας τον άλλον. Οι άνθρωποι έχουν συνήθως πολλούς άμεσους δεσμούς με ένα ευρύ φάσμα ατόμων, στο οποίο ανήκουν γονείς και παιδιά, αδέλφια, σύζυγοι (νυν και συχνά πρώην), αφεντικά και συνάδελφοι, γείτονες και φίλοι. Και καθένας από τους δεσμούς αυτούς προσφέρει ευκαιρίες αμφίδρομης επιρροής. Οι φοιτητές που έχουν μελετηρούς συγκατοίκους γίνονται πιο μελετηροί. Όσοι κάθονται δίπλα σε καλοφαγάδες τρώνε περισσότερο. Όσοι έχουν γείτονες με περιποιημένους κήπους κουρεύουν το γκαζόν τους συχνότερα. Και αυτή η απλή τάση των ανθρώπων να επηρεάζονται από τον πλησίον τους έχει τρομερές συνέπειες όταν εξεταστεί πέρα από τον στενό κύκλο των άμεσων συνδέσεων.

Οι άνθρωποι δεν αντιγράφουν απλώς τους φίλους τους. Αντιγράφουν και τους φίλους των φίλων τους, καθώς και τους φίλους των φίλων των φίλων τους.

 

Η δική μας έρευνα έδειξε ότι η εξάπλωση της επιρροής στα κοινωνικά δίκτυα ακολουθεί αυτό που έχουμε ονομάσει Κανόνα των Τριών Βαθμών Επιρροής. Ό,τι κάνουμε ή λέμε τείνει να διαδίδεται μέσα στο δίκτυό μας, επηρεάζοντας τους φίλους μας (ένας βαθμός), τους φίλους των φίλων μας (δύο βαθμοί) και, ακόμη, τους φίλους των φίλων των φίλων μας (τρεις βαθμοί). Ωστόσο η επιρροή μας σταδιακά διασκορπίζεται και παύει να έχει παρατηρήσιμα αποτελέσματα στα άτομα που βρίσκονται πέρα από το όριο των τριών βαθμών διαχωρισμού.

 αποσπάσματα από το βιβλίο των Nicholas Christakis και James Fowler «ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ»
Εκδόσεις ΚΑΤΟΠΤΡΟ

 

 

Η αυτοβιογραφία του φωτός

του Γιώργου Γραμματικάκη

Όσο λοιπόν και αν φαίνεται παράδοξο, το φως δεν έχει ηλικία, για το φως ο χρόνος δεν περνά. «Η άποψη αυτή», παρατηρεί ο επιφανής κοσμολόγος H. Bondi, «βοηθά να διευκρινιστεί κάπως ο μοναδικός και παγκόσμιος χαρακτήρας του. Το φως, αφού δημιουργήθηκε, δεν μπορεί πια να αλλάξει, επειδή δεν γερνά· πρέπει, επομένως, να παραμένει πάντοτε το ίδιο».
Από τη θεωρία λοιπόν της σχετικότητας αναδύεται μια αναμφισβήτητη όσο και συγκλονιστική αλήθεια. Το φως δεν γερνά, το φως δεν έχει ηλικία. Είναι η μοναδική οντότητα στη φύση που δεν σημαδεύεται από το πέρασμα του χρόνου, που δεν ζει υπό την απειλή του. Ένα έξοχο κρητικό τετράστιχο έχει συλλάβει την ίδια αλήθεια:

Όσο παλιώνουν οι καιροί
κι όσο περνούν οι χρόνοι,
παλιώνει ο λύχνος, μα ποτέ
το φως του δεν παλιώνει.

Το φως ποτέ δεν παλιώνει, ενώ τα όσα περιβάλλει και φωτίζει, αστέρια και πλανήτες, άνθρωποι και μηχανές, υφίστανται την αναπότρεπτη φθορά του χρόνου.

 

Στον αστερισμό άλλωστε του Σκορπιού, ακόμη και με γυμνό μάτι διακρίνεται ο Αντάρης, που είναι ένας ερυθρός γίγαντας. Απέχει από την Γη μερικές εκατοντάδες έτη φωτός· και το ερυθρωπό του φως, που φθάνει σήμερα στα μάτια ή στα τηλεσκόπιά μας, ξεκίνησε το μακρινό ταξίδι του όταν η Κωνσταντινούπολη ήταν ακόμα η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η παρατήρηση του ουρανού είναι λοιπόν χαρά μεγάλη, αλλά και κάπου αναστατώνει την ψυχή μας. Όταν θαυμάζουμε τα άστρα στον νυχτερινό ουρανό, μας αγγίζει φως που ίσως άρχισε τη διαδρομή του τότε που χτίζονταν οι πυραμίδες, την εποχή που ανακαλύφθηκε ο τροχός ή όταν ο Πλάτων δίδασκε στην αρχαία Αθήνα.
Όσο για τον πλησιέστερο σε μας γαλαξία, τον γαλαξία της Ανδρομέδας, ας αντιστρέψουμε τον συλλογισμό. Αν η Ανδρομέδα κατοικείται και είναι τεχνολογικά ανεπτυγμένη, τα εξελιγμένα τηλεσκόπιά της θα συλλαμβάνουν την εικόνα του πλανήτη Γη όπως ήταν πριν από δύο εκατομμύρια χρόνια.

από το βιβλίο του Γιώργου Γραμματικάκη «Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ»
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

 

 

Γιατί το Βυζάντιο

της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ

…κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τους Βενετούς στα 1204 δεν παρουσιάστηκε καμιά βοήθεια από την επαρχία, ούτε καν από τη γειτονική Θράκη. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, όταν οι χωρικοί της Θράκης είδαν, μετά την άλωση και τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, να καταφεύγουν εκεί ρακένδυτοι, πεινόντες και πένοντες οι πρώην Δυνατοί (το αρχοντολόι δηλαδή της Κωνσταντινούπολης)  ευχαρίστησαν, γράφει ο Νικήτας Χωνιάτης, την Παναγία, γιατί τους έδωσε τη χάρη να τους αξιώσει να γνωρίσουν «ισοπολιτεία» με τους άλλοτε εξουσιαστές τους.

Το 1204 οι Λατίνοι λήστευσαν και κατέστρεψαν παλάτια, ναούς και αγιάσματα, σαν τους χειρότερους εχθρούς του Χριστού. Τα λάφυρα, τα άγια λείψανα και τα τιμαλφή που μεταφέρθηκαν στους δυτικούς καθεδρικούς ναούς μαρτυρούν ως τα τώρα τον πλούτο, την ευσέβεια της βυζαντινής πρωτεύουσας και τη μεγαλοπρέπεια των προϊόντων της·

Η επανάκτηση της Βασιλεύουσας είναι λοιπόν σκοπός πολιτικός, αλλά θα ταυτισθεί και με τη συγχώρεση, τη μετάνοια και τη σωτηρία του γένους. Μισό σχεδόν αιώνα αργότερα, όταν τα ρωμαϊκά στρατεύματα υπό τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο επέτυχαν εξ απροόπτου την ευόδωση του σκοπού, την ημέρα της Αγίας Άννης του 1261 ακούσθηκαν τα λόγια του πρωτοασηκρήτη Σεναχερείμ που αναγγέλουν, όχι τη χαρά για την αναγέννηση, αλλά την απελπισία για μια επιδείνωση της καταστροφής, για μια επιστροφή του γένους σε νέα δεινά. Να πω ότι η θέση αυτή απεικόνιζε την κυριαρχούσα ίσως γνώμη των μικρασιατικών πληθυσμών; Ήξεραν (όπως άλλωστε αποδείχτηκε γρήγορα) ότι η Μικρασία θα παραγκωνίζονταν από τον Μιχαήλ στην προσπάθειά του να εμπεδώσει την κυριαρχία του στην Κωνσταντινούπολη και να την επεκτείνει στη λοιπή φραγκοκρατούμενη χώρα. Το σύμβολο του δικέφαλου αετού που υιοθέτησαν οι Παλαιολόγοι, δίνει συνοπτικά την εικόνα της πολιτικής του Μιχαήλ και γενικότερα των Παλαιολόγων: Στροφή και στη Δύση. 

Το ότι τα λόγια του Σεναχερείμ βγήκαν προφητικά φάνηκε από την πρώτη κιόλας αγγελία της πολιτικής του Παλαιολόγου, του «Νέου Κωνσταντίνου» και του «Νέου Μωυσή» κατά τον Μανουήλ Ολόβωλο, που ανήγγειλε ως αρχή και βάση της κατόπιν πολιτικής του την ανάκτησιν των χαμένων πατρίδων, έστω και αν αυτό θα αποδυνάμωνε τη μικρασιατική επικράτεια, όπως και έγινε, έστω και αν δεν διέθετε τα απαιτούμενα μέσα.

αποσπάσματα από το βιβλίο της ΕΛΕΝΗΣ ΓΛΥΚΑΤΖΗ ΑΡΒΕΛΕΡ «ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ»
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο

20/07/2010

Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στον Μενέλαο Λουντέμη.

 Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977)
(η φωτογραφία είναι από το
opencalendar.gr)

 

από το «Συννεφιάζει»:

Η αγάπη είναι σαν τα πουλιά. Δυο – δυο. Δε γίνεται παραπάνου.

Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι.

Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ» Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο.

Το 1956 κι αφού ήδη έχει περάσει 8 χρόνια στην εξορία, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί -με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας- για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό».
Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά: «Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».
Στη συνέχεια καταθέτουν μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Ανάμεσά τους ο Κώστας Βάρναλης την κατάθεση του οποίου αξίζει να διαβάσει κανείς (στο βιβλίο «Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη», εκδόσεις ΟΛΥΜΠΙΑ – Στρουμπούκης που φοβάμαι όμως ότι είναι εξαντλημένο).
Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».
Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!»

αντιγραφή από το http://orgilaou.blogspot.com/2007/01/blog-post_4214.html

 

από τα «Θυμωμένα στάχυα»:

Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα ήρθαν τα γηρατειά…

Αν δε βρεθεί να πεθάνει κανείς για τη λευτεριά τότε θα πεθάνει η ίδια η λευτεριά.

Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν.

Χρειάζεται πολύς καιρός για να μάθεις αν ένας άνθρωπος είναι καλός ή κακός.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΘΥΜΩΜΕΝΑ ΣΤΑΧΥΑ» Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

Σαν συγγραφέας έχω σκοτώσει καμιά τριανταριά…

Ο Δήμος Ρεντής (συγγραφέας αναγνωρισμένος, που μεγάλωσε κι αναδείχτηκε στο Βουκουρέστι, πολιτικός πρόσφυγας), βρίσκεται με το ζεύγος Ρίτας και Νίκου Παπά στο Βουκουρέστι, καλοκαίρι του 1965, και μέσα στο αυτοκίνητο του Λουντέμη, που το οδηγεί με περισσή δεξιοτεχνία. “Καθώς καταλαβαίνω, λέει σε μια στιγμή ο Ρεντής στο Λουντέμη, είσαι αξιολογότερος σωφέρ από συγγραφέας…”. “Το παραδέχομαι, απαντάει ο Λουντέμης. Σαν οδηγός δεν έχω σκοτώσει κανέναν ως την ώρα, μα σαν συγγραφέας έχω σκοτώσει καμιά τριανταριά…”.¹

από αφήγηση Νίκου Παπά 
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ “ΥΠΟ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΝ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

¹ Κατά τραγική ειρωνεία, ο Λουντέμης έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε την ώρα που οδηγούσε.

 

Ελεύθερος να γυρίση ο Λουντέμης

Ελεύθερος να γυρίση στην Ελλάδα, αφού εφωδιασθή με το τυπικό ταξιδιωτικό έγγραφο από την ελληνική πρεσβεία και χωρίς άλλη διαδικασία, είναι ο Μενέλαος Λουντέμης.
Η πληροφορία δημοσιεύεται σε πρωινή εφημερίδα. Σύμφωνα μ’ αυτή αρμόδιος παράγοντας του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως δήλωσε, ότι πρόσφατη αίτηση του κ. Λουντέμη για τον επαναπατρισμό του, δεν υπάρχει. Εάν είχε υποβληθή θα επιτρεπόταν ο επαναπατρισμός του, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία.
Και κατέληξε, ότι εντός της ημέρας θα σταλή «σήμα» από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως στην ελληνική πρεσβεία του Βουκουρεστίου.

εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 30/11/1974

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

 

Αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!

Ακούω μηνύματα. Φωνές απ’ την Ελλάδα. Ελληνικά καλέσματα. «Έλα! Ο επαναπατρισμός σου είναι ελεύθερος». Μα εγώ ρωτώ: Ο επαναπατρισμός μου ναι είναι ελεύθερος. Εγώ όμως θα είμαι ελεύθερος μετά τον επαναπατρισμό μου; Ένας αγαπητός μου φίλος μου τηλεφώνησε. «Έχεις το κλειδί της πατρίδας στο χέρι σου! Άνοιξε και μπες». Μα εγώ θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα της πατρίδας μου μ’ ελληνικό χέρι, ενώ η επίσημη δήλωση είναι κάπως θολή.  Τέλος πάντων, τι μου προσφέρουν, ιθαγένεια ή επαναπατρισμό; «Επαναπατρισμόν» μου απαντούν «χωρίς Ιθαγένεια». Και τότε αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!
Γιατί νάρθω στην Ελλάδα. Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα. Η πικρή μου εμπειρία με προφύλαξε από τέτοιες ταπεινώσεις. Είμαι πολύ άρρωστος, πολύ κουρασμένος και προ πάντων πάρα πολύ κακοπαθημένος για να παίξω εθελοντικά την κωμωδία του Δημοσίου κινδύνου. Προτιμώ να ζήσω εκπατρισμένος και ελεύθερος παρά επαναπατρισμένος και επιτηρούμενος.
Είμαι πικραμένος αφάνταστα για τη μεταχείριση των αρχών απέναντί μου. Μα είναι απελπιστικό. Η Ελλάδα που γεννήθηκε για να προσφέρει την ελευθερία στους άλλους ν’ αρνείται να την προσφέρει στα παιδιά της.
Η πατρίδα μας από φριχτά ολισθήματα, λάθη και προδοσίες άλλων, μπήκε στον κυκλώνα μιας αληθινής τραγωδίας. Και να γιατί σαστίζω. Πώς σε μια τόσο μεγάλη Ελλάδα δεν μπορούν να χωρέσουν στον κόρφο της μερικές χιλιάδες ορφανεμένα της παιδιά.
Δεν ξέρω τι με περιμένει στο μέλλον. Αύριο ξαναμπαίνω στο Νοσηλευτήριο, πολύ μακριά από το Βουκουρέστι και δε θα μπορώ να λέω πια τα παράπονά μου στον αγαπημένο μου Ελληνικό Τύπο. Έτσι λυπούμαι που δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω ούτε ένα από τα χρέη μου. Περιορίζομαι μόνο ν’ απευθύνω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου που με τόση γενναιοφροσύνη και ανθρωπιά μου συμπαραστάθηκαν στον ανέλπιδο αγώνα μου.
Σφίγγω με αγάπη στο στήθος μου την παλλόμενη ελληνική καρδιά του Κέβιν Άντριους.
Χαιρετώ όλους όσοι με σκέπτονται και με καρτερούν.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 11/4/1975

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

 

από το «Καληνύχτα ζωή»:

Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.

Θηρίο τον λένε τον άνθρωπο. Κολοκύθια. Ποιο θηρίο, μωρέ; Έχει το θεριό μαχαίρια; Φκιάνει  σκοτώστρες και τουφεκάει; Θηρίο… Βρισιά για τα θεριά!

Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες;

Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο στον κόσμο από λίγη πικρή ζωή.

«Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους -λένε- λιγοστεύει». Μπορεί. Ίσως. Μα την πείνα σου μ’ όσους και να την μοιραστείς δε θα χορτάσεις.

Καλύτερα να μην έχει κανείς φτερά παρά να ’χει και να του τα ματώνουν.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΖΩΗ» Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

Δεν θα δεχθώμεν την διατύπωσιν όρων

ΑΘΗΝΑΙ, 12: Ο υπουργός δημοσίας τάξεως, κ. Σόλων Γκίκας, ερωτηθείς σχετικώς με την επιστολήν του λογοτέχνου Μ. Λουντέμη, εις την οποίαν ούτος αναφέρει ότι δεν δέχεται τον επαναπατρισμόν του, εάν δεν του αποδοθή προηγουμένως η ελληνική ιθαγένεια, εδήλωσε τα εξής:
-Από μακρού έχω υπογράψη απόφασιν διά τον επαναπατρισμόν του Μ. Λουντέμη. Ούτος δύναται να επανέλθη, όταν το επιθυμή. Η απόφασις ισχύει. Ως προς την απόδοσιν της ελληνικής ιθαγενείας του, η αρμοδιότης επί του αντικειμένου τούτου ανήκει εις το υπουργείον εσωτερικών.
Ο υπουργός εσωτερικών, κ. Κ. Στεφανάκης¹, εις σχετικήν ερώτησιν εδήλωσεν ότι η εφαρμογή των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας εις ό,τι αφορά την απόκτησιν την ελληνικής ιθαγενείας από επαναπατριζομένους πολιτικούς πρόσφυγας αφορά και την περίπτωσιν του Μ. Λουντέμη, διαμένοντος εις Βουκουρέστι.
-Έναντι του νόμου, προσέθεσεν ο κ. υπουργός, όλοι είναι ίσοι. Δεν θα δεχθώμεν, επομένως, την διατύπωσιν όρων παρ’ ουδενός.
Ως διευκρινίσθη αρμοδίως ο νόμος προβλέπει πρώτον τον επαναπατρισμόν και δεύτερον την απόδοσιν της ελληνικής ιθαγενείας διά τακτικής διαδικασίας.

¹Όπως αναγράφεται στην ιστοσελίδα http://www.newstime.gr/?i=nt.el.article&id=16495 εκείνη την περίοδο ο Κων/νος Στεφανάκης ήταν υπουργός Δικαιοσύνης και όχι Εσωτερικών. Υπουργός Εσωτερικών ήταν ο Κων/νος Στεφανόπουλος, μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
13/4/1975 
 

 

15 χρόνια παλεύω να γίνω… Έλληνας 

Ο Μενέλαος Λουντέμης μας έστειλε από το Βουκουρέστι προς δημοσίευση την ακόλουθη ανοιχτή επιστολή:

Προς τον ποιητήν Κέβιν Άντριους
Αγαπητέ μου συνάδελφε, (τι κρίμα να μην μπορώ να σας πω «συμπατριώτη») η συγκίνησίς σας με συνετάραξε. Είσθε λοιπόν Έλληνας; Ώστε στην Ελλάδα αν το λαχταρά μπορεί να γίνει Έλληνας και ένας ξένος φτάνει να την αγαπά; Πέστε μου, καλέ μου συνάδελφε, επειδή κι εγώ πολύ την αγαπώ, πέστε μου ποιες διαδικασίες ακολουθήσατε και πόσο κράτησαν αυτές; Γιατί εγώ 15 χρόνια παλεύω κι ακόμα δεν τα κατάφερα. Σας παρακαλώ… εσείς που έχετε τον ενθουσιασμό του νέου Έλληνα βοηθήστε ένα γεννημένο στην Ελλάδα, βασανισμένο στην Ελλάδα, να γίνει κι αυτός Έλληνας. Δεν μιλώ σαρκαστικά. Σας μιλώ τραγικά. Βοηθήστε με τουλάχιστον εσείς αφού κανείς από τους συμπατριώτες μου δεν με βοηθά.
Με τιμή
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/1975

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

 

από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»:

Το καπάκι του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος!

Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το «ευγενέστερον ζώον»… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα!

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων.

Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς.

Ζωντανός θα πει περήφανος!

Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά «που πρέπει»… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ» Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

ΕΓΚΡΙΘΗΚΕ Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΛΟΥΝΤΕΜΗ

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΚ-ΝΔ

ΑΘΗΝΑΙ, 23: Όπως εγνώσθη το συμβούλιο ιθαγενείας του υπουργείου εσωτερικών ενέκρινε την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας στον λογοτέχνη Μενέλαο Λουντέμη. Η απόφαση ελήφθη μετά από επιστολή – αίτηση του αρχηγού της «Ενώσεως Κέντρου – Νέων Δυνάμεων» κ. Γ. Μαύρου.

εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
24/12/1975

 


Η επιστροφή του Λουντέμη στην Ελλάδα (1976)
(η φωτογραφία είναι από το PoliticoKafeneio.com)

 

η επιστροφή του Λουντέμη στην Ελλάδα:

Η κόρη του Λουντέμη, Μυρτώ Λουντέμη μιλάει στον Δαυίδ Ναχμία για την επιστροφή του πατέρα της από την εξορία:

Όταν επέστρεψε, λοιπόν, ήταν ένας θρίαμβος. Και δικαιώθηκε ο Λουντέμης για όσα τράβηξε. Γιατί η αγάπη του κόσμου ήταν… δυσβάσταχτη. Εκείνος είχε την καρδιά του, στο αεροδρόμιο τον πνίγανε οι άνθρωποι, να πέφτουν πάνω του, φοιτητές, φίλοι… ένα θέαμα πραγματικά αξιοζήλευτο για κάποιον που θέλει να είναι διάσημος. Να είναι μεγάλος. Για έναν μεγάλο ήταν μια επιστροφή θρίαμβος, όπως ακριβώς θα το ήθελε και όπως ακριβώς του άξιζε. Εγώ ήμουν έγκυος τότε. Στο μήνα μου σχεδόν. Και μου ήταν δύσκολο να βρεθώ σ’ αυτό το πλήθος. Δε θα άντεχα, βέβαια. Ούτε ήθελα δυνατές συγκινήσεις. Ήρθε ο μπαμπάς στο σπίτι καταϊδρωμένος, χάλια, μου τον λιώσανε τον άνθρωπο, ήτανε τόσο συγκινημένος, σερνότανε κυριολεκτικά. Αλλά ήταν ευτυχισμένος. Ήταν πολύ ευτυχισμένος. Όχι μόνο επειδή γύρισε, αλλά επειδή γύρισε μέσα σε αγκαλιές, στην αναγνώριση.

ΜΥΡΤΩ ΛΟΥΝΤΕΜΗ
απόσπασμα από την εκπομπή του Δαυίδ Ναχμία
«ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ» για την ΕΡΤ

 

από την «Αγέλαστη άνοιξη»:

Όλοι είμαστε άνθρωποι. Άνθρωποι που ήρθαμε για να φάμε όχι μόνο το μέλι αλλά και το κεντρί.

Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.

Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που αποφασίζουν γλήγορα. Σπάζουν εύκολα το κεφάλι τους κι ησυχάζουν.

Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;

Η ευτυχία περπατάει πάντα πάνω στο σκοινί. Και μπορεί να σπάσει και να σε γκρεμίσει.

Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι.

Αν είσαι καλός πού ’ναι οι οχτροί σου;

Ας έβλεπα μια φορά μωρέ έναν καλό άνθρωπο χωρίς οχτρούς. Ας έβλεπα έναν. Μαράζι το ’χω…

Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί.

Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται;

Εάν βυθισθώμεν… ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην!

Και το κακό πάλι καλύτερο είναι απ’ το τίποτα…

Καλύτερα μάτια δακρυσμένα παρά μάτια κλειστά.

Πώς να προφυλαχτείς απ’ τους φοβητσιάρηδες;

Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ’ τα παρακάλια έγιναν.

Φοβού τον Θεόν αλλά τρέμε τους πιστούς του!

Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.

Ο καλός και περίεργος Θεός έπλασε -όπως ξέρουμε όλοι- πολλά και -χωρίς να ξέρουμε το «γιατί»- κι ένα σωρό μύγες. Μαύρες, γκρίζες, καφετιές, χρυσές… Μα όλες, ακόμα και οι βρομερότερες, και οι πιο κακομαθημένες, έρχονται, πίνουν το αίμα σου και φεύγουν. Μα οι αλογόμυγες; Αυτές δεν είναι μύγες αγαπητοί μου. Είναι στρείδια. Μάλιστα. Γιατί δεν έρχονται εκεί μόνο για φαγοπότι. Αυτές και κοιμούνται εκεί, και παντρεύονται εκεί και γεννάνε και ξαναγεννάνε… Όλα… «Καλά να πάθεις, σου λένε οι γαϊδάροι. Ωχ… Καλά να πάθεις. Ποιος σου είπε να γίνεις άλογο; Αν γινόσουν γαϊδουράκι να σε καβαλίκευε ο Χριστός θα γλίτωνες τώρα απ’ τις αλογόμυγες. Ούτε μια δε θα σε ζύγωνε. Έχεις ακουστά εσύ να υπάρχουν γαϊδουρόμυγες; Όχι!»

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΑΝΟΙΞΗ» Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

έχεις υπόψη σου τι τυπώνεις;

15/07/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από μια αφήγηση – συνέντευξη του εκδότη του Καζαντζάκη, Γιάννη Γουδέλη (1919-1999), η οποία δημοσιεύτηκε στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας στις 27/7/2007:



Ο Νίκος και η Ελένη Καζαντζάκη στο σπίτι τους στην Αντίμπ
(η φωτογραφία είναι από το
«Μουσείο Ν. Καζαντζάκη«)

(…)

Υστερα απ’ αυτό, πήγα να επισκεφτώ τον Καζαντζάκη, διότι επρόκειτο να πάρω τα χειρόγραφα του «Τελευταίου Πειρασμού», του πιο αντίθετου προς την εποχή, και ιδιαίτερα προς την Εκκλησία, έργου. Πήρα το αεροπλάνο και πήγα στην Αντίμπ. Του είπα: Εξέδωσα το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», έχουμε αυτές τις αντιδράσεις, μας απειλούν· δεν με πειράζει. Ομως τώρα μου δήλωσαν καθαρά και ξάστερα στην Ιερά Σύνοδο ότι θα με αφορίσουν και δεν με πειράζει, δεν ήρθα να σας πω αυτό το πράγμα, αλλά δεν θα μπορέσει να προχωρήσει. Με κοιτάζει λοιπόν ο Καζαντζάκης πίσω απ’ τα γυαλιά του και μου λέει: «Αυτή ήταν η γενναιότητά σου; Θα τα σταματήσεις;» Σηκώνομαι και φεύγω κατευθείαν. Με κυνηγούσε: «Εγώ εδώ το έχω το χειρόγραφο, αν θες το παίρνεις». Το παίρνω, υπογράψαμε ένα συμπληρωματικό συμβόλαιο και ήρθα στην Αθήνα. Πήγα στο τυπογραφείο των αδελφών Ρόδη και έδωσα να τυπώνουν το έργο. Είχα την προνοητικότητα να μην δώσω τα πρώτα κεφάλαια, οπότε όταν θα τελείωνε το έργο, τότε θα τυπωνόταν: Νίκου Καζαντζάκη: «Ο Τελευταίος Πειρασμός», το πρώτο τυπογραφικό, και κατευθείαν θα οδηγείτο στην αγορά. Κατά σύμπτωση, στο ίδιο τυπογραφείο τύπωνε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος το βιβλίο μεταφυσικής «Προλεγόμενα» και τα τυπογραφικά του Καζαντζάκη βρισκόντουσαν δίπλα. Ο Κανελλόπουλος, άνθρωπος πνευματικός, ήξερε τι ήταν· μόλις το είδε και το κοίταξε καλά καλά κατάλαβε και φωνάζει τον φίλο του τον Ρόδη και του λέει: «Εχεις υπόψη σου τι τυπώνεις;». «Ενα βιβλίο του Γουδέλη». «Βρε τι ένα βιβλίο, είναι γι’ αυτό που χαλάει ο κόσμος, έτσι και έτσι». «Τι;» λέει ο Ρόδης, «Παναγία μου, είναι αυτό που γράφουν οι εφημερίδες;». Ερχεται, λοιπόν: «Ελα, πάρε γρήγορα απ’ το τυπογραφείο μου τα αφορισμένα βιβλία, δεν θέλω ούτε να με πληρώσετε». «Κάτσε, ρε χριστιανέ μου, σε έχω πληρώσει, αλλά να σου πληρώσω και οτιδήποτε πρόσθετα». «Τίποτα, για ένα βιβλίο να κάψω εγώ το εργοστάσιό μου;».

Η κηδεία του Καζαντζάκη (5/11/1957)
(η φωτογραφία είναι από το
«Μουσείο Ν. Καζαντζάκη»)

Τα μαζεύω σαν πρόσφυγας και έρχομαι σε ένα άλλο τυπογραφείο, απέναντι από το Χημείο, όπου με ξέρανε ως χημικό, ενός Λουκά. Εκεί τύπωσα το πρώτο τυπογραφικό, δόθηκε στη βιβλιοδεσία και έσκασε μπόμπα ότι κυκλοφορεί «Ο Τελευταίος Πειρασμός».
Σε μισή μέρα πουλήθηκαν κάπου 1.750 αντίτυπα, την άλλη μέρα το ίδιο. Ετοιμαζόταν πλέον ο αφορισμός, αλλά ο Καζαντζάκης είχε την τύχη να περνάει από τη Γαλλία η ισχυρότερη γυναίκα της Ελλάδας, η Φρειδερίκη. Ηταν φίλη της Μαρίας Βοναπάρτη, που είχε παντρευτεί, ως γνωστόν, τον Γεώργιο τον μουστακαλή, τον άλλοτε Υπατο Αρμοστή της Κρήτης. Μ’ αυτόν είχε φιλίες ο Καζαντζάκης και με τη Μαρία Βοναπάρτη, στην οποία είναι αφιερωμένος «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Τον κάλεσε λοιπόν η Βοναπάρτη τον Καζαντζάκη, ότι ήταν επιθυμία τής βασιλομήτορος να τον γνωρίσει, και μια ολόκληρη νύχτα στο «Σεντρούμ» ο Καζαντζάκης γοήτευσε τη Φρειδερίκη, συζητήσανε, φωτογράφοι και απ’ το Παρίσι και από παντού τούς είχαν βγάλει φωτογραφίες, και μία απ’ αυτές έφτασε και στην Αθήνα. Οπότε, όταν είδαν τη Φρειδερίκη με τον Καζαντζάκη κοπήκαν όλοι· δεν τόλμησε να μιλήσει κανείς και «Ο Τελευταίος Πειρασμός» κυκλοφορούσε άνετα, αλλά η κυκλοφορία του έπεσε πολύ κάτω απ’ τον «Ζορμπά», πολύ κάτω απ’ τον «Καπετάν Μιχάλη», πολύ κάτω απ’ το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», γιατί ήταν ένα βιβλίο πολύ βαρύ, τουλάχιστον για την εποχή εκείνη.

(…)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ (1919-1999)
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ένθετο: ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 27/7/2007

Ολόκληρο το κείμενο εδώ


Η μαρμάρινη επιγραφή στον τάφο του Καζαντζάκη
(η φωτογραφία είναι από το
«Μουσείο Ν. Καζαντζάκη«)

  

δεν είμαι ένοχος, ήμασταν έντεκα!

13/07/2010

Μοασίρ Μπαρμπόζα (1921-2000)
Βραζιλιάνος τερματοφύλακας

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Μοασίρ Μπαρμπόζα, που πέθανε το έτος 2000 στα 79 του, ήταν αναμφίβολα ο καλύτερος τερματοφύλακας στον κόσμο. Κι όμως το όνομά του έγινε συνώνυμο με το πιο διάσημο λάθος στην ιστορία του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Η ημερομηνία είναι ακόμα χαραγμένη στη ομαδική συνείδηση της χώρας: 16 Ιουλίου 1950. Η Βραζιλία έπαιζε εναντίον της Ουρουγάης στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το στάδιο Μαρακανά του Ρίο Ντε Τζανέιρο είχε γεμίσει με σχεδόν 200.000 θεατές.
Στα μέσα του δευτέρου ημιχρόνου, και ενώ το σκορ ήταν 1-1, ο Ουρουγουανός Τζίγκια ξεπέρασε από τα δεξιά τον Μπιγκότε και σούταρε. Ο Μπαρμπόζα, που περίμενε ότι θα κάνει σέντρα, πιάστηκε απροετοίμαστος. Η μπάλα μπήκε στα δίχτυα, αφήνοντας άφωνο το πλήθος και δίνοντας μια αναπάντεχη νίκη στην Ουρουγουάη.
Ήταν μια εθνική ταπείνωση. Όχι μόνο είχαν χάσει από τους γειτονικούς τους αντίζηλους, μα είχαν χάσει και μέσα στο δικό τους στάδιο, σε ένα στάδιο που είχε χτιστεί για να αναδείξει το μεγαλείο του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου.  Η Βραζιλία έπρεπε να περιμένει άλλα οχτώ χρόνια για να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ο Μπαρμπόζα έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η καριέρα του ποτέ δεν επανήλθε και σήκωσε το βάρος της ευθύνης για το υπόλοιπο της ζωής του. «Σύμφωνα με το νόμο της Βραζιλίας, η μεγαλύτερη ποινή είναι 30 χρόνια. Η δικιά μου όμως ποινή κράτησε 50 χρόνια», δήλωσε στα 79α γενέθλιά του.

Ποτέ δεν επέτρεψαν στον Μπαρμπόζα να ξεχάσει το ματς, κάτι που έδειχνε την άσχημη πλευρά του πάθους των Βραζιλιάνων για το ποδόσφαιρο. Σε ένα ντοκιμαντέρ δήλωσε πως η πιο στενάχωρη στιγμή της ζωής του δεν ήταν το γκολ του Τζίγκια αλλά ένα σχόλιο που άκουσε σε ένα σουπερμάρκετ 20 χρόνια αργότερα. Μια γυναίκα τον έδειξε με το δάχτυλο και είπε στο αγόρι που συνόδευε: «Κοίταξε τον αυτόν, παιδί μου. Είναι ο άνθρωπος που έκανε όλη τη Βραζιλία να κλάψει».
Ακόμα και φίλοι του, επαγγελματίες, δεν μπόρεσαν να τον συγχωρέσουν. Όταν το 1993 επισκέφτηκε τον τόπο προετοιμασίας της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας για το Παγκόσμιο κύπελλο του 1994, δεν του επιτράπηκε να συναντήσει τους παίκτες. Ένας από τους προπονητές, ο αιώνια προληπτικός Μάριο Ζαγκάλο, είπε ότι ο Μπαρμπόζα μπορεί να φέρει ατυχία στην ομάδα.
Ένας αθλητικογράφος έγραψε ότι ήταν το θύμα της μεγαλύτερης αδικίας στην ιστορία του ποδοσφαίρου. «Αν δε μάθαινα να πάψω να ενοχλούμαι όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για το γκολ, θα ήμουνα τώρα ή στη φυλακή ή στο νεκροταφείο», δήλωσε πρόσφατα ο Μπαρμπόζα.(…)


Ο Μπαρμπόζα γεννήθηκε στο Καμπίνας, στη νοτιοανατολική πολιτεία του Σάο Πάολο. Αφού έπαιξε σε τοπικές ομάδες, πήρε μεταγραφή για τη Βάσκο ντα Γκάμα στο Ρίο. Εκεί έμεινε 14 χρόνια. Ήταν ο πρώτος μαύρος γκολκίπερ που έκανε καριέρα στην εθνική ομάδα. Πολλοί θεωρούν ότι το χρώμα του δέρματός του ήταν αποφασιστικός παράγοντας στην αντιπάθεια που δημιουργήθηκε εναντίον του. Στα 1950 το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο δεν είχε ακόμα ξεπεράσει το ρατσιστικό του παρελθόν.
Ο Μπαρμπόζα αποσύρθηκε στα 42. Δούλεψε στη διοίκηση του σταδίου Μαρακανά για περισσότερο από δύο δεκαετίες και όταν αποσύρθηκε από τη δεύτερη καριέρα του μετακόμισε στην Praia Grande, στην ακτή του Σάο Πάολο. Η γυναίκα του, Κλοντίλντ, πέθανε σε ηλικία 50 ετών, το 1997, από καρκίνο των οστών. Τα χρήματα που είχε ο Μπαρμπόζα δεν του έφταναν ούτε για τα αναγκαία, μέχρι που η Βάσκο ντα Γκάμα έμαθε την κατάστασή του και του έδωσε ένα ποσό το μήνα για να μπορεί να νοικιάσει ένα δικό του διαμέρισμα.
Ζούσε μόνος του, δεν είχε παιδιά, και δεν ήταν σε επαφή με κανέναν από τους συγγενείς του. Μετά το θάνατο της Κλοντίλντ, τον βοηθούσε μια φίλη του η Τερέζα Μπόρμπα, η οποία δήλωσε: «Έφτασε να κλάψει στον ώμο μου. Μέχρι το τέλος του έλεγε συχνά: -Δεν είμαι ένοχος. Ήμασταν έντεκα!»

μετάφραση από το άρθρο του Alex Bellos
εφημερίδα The Guardian, 13/4/2000


1950: Βραζιλία – Ουρουγουάη: 1-2

 

περισσότερα για τον Μπαρμπόζα:

Μισό αιώνα μοιραίος άνθρωπος

49 χρόνια δεισιδαιμονίας

«Λιλί Μαρλέν»: η μόνη συνεισφορά των Ναζί στον κόσμο

09/07/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Ήταν μια φορά ένας πόλεμος», εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑΣ. Το απόσπασμα αναφέρεται στο τραγούδι «Λιλί Μαρλέν» που έγινε παγκόσμια επιτυχία στα χρόνια του Β’  Παγκοσμίου Πολέμου.

Λ ο ν δ ί ν ο, 1 2  Ι ο υ λ ί ο υ  1 9 4 3. Αυτή είναι η ιστορία ενός τραγουδιού. Το λένε «Λιλί Μαρλέν» και γράφτηκε στη Γερμανία το 1938 από το Νόρμπερτ Σουλτς και το Χανς Λέιτ. Στη συνέχεια προσπάθησαν να το βγάλουν σε δίσκους αλλά τους το απέρριψαν κάπου δυο ντουζίνες εταιρίες δίσκων. Τελικά το πήρε μια τραγουδίστρια, η Λάλα Άντερσον, μια Σουηδέζα, που το χρησιμοποίησε σαν το σουξέ της. Η Λάλα Άντερσον είχε μια βραχνή φωνή και ήταν ακριβώς ο τύπος της φωνής που χρειαζόταν για ένα τέτοιο τραγούδι.
Το «Λιλί Μαρλέν» είναι ένα πολύ απλό τραγούδι. Η πρώτη του στροφή λέει: «Κάτω από τα φανάρια, κοντά στην πλατεία των στρατώνων, συναντούσα τη Μαρλέν και ήταν νέα και καλή». Τόσο απλό ήταν το τραγούδι. Συνέχιζε μιλώντας για τη Μαρλέν που στην αρχή της άρεσαν τα σειρήτια και μετά τα γαλόνια. Η Μαρλέν γνώριζε όλο και περισσότερους άντρες ώσπου, τελικά, γνώρισε έναν ταξίαρχο, που ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε τόσον καιρό. Έχουμε κι εμείς ένα τραγούδι με τον ίδιο σχεδόν σκωπτικό κυνισμό.

 
Η Lale Andersen τραγουδάει τη «Λιλί Μαρλέν»

Τελικά η Λάλα γύρισε ένα δίσκο μ’ αυτό το τραγούδι, αλλά κι αυτός δε σημείωσε επιτυχία. Μια νύχτα, όμως, ο γερμανικός ραδιοσταθμός του Βελιγραδίου, που έκανε προγράμματα για το Άφρικα Κορπς του Ρόμμελ, ανακάλυψε πως, εξαιτίας ενός μικρού βομβαρδισμού, δεν του είχαν απομείνει πολλοί δίσκοι, αλλά ανάμεσα στους ελάχιστους ανέπαφους δίσκους ήταν και το τραγούδι «Λιλί Μαρλέν». Το μετέδωσαν στην Αφρική κι από το άλλο πρωί το σιγοσφύριζε όλο το Άφρικα Κορπς κι άρχισαν να καταφθάνουν γράμματα στρατιωτών που απαιτούσαν να μεταδοθεί και πάλι.
Η ιστορία της δημοτικότητάς του στην Αφρική μεταδόθηκε αμέσως στο Βερολίνο και η κυρία Γκαίρινγκ, που άλλοτε ήταν τραγουδίστρια της όπερας, τραγούδησε το τραγούδι της άστατης «Λιλί Μαρλέν» σε μια διαλεχτή ομάδα Ναζί, αν βέβαια υπήρχε τέτοιο πράγμα. Το τραγούδι έγινε αμέσως δημοφιλές και μεταδινόταν συνεχώς από το γερμανικό ραδιόφωνο, ώσπου ο ίδιος ο Γκαίρινγκ το σιχάθηκε, και λέγεται πως μια και η αστάθεια είναι ένα θέμα καθόλου ευχάριστο για τ’ αυτιά ορισμένων υψηλά ισταμένων Ναζιστών, επικράτησε η άποψη να δολοφονηθεί αθόρυβα το τραγούδι. Μα στο μεταξύ το «Λιλί Μαρλέν» είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Η Λάλα Άντερσον ήταν πια πασίγνωστη σαν «Η αγαπημένη των στρατιωτών». Τη φωτογραφία της την καρφίτσωναν στους θαλάμους τους. Η βραχνή φωνή της ακουγόταν από φορητα γραμμόφωνα.

Λάλε Άντερσεν (1905-1972)
η φωτογραφία είναι από το: tovima.gr

Μέχρις εδώ το «Λιλί Μαρλέν» ήταν ένα αποκλειστικά γερμανικό πρόβλημα, αλλά ήδη η Όγδοη Βρετανική Στρατιά άρχισε να πιάνει αιχμαλώτους κι ανάμεσα στα λάφυρα ήταν και το «Λιλί Μαρλέν». Και το τραγούδι διαδόθηκε σ’ ολόκληρη την Όγδοη Στρατιά. Οι Αυστραλοί το σιγοσφύριζαν και του πρόσθεταν καινούργιες λέξεις. Οι ανώτεροι αδρανούσαν, προσπαθώντας να καταλήξουν σε μια γνώμη αν θα ήταν σωστό να επιτρέψουν σ’ ένα γερμανικό τραγούδι για μια κοπέλα που δεν ήταν εξαιρετικά ηθική να γίνει το αγαπημένο τραγούδι του Βρετανικού Στρατού, γιατί στο μεταξύ το τραγούδι είχε διεισδύσει και στην Πρώτη Στρατιά και οι Αμερικανοί είχαν αρχίσει να πειραματίζονται πάνω του με φυσαρμόνικες και του πρόσθεταν κι ένα ρεφραίν. Δε θα έκανε καθόλου καλό στους ανωτέρους αν είχαν στραφεί εναντίον του τραγουδιού.
Είχε ξεφύγει πια από τον έλεγχό τους. Η Όγδοη Στρατιά τα κατάφερνε μια χαρά στο πεδίο της μάχης κι έτσι αποφασίστηκε να θεωρηθεί η «Λιλί Μαρλέν» αιχμάλωτος πολέμου, πράγμα που οπωσδήποτε θα συνέβαινε άσχετα με το ποια στάση θα τηρούσαν οι ανώτεροι. Τώρα η «Λιλί Μαρλέν» έχει διεισδύσει στις αμερικανικές δυνάμεις στην Αφρική. Το Γραφείο Πολεμικών Πληροφοριών ανέλαβε το θέμα κι αποφάσισε να διατηρήσει τη μελωδία, αλλά να προσθέσει νέα λόγια εναντίον των Γερμανών. Το αν θα πετύχει ή όχι αυτό το σχέδιο είναι κάτι που θα μας το δείξει το μέλλον. Η «Λιλί Μαρλέν» είναι διεθνής πια. Είναι σίγουρο πως κάποια στιγμή θα προβάλλει και στους τοίχους των θαλάμων – νεά, ξανθιά και αμετακίνητα ουδέτερη.


Η Vera Lynn τραγουδάει την αγγλική εκδοχή της «Λιλί Μαρλέν»
(Πάντως το musicheaven.gr, γράφει πως η πρώτη αγγλόφωνη τραγουδίστρια που το ερμήνευσε ήταν η Anne Shelton)

(…)
Η «Λιλί» είναι αθάνατη. Ο απλός πόθος της να συναντήσει έναν ταξίαρχο κάθε άλλο παρά γερμανικό πρότυπο είναι. Η πολιτική μπορεί να περιορίζεται και να εθνικοποιείται, αλλά τα τραγούδια έχουν τον τρόπο τους να πηδάνε σύνορα.
Και θάταν αστείο αν, μετά από τόσες φανφάρες και ζητωκραυγές, τόσες παρελάσεις και διδασκαλίες, το «Λιλί Μαρλέν» αποδειχτεί η μόνη συνεισφορά των Ναζί στον κόσμο.

ΤΖΟΝ ΣΤΑΪΝΜΠΕΚ «ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑΣ, Μετάφραση: Ειρ. Μπαρτζινοπούλου


Η Lale Andersen τραγουδάει τη «Λιλί Μαρλέν» το 1968 σε τηλεοπτικό πρόγραμμα

Louder, please!

(…) Οι γερμανοί στρατιώτες ανέβαζαν τον ήχο των ραδιοφώνων τους στη διαπασών και αυτός έφτανε έτσι και στο αντίπαλο στρατόπεδο. «Louder, please!» (πιο δυνατά, παρακαλώ!) τους φώναζαν οι άγγλοι στρατιώτες. Και οι γερμανοί τους έκαναν το χατίρι επειδή το θεωρούσαν νίκη της πολιτιστικής τους προπαγάνδας.
Με τον καιρό άρχισαν να τραγουδούν όλοι μαζί. «Οι Εγγλέζοι ήταν εντελώς φάλτσοι» παραπονιόταν γερμανός στρατιώτης. Το απροσδόκητο αποτέλεσμα ήταν πάντως ότι για λίγα λεπτά -όσο διαρκούσε το τραγούδι- τα όπλα σιγούσαν. «Ήταν η πιο μελωδική ανακωχή που έγινε ποτέ» λέει ιστορικός του πολέμου.
Γ. ΓΑΛΙΑΝΟΣ: Λάφυρο πολέμου κήρυξαν οι Βρετανοί το «Λιλί Μαρλέν»
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 20/4/2010

ο «αιρετικός δρόμος» του Λαπαθιώτη και το «βίτσιο» του Καραγάτση

06/07/2010

Η σημερινή ανάρτηση αναφέρεται στη διαμάχη μεταξύ Καραγάτση – Λαπαθιώτη, που διεξήχθη στα 1943, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Νέα Εστία,  και η οποία ξεκίνησε όταν ο Καραγάτσης με επιστολή του στον Π. Χάρη, τότε διευθυντή της Νέας Εστίας, έγραφε για την απόφασή του να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο:

(…)

Επειδή ανάφερες και το παράδειγμα του υποφαινομένου στο τελευταίο σου χρονογράφημα, θα ήθελα να σου ξομολογηθώ την κωμικοτραγικήν ιστορία του ψευδωνύμου μου.
Ήμουνα κι εγώ από τους νέους εκείνους που είχαν πολλούς δισταγμούς για το πρωτόλειό τους έργο. Δε με φόβιζε όμως η γνώμη των συνανθρώπων μου. Με το δονκιχωτικό θράσος των δειλών, ήμουνα έτοιμος να δώσω τη μάχη με το πραγματικό και τόσο -κατά τη γνώμη σου- καλαίσθητο όνομά μου. Με τη διαφορά πως το όνομα αυτό δεν ήταν μόνο δικό μου, αλλά και του μακαρίτη του πατέρα μου, ενός ανθρώπου μ’ εξαιρετικήν αξία και μεγάλα πνευματικά και ηθικά χαρίσματα. Αλλά και παθολογικά εγωκεντρικού, που πίστευε ακράδαντα πως κάθε άλλος έξω από το δρόμο που ακολούθησε αυτός στη ζωή του, είχε μέσα του το σπέρμα της κατωτερότητας, της αποτυχίας. Και σαν καλός πατέρας που ήταν, σπατάλησε τις δυνάμεις του και την περιουσία του για να με κάνει ό,τι ήταν κι αυτός. Δηλαδή ένα σοβαρό και πρακτικό επιστήμονα πολιτικό.
Καταλαβαίνεις τη βαθειά του απογοήτευση όταν είδε τις βιολογικές και διαμορφωτικές του προσπάθειες να πάνε χαμένες. Χωρίς να έχουμε μιλήσει ποτέ καθαρά, καταλάβαινε πως η λογοτεχνική προοπτική ήταν το μεγάλο μου πάθος. Και συννέφιαζε…
Έτυχε ο μακαρίτης να έχει φίλο γκαρδιακό ένα συνομήλικό του στρατιωτικό, που ο γιος του, καλός κι ορθόδοξος ποιητής, ακολούθησε κάποιον αιρετικό σε άλλες βιοκοινωνικές του εκδηλώσεις δρόμο¹. Και γεννήθηκε στη φαντασία του πατέρα μου η πλάνη πως ο κάθε νεοέλληνας λογοτέχνης πρέπει νάχει όλα τα γνωρίσματα που ξεχώριζαν το γιο του γερο-φίλου του από τους άλλους ανθρώπους. Με φώναξε λοιπόν μια μέρα και μου εδήλωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο:
-Το όνομα που σου έδωσα είναι ακηλίδωτο και σου απαγορεύω να το κηλιδώσεις! Δε θάχουμε στην οικογένειά μας τα ρεζιλίκια του Παυσανία!
Έσκυψα το κεφάλι με τον πρεπούμενο υικό σεβασμό:
-Να μείνετε ήσυχος. Θα πάρω ψευδώνυμο…
Κι έτσι από Ροδόπουλος γίνηκα Καραγάτσης.
Ύστερ’ από λίγο καιρό κυκλοφόρησε ο «Συνταγματάρχης Λιάπκιν». Ο μακαρίτης αγνοούσε επισήμως το φοβερό μου στραβοπάτημα. Όταν όμως διάβασε τις κριτικές, όταν άκουσε τους επαίνους των ανίδεων για την πεισματωμένη αντίληψή του γνωστών και φίλων, άρχισε να κλονίζεται. Και μια μέρα αγόρασε το «Λιάπκιν» και τον διάβασε κρυφά. Μάλιστα κρυφά. 
Και κατάλαβε. Γιατί, όπως είπαμε, ήταν άνθρωπος με ανώτερην αντίληψη, ο μακαρίτης.
Με φώναξε, λοιπόν, πάλι στο γραφείο του και μου είπε τον παρακάτω μνημειώδη λόγο:
-Κηλιδωμένο όνομα σου έδωσα και πήρες ψευδώνυμο;
Έτσι, το ψευδώνυμό μου χρωστιέται όχι σε δικό μου, αλλά σε πατρικό complexe d’ infériorité για λογαριασμό του οικογενειακού ονόματος. Με τη διαφορά πως όταν γίνηκε φανερό πως δεν υπήρχε φόβος να κηλιδώσω με την πέννα μου το όνομα των Ροδοπουλέων, ήταν πια πολύ αργά. Κι έτσι απόμεινα Καραγάτσης.
Ας όψεται ο γιος του Παυσανία… 

Με φιλικούς χαιρετισμούς

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 379 (15/3/1943)

¹Σ’ αυτό το σημείο ο Καραγάτσης «φωτογραφίζει» το γνωστό ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο οποίος μάλιστα συνεργαζόταν συχνά με το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Ο πατέρας του Λαπαθιώτη λεγόταν Λεωνίδας και ήταν ανώτατος στρατιωτικός, ενώ το 1909 έγινε υπουργός των εξωτερικών και αργότερα βουλευτής.

 

Η ευφυέστατη απάντηση του Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε στο μεθεπόμενο τεύχος. Εκεί ο Λαπαθιώτης γράφει, μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στον Καραγάτση:

(…)

Στο τελευταίο γράμμα του, για τα ψευδώνυμα, αφηγούμενος το πώς αναγκάστηκε να πάρη το ψευδώνυμό του, αναφέρει πρόσωπα που μου τυχαίνουν γνώριμα, και μάλλον προσφιλή: τον πατέρα του, το φίλο του πατέρα του (Παυσανία, Πελοπίδα, είτε Λεωνίδα στρατηγό), και το γιο του φίλου του πατέρα του. Κι επειδή αυτός ο γιος του φίλου του πατέρα του δε μπορεί ο ίδιος να μιλήση, θ’ αναλάβω να μιλήσω αντ’ αυτού σα να ήμουν εντελώς στη θέση του. Δεν ξέρω τίνος είδους αντιπάθεια είχε ο πατέρας του Μ. Καραγάτση για το «στραβό δρόμο» που είχε πάρει ο γιος του καλού του φίλου Λεωνίδα, αλλά, καθώς θυμάμαι, δεν του την έκανε ποτέ γνωστή, σε ιδιαίτερές τους συζητήσεις, και δε μπορώ να λησμονήσω το θερμό και πατρικό του φέρσιμο προς το γιον αυτό, τον «παραστρατημένο», τις φορές που έτυχε να βρίσκωμαι παρών!
Κι ακόμα, ξέρω αρκετά καλά πως ο ίδιος ο στρατηγός ο Λεωνίδας ήταν, ως το τέλος της ζωής του, -κι εκείνος, κι η γυναίκα του, άνθρωποι μορφωμένοι και πολιτισμένοι- υπερήφανος για το δρόμο που πήρε το παιδί τους, μάλιστα κάπως υπερβολικά (αν κι εδώ που τα λέμε, δεν πιστεύω ν’ αρνηθή ο φίλος Καραγάτσης ότι κι οι δυο τους είχαν και λίγο δίκιο!).
Τώρα αν στις οικογενειακές τους συζητήσεις, ο πατέρας του φίλου Καραγάτση έλεγε τ’ αντίθετα (γιος και πατέρας, βέβαια, αλλιώς κουβεντιάζουν μεταξύ τους), – αυτό επίσης, δε βρίσκομαι σε θέση να το ξέρω, και το πιστεύω, όπως το λέει ο φίλος Καραγάτσης… Τόση, βλέπεις, ήταν η πνευματική διαφορά των δυο εκείνων φίλων πατεράδων (και συμ-βουλευτών, ένα διάστημα), ώστε, ενώ ο ένας είχε την αφέλεια να απαγορεύση στο παιδί του να γίνη λογογράφος για να μη μοιάση με το γιο του φίλου του, ο άλλος είχε την αντίθετην αφέλεια, όταν ο γιος του ήταν δώδεκα χρονών, να του τυπώση, σε βιβλιαράκι, από δική του εντελώς πρωτοβουλία, ένα παιδικό του δραματάκι, έμμετρο και ομοιοκατάληκτο, – τον… περίφημο «Νέρωνα τον Τύραννο», και να το μοιράζη στους γνωστούς του…
Αλλά, στα τελευταία, θα μου πήτε, τι βγαίνει απ’ αυτή την ιστορία; Θα σας το πω κι αυτό αμέσως: Βγαίνει πως ο φίλος Καραγάτσης, μην έχοντας πρόχειρη άλλην αφορμή, βρήκε τον τρόπο, γι’ άλλη μια φορά, να ικανοποιήση αξιόλογα το, ας το πω χαριτωμένο, «βίτσιο» του, της φιλάρεσκης περιαυτολογίας, θυσιάζοντας σ’ αυτό, δίχως ίχνος τύψεως, και το γιο του φίλου του πατέρα του, -κι ακόμα και τον ίδιο τον πατέρα του, που μας τον παρασταίνει αφελέστατο και με πρωτόγονη, σχεδόν, απλοϊκότητα, ενώ τον ξέραμε, ως τώρα, σοβαρά και πολιτισμένα μορφωμένο… Χαλάλι του! Σήμερα, άλλωστε, τέτοιο είναι και της εποχής το δόγμα: Ο σκοπός ν’ αγιάζη τα μέσα! Κι εγώ, τώρα, για να τον ευχαριστήσω, υπερακοντίζω τους σκοπούς του…
Μόνο, ακόμα, που θα παρατηρήσω πως, αν ο γιος του φίλου του πατέρα του είναι ο… ανήθικος υπεύθυνος για το πάρσιμο αυτού του ψευδωνύμου του, -δεν είναι όμως, και καθόλου, υποθέτω, για τη φρικώδη ακαλαισθησία της ευρέσεως αυτού του ψευδωνύμου! Γι’ αυτήν είναι υπεύθυνος ο ίδιος, – ο ίδιος που το βρήκε, και που τόχει…
Με συγχωρείς, «Νέα» μου «Εστία», που τόσο σ’ απασχόλησα με μιαν υπόθεση πολύ προσωπική, – αλλά. πρώτος, ο φίλος Καραγάτσης άνοιξε και τούτο το μπελά, όπως κάνει, κατ’ αρχήν, σ’ αυτές τις περιστάσεις!
Εγώ, δεν κάνω, παρά να τον κλείσω.
Εκτός αν έχη όρεξη και γι’ άλλο… Εγώ δεν έχω, – αλλά τι να κάνω! Γιατί να του χαλάσω την καρδιά;…

Φίλος σου πάντα
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 381 (15/4/1943)