Archive for Ιουνίου 2010

στιγμές

28/06/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει «στιγμές» και άλλα αποσπάσματα από το έργο του Κύπριου ποιητή Κώστα Μόντη.


Κώστας Μόντης (1914-2004)
(η φωτογραφία από τον Πανδέκτη)

 

 

Σκέφτομαι τι κακό όνομα θάχουμε βγάνει στο σύμπαν.
Θ’ ακούν «γήινος» και θα κουμπώνονται.

από τις «ΣΤΙΓΜΕΣ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1701

 

ΠΡΟΣ ΖΩΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

Πόσα «μάλιστα» μ’ ανάγκασες να πω,
πόσα «μάλιστα» φορτισμένα «όχι» μ’ ανάγκασες να πω!

από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1701

 

ΕΚΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Σκέφτομαι το Φεγγάρι
που μαζί με τη σκιά της Γης
πέφτουν απάνω του βαριές
κι οι δικές μας σκιές.

από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1701

 

Προσπαθήστε να μη φύγετε οφειλέτες,
να μη σας τραβάν εκεί απάνω στα δικαστήρια.

από τις «ΣΤΙΓΜΕΣ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1760

 

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ

Είχε εντέλει προσέξει
πως όσο προχωρούσε
τόσο χειροτέρευε η κατάσταση
κι έτσι αποφάσισε να διακόψει στον άνθρωπο

από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1733 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΓΗ

Την επάνδρωσες με δυο αποδιοπομπαίους αμαρτωλούς, Κύριε,
και να τ’ αποτελέσματα τώρα.

από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1733

 

Ο ΘΕΟΣ ΚΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Μας έκανε λίγους γιατί έχει πολλούς πούναι πολλοί.

από το βιβλίο του Γ. Κιτρομηλίδη: «ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»

 

ΠΡΟΣ ΧΑΡΟ Ι

Δε θάχω «όχι».
Φτάνει μονάχα να ξέρω
πως δε θα με ζητήξη εκείνο το πρωί το εγγονάκι μου,
φτάνει μονάχα να ξέρω
πως δε θα περιέρχεται το σπίτι και να με γυρεύη
πως δε θα περιέρχεται το σπίτι και να με φωνάζη.
Σου το λέω από τώρα,
σε προειδοποιώ από τώρα υπό ποια προϋπόθεση!

από το βιβλίο του Γ. Κιτρομηλίδη «ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»

 

Το τελευταίο πράγμα που ξεχνά η μνήμη είναι οι ενοχές

από τις “ΣΤΙΓΜΕΣ”

 

Είναι πάντα φρονιμότερο να σηκώνουμε εμείς τις κουρτίνες πριν τις σηκώσουν οι άνεμοι!

Τι είν’ αυτό το «αιωνία η μνήμη»,
ποιος σάς το ζήτησε;
Αφήστε τον άνθρωπο να ξεχαστεί!

Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.

Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;

Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.

Ποιο «κράτος», κύριοι, ποιο «κράτος»;
Σ’ αλλεπάλληλους σωρούς «κρατών» πατάμε.
Δεν καταλαβαίνετε πως με τεχνητά μέσα
κρατάμε την Ιστορία στη ζωή;

από τις «ΣΤΙΓΜΕΣ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

 

ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
*
Πικρή θάλασσα της Κερύνειας
που πρέπει ν’ αποσύρουμε πια
τους στίχους που σου γράψαμε (Α, 229)

από το «ΠΙΚΡΑΙΝΟΜΕΝΟΣ ΕΝ ΕΑΥΤΩ»
από το anagnostria. blogspot.com

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ

Λοιπόν νομίζω πως αν ο Ιησούς δεν ήταν Γιος του
μα εγγονός Του
δεν θα μας άφηνε να Τον σταυρώσουμε
κι ας γινόμαστε ό,τι θέλαμε.

από το anagnostria. blogspot.com

 

Ανησυχούμε που αρχίσαμε να μην ανησυχούμε,
ανησυχούμε που αρχίσαμε
να μη μένουμε πια άγρυπνοι τις νύχτες. (Α, 295)

από το anagnostria. blogspot.com

 

ΤΑ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Λέγε ό,τι θες. Θα συναντηθούμε μια μέρα.

από το greekpoems.wordpress.com 

 

ΤΟΥΡΚΟΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Απορώ πώς συνεννοούνται μαζί του!
Απορώ τι γλώσσα του μιλούν!

από τα «ΚΥΠΡΙΑ ΕΙΔΩΛΙΑ»

 

Ο κίνδυνος δεν είν’ η μοναξιά,
ο κίνδυνος είναι να μη συνηθίσεις στη μοναξιά.

από τα «ΑΝΤΙΜΑΧΑ»

 

Υπομονή. Λίγη ακόμα κωπηλασία και τελειώνουμε,
λίγη ακόμα κωπηλασία και βουλιάζουμε.

από τα «ΑΝΤΙΜΑΧΑ»

 

ΖΩΗ

Δεν τη νοιάζει αν μας δυσαρεστεί.
Ξέρει πως δεν θα ξανασυναντηθούμε.

περιοδικό «η λέξη», τ. 173
από το http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/POETS/mi.html

 

Η ΦΥΛΑΚΗ

Το χειρότερο δεν είναι
που μ’ έκλεισαν σ’ αυτή τη φυλακή
και πήραν τα κλειδιά κι έφυγαν,
μα που δεν ξέρω ως πού φτάνει η φυλακή μου,
που δεν ξέρω το περίγραμμά της,
για να κάνω επιτέλους
σαν άνθρωπος κι εγώ
μιαν απόπειρα αποδράσεως.

από την «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΑΠΥΡΟΥ»

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Συγχώρεσέ τον Κύριε
που θα παρουσιαστεί αναμάρτητος
και δε θα ‘χη απάντηση όταν τον ρωτήξης:
«Εσύ τι έκανες τόσα χρόνια
Εσύ πού σπαταλήθηκες τόσα χρόνια».

από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1628

 

 

Advertisements

τι είναι θεός;

24/06/2010

Ίσως Θεός για τον καθένα μας να ’ναι μονάχα τα όνειρά του.

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ «ΕΚΑΤΗ»

 

Ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ»

 

Ο άνθρωπος βιάζεται, ο Θεός δε βιάζεται

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»

 

Η παρουσία του Θεού, από την καλοσύνη του ανθρώπου φαίνεται.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ «ΟΙ ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟΙ»

 

Η αγάπη του Θεού αρχίζει απ’ την αγάπη του ανθρώπου.

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ «ΣΤΟΥ ΧΑΤΖΗΦΡΑΓΚΟΥ»

 

Εύκολο να θυσιάσεις στο Θεό το τίποτα, δύσκολο να θυσιάσεις τα πάντα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

 

Παίζουν οι άνεμοι, παίζουν τα σύννεφα, παίζει ο Θεός με τους ανθρώπους.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ»

 

Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

Ή θα πεις: υπάρχει Θεός, ή θα πεις: «δεν ξέρω». Άλλο τίποτα δεν μπορεί να πεις.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ «Η ΖΩΗ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ»

 

Δεν τον φοβάμαι το Θεό, αυτός καταλαβαίνει και συχωρνάει. Τους ανθρώπους φοβάμαι. Αυτοί δεν καταλαβαίνουν και δε συχωρνούν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

 

Όσο υπάρχουν παιδιά που πεινούν, Θεός δεν υπάρχει!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»

 

Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ»

 

Από τη μεταφυσική ανάγκη μιας υπερανθρώπινης στοργής ανακαλύψαμε το Θεό.

ΤΑΣΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ «ΟΙ ΠΑΝΘΕΟΙ»

 

Στιγμές – στιγμές συλλογίζομαι, όχι αν ο Θεός υπάρχει, παρά αν είναι αναγκαίος να υπάρχει.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ «ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ»

 

Ο Θεός με προστατεύει όταν όλοι πνιγούν κι εγώ μονάχα γλιτώσω. Ο Θεός με προστατεύει κι όταν όλοι γλιτώσουν κι εγώ μονάχα πνιγώ.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»

 

Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»

 

Τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «ΕΛΕΝΗ – ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ΄»
αντιγραφή από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

 

Το δράμα είναι πως ο Θεός είναι σύλληψη υποκειμενική. Η εποχή μας ζητάει αντικειμενικές αλήθειες.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ «ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ»
αντιγραφή από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

 

Έχω μέσα μου λογής Θεούς: από το Θεό του παιδικού καιρού, το δεσπότη με τα κάτασπρα γένια, ίσα με το Θεό του Σπινόζα.
Πλήθος. Ποιος λέει πως χάθηκε η πολυθεΐα;

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ «ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ – ΠΕΖΟΙ ΔΡΟΜΟΙ Α΄»
αντιγραφή από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

 

Θεός δεν είναι; Ό,τι του καπνίσει κάνει. Αν δεν μπορούσε να κάμει αδικίες, τι παντοδύναμος θα ’ταν;

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»

 

Γιατί μαθές ο Θεός τα βλέπει από κει πάνω και δεν απλώνει τ’ άγιο του το χέρι να μας γλιτώσει, πριν να μας γαντζώσει ο Εξ’ από δω!

ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ «ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»

 

Νιώθω τη φωνή του Πλάστη να ορμά από τις πέτρες, απ’ το φως, τα χόρτα κι από μέσα μου σαν ένας ευαγγελισμός ελευθερίας και χαράς.

ΠΛΑΤΩΝ ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ «ΤΟ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΟ ΡΑΣΟ»

 

Πρέπει να ευτυχή τις διά να είναι θερμός λάτρης του Θεού!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΤΣΟΣ «Ο ΛΕΑΝΔΡΟΣ»

 

Α, ο Θεός, αυτή η άγνωστη δύναμη, είναι κακούργος, κακούργος!

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ «Ο ΝΕΟΣ ΜΩΥΣΗΣ»

 

Ο Θεός, ο Θεός… Αυτός δα είναι που δε μοίρασε τίποτα στη γη σωστά. Αλλού με το τσουβάλι, αλλού με το κουτάλι.

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ ΠΑΠΑ «Η ΧΡΥΣΩ»

 

Ω! Ας ήτανε Θεός στον ουρανό, μονάχα για ν’ ακούσει τούτη την προσευκή μου κ’ εγώ θα του συχωρνούσα όλες τις δυστυχίες που αφήνει να δέρνουν έτσι αλύπητα τους ανθρώπους.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ «Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»

 

Χτίση, χτίσματα και Χτίστης είναι από την ίδια ζύμη. Ένας ο πλάστης, ίδιος ο πηλός, αναρίθμητα τα καλούπια…

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ»

 

Ποιο ’ναι το χρέος μας; Να σου το πω εγώ, με λίγα λόγια: Αν είσαι λύκος, να τρως. Αν είσαι αρνί, να σε τρώνε! Κι αν ρωτάς και για Θεό, αυτός είναι ο Μέγας Λύκος – αυτός δα τρώει αρνιά και λύκους συγκόκαλα!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ»

 

Θεός δεν είναι εκείνος που μας πείθει περί της υπάρξεώς του και της ματαιότητος όλων των άλλων. Θεός είναι εκείνος που μας πείθει περί της υπάρξεως και της αξίας των πάντων.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ «Η ΖΩΗ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ»

 

Να δεχτώ πως η ανώτατη εξουσία που εφορεύει τον κόσμο δεν έχει για χαραχτηριστικό της την κακία… Ωραία! Τότε θα έχει για κύριο γνώρισμά της την αναισθησία…

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ «ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ»

 

Το κάθε τι μέσα σ’ αυτή την εξαίσια φύση, είναι θαυμαστό κι αγαπητό. Θησαυρός για την καρδιά μας. Πίσω από όλα είναι ο Θεός που δίνει σε κάθε τι που έπλασε τη γλυκύτητα του Παραδείσου.

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ «ΘΑΛΑΣΣΕΣ, ΚΑΪΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΔΕΣ»

 

Η αγαθότη του Θεού είναι άβυσσος της θαλάσσης, τους μωρούς κάνει σοφούς, τους σοφούς μωρούς, τους αντρείους δειλούς, τους δειλούς αντρείους, διά να δοξάζεται ο πλάστης του παντός.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ»

 

Έτσι μιλάω με το Θεό μου αυτήν την ώρα… Κι εκείνος, θα μου πεις, τι λέει; Εκείνος αποκρίνεται, με τα πάντα, με την καθεμιά ομορφάδα του κόσμου μ’ απαντάει, με το φεγγάρι, με τη θάλασσα, ακόμα και με τη μακρινή σιωπή…

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ «Ο ΧΑΤΖΗ ΜΑΝΟΥΗΛ»

 

Τάχατες ο Θεός φταίει για οι άνθρωποι; Κι αν φταίνε οι άνθρωποι, ο Θεός δεν είναι που τους έπλασε έτσι κι αλλιώς, κριματισμένους. Τρέχα γύρευε…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ «ΟΙ ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟΙ»

 

Πόσοι σοφοί απολογητές προσπάθησαν να συμφιλιώσουν την ύπαρξη ενός πανάγαθου και παντοδύναμου θεού με την παρουσία του κακού στον κόσμο… Ο πόνος και μόνον ενός αθώου αρκεί για να γκρεμίσει όλα τους τα επιχειρήματα.

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ «ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

 

Γιατί να υπάρχει τέτοια ανισότητα, τέτοια σκληρότητα, τέτοια απανθρωπιά. Ποιος φταίει; Και τι κάνει επιτέλους αυτός ο πανάγαθος Πλάστης που στέκεται και σεργιανά αυτή την ασυναρτησία που δημιούργησε;

ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ «ΣΑΝ ΤΑ ΤΡΕΛΑ ΠΟΥΛΙΑ»

 

Ένας θεός ανολοκλήρωτος που θέλησε να εκδηλωθεί, να βρει μια απασχόληση για να ξεφύγει από το βασανισμένο είναι του και να ξεχάσει τον εαυτό του. Και στο τέλος, από αδυναμία πάλι, πόθησε κι έναν θεατή για το τυραννισμένο έργο της ανίας του. Έτσι, δημιούργησε τον άνθρωπο.

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ «ΕΚΑΤΗ»

 

Να βλέπουμε τον κόσμο, τη Δημιουργία ολάκερη, παραδομένη στην αλληλοεξόντωση, κυλισμένη στο αίμα, να σπαράζει και ν’ αχνίζει, να βλέπουμε τη Φύση εχθρό ορκισμένο του ανθρώπου, και να λέμε το Δημιουργό αγαθό, αυτό – συμπαθάτε με – είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνω.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ «ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ»

 

Μια εξίσωση αλγεβρική, μια διατύπωση κάποιου νόμου της μηχανικής, κάτι παρόμοιο τέλος πάντων που έχει σχέση με τη δημιουργική σκέψη, μας πλησιάζει πιο πολύ προς το Θεό παρά μια προσευχή όπως την εννοεί όλος ο κόσμος.

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ «ΕΚΑΤΗ»

 

Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ»

 

Ανάμεσα σε ένα θεό παντοδύναμο (αλλά όχι πανάγαθο) και σε ένα θεό πανάγαθο (αλλά όχι παντοδύναμο) θα προτιμούσα τον δεύτερο. Προτιμώ να σκέπτομαι ένα θεό καλό που αγωνίζεται κι αυτός μαζί μας εναντίον του κακού – παρά έναν παντοδύναμο θεό που αδιαφορεί. (Έστω κι αν ένας θεός μη – παντοδύναμος, δεν είναι θεός…).

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ «ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

 

Μωρέ τι υποφέρει κι αυτός ο Θεός, βρήκε τον μπελά του μαζί μας. Φωνάζουν τα ψάρια: Μη μας στραβώσεις, Κύριε, και μπούμε στα δίχτυα! Φωνάζουν οι ψαράδες: Στράβωσε τα ψάρια, Κύριε, να μπούνε στα δίχτυα! Ποιον από τους δυο ν’ ακούσει ο Θεός; Πότε ακούει τα ψάρια, πότε τους ψαράδες – κι έτσι πορεύεται ο κόσμος!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»

 

Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό ’ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις! Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»

 

Το μόνον που εφρόντισε για τον άνθρωπο ο Θεός είναι, κατά τη γνώμη μου, να τον κάμει ατελή, για να ‘χει διαρκώς την ανάγκη του Θεού του αυτού.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ “ΑΤΤΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ”

 

Τώρα θα παρακαλέσουν το Θεό, θα τον ευχαριστήσουν για τη νίκη και θα τον παρακαλέσουν να τους βοηθήσει να σκοτώσουν πολλούς εχθρούς! Απ’ την άλλη μεριά οι ιμάμηδες και οι λοιποί χοτζάδες θα παρακαλέσουν και αυτοί το Θεό για να τους βοηθήσει και έτσι ο Θεός θα βρεθεί σε δύσκολη θέση σε ποιον από τους δυο να δώσει βοήθεια…

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ “Ο ΛΑΓΚΑΣ” Εκδόσεις ΣΤΑΧΥ

 

Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους ανθρώπους είναι το δύσκολο. 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Ρώτησε κάποιος τον κύριο Κ. αν υπάρχει Θεός, και ο κύριος Κ. είπε: “Σου συνιστώ να αναλογιστείς, αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα σε κάνει ν’ αλλάξεις συμπεριφορά. Αν δεν πρόκειται ν’ αλλάξεις, τότε το ερώτημα δεν έχει νόημα. Αν πάλι πρόκειται ν’ αλλάξεις, τότε μόνο σε ένα μπορώ να σου φανώ χρήσιμος: να σου πω ότι έχεις ήδη αποφασίσει πως χρειάζεσαι έναν Θεό”.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ “ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ (μετάφραση: Ι. Παπάζογλου)

 

Είν’ ο Θεός που αγαπιέται μέσα στον καθένα που αγαπιέται
Και
Είν’ ο Θεός που αγαπά μές στον καθένα που αγαπά.

ΙΜΠΝ ΕΛ ΑΡΑΜΠΙ (1165-1240)
μετάφραση Γ. Υφαντής
από το «Μυστικοί του ισλάμ (σούφηδες)»
περιοδικό «η λέξη» τ. 3 (Μάρ. – Απρ. 1981)

 

… Ποτέ να μη φτάνεις ως την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη θεωρείς πως όλα είναι εντάξει. Η νιότη είναι το ανικανοποίητο. Ο Θεός πρέπει να ήταν ήδη πολύ γέρος όταν ξεκίνησε να δημιουργεί. Ειδάλλως δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης μέρας. Ούτε καν το βράδυ της χιλιοστής ημέρας. Ούτε καν σήμερα. Αυτό είναι που του καταλογίζω. Που κατάφερε να ξοδέψει όλες του τις δυνάμεις. Που θεώρησε πως το βιβλίο έφτασε στο τέλος του με τη δημιουργία του ανθρώπου και γι’ αυτό κατέθεσε την πένα του και περιμένει πια να δει πόσες επανεκδόσεις θα κάνει. Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης. Σε κάνει να θέλεις να κλάψεις και να χάνεις το κουράγιο σου για οτιδήποτε.

Άνθρωποι, όταν σας φέρνουν το Θεό τα υπάκουα και καλά εκπαιδευμένα σκυλιά, που τον κουβάλησαν με κίνδυνο της ζωής τους, πάρτε τον και ξαναπετάξτε τον μες στο απροσμέτρητο. Διότι το Θεό δεν κάνει να τον φέρουν στην όχθη τα υπάκουα και καλά εκπαιδευμένα σκυλιά. Δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο μες στα αφρισμένα νερά του, κι ένα μεγάλο μελλοντικό κύμα θα τον σηκώσει ως τη γη εκείνη, που θα ‘ναι αντάξιά του.

…Τίποτε δεν μειώνει πιο πολύ την ικανότητά μας να βιώσουμε πραγματικά το Θεό απ’ ό,τι η επιμονή μας να θέλουμε να βλέπουμε δικές του παρεμβάσεις εκεί όπου εκείνος ανέκαθεν απόφευγε ν’ αναμιχθεί. Για να μην πούμε ότι, έτσι καθώς τον φανταζόμαστε να συμμετέχει σε τόσα πράγματα που μας αφορούν, παραβλέπουμε πιθανότατα τα σημάδια των πραγματικών παρεμβάσεών του κάπου αλλού και τις πλέον κραυγαλέες αποδείξεις του.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

τι φοβερό θεριό…

18/06/2010

Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στον Ηλία Βενέζη.

Αυτά διηγόταν η μεγάλη αρκούδα για την ιστορία της φυλής τους στο αρκουδάκι, τη σεληνοφώτιστη νύχτα, ψηλά στα Κιμιντένια. Άκουγε το μικρό με ξαφνιασμένα μάτια και προσπαθούσε να καταλάβει το νόημα του κόσμου.
«Τι γίνανε οι άλλες αρκούδες της φυλής μας που ήρθανε στα Κιμιντένια;» ρώτησε.
‘Κι εδώ μας βρήκε ο άνθρωπος. Χάθηκαν όλες απ’ το χέρι του».
«Κι ο πατέρας μου; Τι απόγινε ο πατέρας μου;»
Η μεγάλη αρκούδα θα ‘θελε πολύ να μη βάζει σε λύπη από τόσο μικρό το παιδί της. Μα δε γινόταν. Έπρεπε από τώρα ν’ αρχίσει να μαθαίνει τον κόσμο και να ξέρει τη μοίρα του:
«Ήταν τον καιρό που τα χιόνια αρχίζουν να λιώνουν κι οι αγριομέλισσες αφήνουν τις φωλιές τους και γυρίζουν στα δέντρα να φάνε», είπε. «Πήγε να μας φέρει μια φωλιά με μέλι, γιατί ό,τι σε είχα γεννήσει κι ήμουνα ανήμπορη. Δεν ξαναγύρισε».
«Γιατί;»
«Ο άνθρωπος!», είπε η μάνα. «Θα συναπαντήθηκε με άνθρωπο!»
Τι φοβερό θεριό, λοιπόν, να ‘ναι αυτό, «ο άνθρωπος», συλλογιζόταν το αρκουδάκι. Και να βρίσκεται παντού, να ‘χει πλημμυρίσει τον κόσμο: απ’ το Λίβανο ίσαμε το Καζ – Νταγ και τα Κιμιντένια!
«Τι έχει μ’ εμάς ο άνθρωπος; Τι έχει με τη φυλή μας;»
«Του μοιάζουμε», είπε η μεγάλη αρκούδα. «Μπορούμε να σταθούμε στα δυο ποδάρια καταπώς στέκεται αυτός. Μπορούμε να χορέψουμε ολόρθες σαν αυτόν. Μπορούμε όπως κι αυτός να σηκώσουμε αλύσίδες. Του μοιάζουμε».
«Και μ’ αυτό τι;»
«Ο άνθρωπος αγαπά να χτυπά όσους του μοιάζουν», είπε πάλι η μεγάλη αρκούδα. «Αγαπά να σκοτώνει τον όμοιό του».
«Αχ!» στενάζει το αρκουδάκι, κι είναι ο πρώτος στεναγμός που βγαίνει απ’ το στόμα του στον κόσμο. «Τι καλά που θα ‘ταν να μην ήταν ο άνθρωπος».
«Τι καλά που θα ‘ταν», είπε η μεγάλη αρκούδα.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Πού να βρεις ρότα με την ψυχή τ’ ανθρώπου;

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΩΚΕΑΝΟΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Το θέλει ο άνθρωπος να μιλά και να ξαλαφρώνει.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΩΚΕΑΝΟΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Το βάσανο τ’ ανθρώπου δεν είναι μαθές αυτό: πως πρέπει να συλλογίζεται;

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΩΚΕΑΝΟΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Παίζουν οι άνεμοι, παίζουν τα σύννεφα, παίζει ο Θεός με τους ανθρώπους.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Όταν κανείς είναι φτωχός και βασανίζεται, τι να λυπηθεί; Δεν έχει καιρό, όλα θέλουν ηρεμία. Το σώμα έγινε με πηλό, πρώτο, κ’ έπειτα, πολύ έπειτα, έγινε η καρδιά και αποτέθηκε μέσα του.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΓΑΛΗΝΗ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

Ο μαρτυρικός θριαμβικός ανήφορος του Βενέζη

Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από άρθρο του Γ. Βαλέτα για τον Ηλία Βενέζη :

Γράψε το, μου είπε, αυτή είναι η αλήθεια. Δεν ήμουν -και ποιος είναι;- έγινα. Το ταλέντο που έφερα στον κόσμο, το είχαν και άλλοι, ίσως και περισσότερο. Η Μοίρα μου όμως το μεγάλωσε, γιατί εμένα -ξεχωριστά εμένα και κανένα άλλο στα γράμματά μας, καθώς εσύ το ξέρεις καλλίτερα ως ιστορικός της λογοτεχνίας- μ’ έφερε πιο κοντά στον ανθρώπινο πόνο και μ’ έκανε να ζήσω αυτά που έπαθα και έγραψα, να μαρτυρήσω με τη διπλή σημασία της λέξης: να βασανιστώ και να δώσω σαν καλλιτέχνης τη μαρτυρία μου για ένα υλικό της εθνικής μας ιστορίας, που δεν μπορεί να το συλλάβει ο νους και η ιστορία.
Δεν γίνεσαι συγγραφέας αν δεν το πληρώσεις ακριβά με τη ζωή σου, μου έγραφε λίγους μήνες πριν από το θάνατό του όταν το Δεκέμβριο του 1972 τα «Αιολικά Γράμματα» του αφιέρωσαν ένα πολυσέλιδο τεύχος τους, όπου δημοσιεύτηκε και από μένα ένα σχεδίασμα βιβλιογραφίας του.

 

Ερωτημένος στα 1970 σε μιαν εκρηκτική φιλολογική συνέντευξή του με τον Β. Ψυρράκη των «Σημερινών» (29/10/1970) αν είναι ευχαριστημένος μ’ αυτό που έδωσε ως συγγραφέας, απάντησε απερίφραστα από το ύψος που είχε ανεβεί: «Συνήθως σε παρόμοια ερωτήματα δίνεται απάντηση με επιδεικτική μετριοφροσύνη. Εγώ θα σας απαντήσω με ευθύτητα. Αγρύπνησα σ’ όλη τη ζωή μου δουλεύοντας βιοποριστικά στην Τράπεζα και γράφοντας τις νύχτες βιβλία. Τα βιβλία αυτά αποτελούν μια μικρή βιβλιοθήκη. Διαβάστηκαν και διαβάζονται όσο ελάχιστα. Θα πρέπει να μεταδίδουν κάποια ευχαρίστηση, κάποια συγκίνηση. Τα βιβλία αυτά είχαν και μιαν άλλη καλή μοίρα: μεταφράστηκαν και εκυκλοφόρησαν σχεδόν σ’ όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στην Αμερική. Για το συγγραφέα που γράφει σε μια γλώσσα την οποία μιλούν ελάχιστα εκατομμύρια ανθρώπων, το να βλέπει το έργο του σε τόσες γλώσσες, στα χέρια τόσου ξένου κόσμου είναι μια σπάνια και δυνατή χαρά. Γιατί λοιπόν να σας πω οτιδήποτε που δεν είναι αληθινό; Μάλιστα, είμαι ευγνώμων στη Μοίρα που μου προορίστηκε ως Έλληνος συγγραφέως.

 

Το γυρισμό του στη Μυτιλήνη, ύστερα από την αιχμαλωσία, περιγράφει σε μια συνέντευξή του (Απογευματινή 5/6/1969). «Ήταν η μέρα που γύριζα στη Μυτιλήνη από τα κάτεργα της Ανατολής. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη κόσμο. Όλοι ήθελαν να μου σφίξουν το χέρι, να μου μιλήσουν, να με ρωτήσουν για τους δικούς τους, που είχαν μείνει στην απέναντι αιολική γη…»
Τότε τον πλησίασε ένας άγνωστος άνθρωπος, ο Μυριβήλης! Του έσφιξε το χέρι και τον ρώτησε:
-Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;
-Να ξεχάσω! είπα απλά.
-Πρέπει να τα γράψεις όλα.
-Όλα! ρώτησα με αγωνία.
-Όλα.
Δίσταζα, δεν ήθελα να γράψω, δεν μπορούσα να γράψω.
-Άκου, μου λέει ο φίλος μου. Είμαι κι εγώ λίγο συγγραφέας. Δημοσιεύω ένα δικό μου μυθιστόρημα στην «Καμπάνα». Είναι μια καλή εφημερίδα. Όταν τελειώσω το δικό μου, κοίτα να έχεις έτοιμο το δικό σου… Η «Ζωή εν τάφω» τέλειωσε σε μερικές εβδομάδες. Ο Μυριβήλης διάβαζε τα χειρόγραφά μου και κινούσε το κεφάλι. «Καλά πας», μου ‘λεγε. «Γράφε».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ, «Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΘΡΙΑΜΒΙΚΟΣ ΑΝΗΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΒΕΝΕΖΗ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
τεύχος 1139 Χριστούγεννα 1974

 

Από μακριά

Αλλά οι Τούρκοι, όταν το «Νούμερο 31.328» μεταφράσθηκε σε ξένες γλώσσες και το διάβασαν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τάβαλαν μαζί μου ότι τους προσβάλλω. Ήθελαν να καταγράψω αγγελικά τα συμβάντα κατά τη μικρασιατική καταστροφή: τις πυρπολήσεις, τον «λευκό θάνατο» των ομήρων και τις σφαγές – στα οποία ήμουν αυτόπτης. Επαναλαμβάνω: μπόρεσα να γράψω το χρονικό αυτό χωρίς μίσος. Και, καθώς φαίνεται, νέος τότε ήλπιζα ότι η λογοτεχνία μπορεί να εξημερώνη, να βοηθά τους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι, με το να τους υπενθυμίζη το τι συμβαίνει όταν αποχαλίνωνται τα ένστικτα. Η αγριότητα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου μας έβγαλε απ’ αυτές τις αφελείς αυταπάτες. Κατερείπωσε και αυτά τα όνειρα.
Οι Τούρκοι μετά την έκδοση του «Νούμερο 31.328» στην Ευρώπη μου έχουν απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα τους.
(…)
Δεν θα πάω στην Ανατολή, δεν πρόκειται. Θα βλέπω από μακριά, απ’ την Εφταλού, τα βουνά της πατρίδας μου, της Ίδης, του Ιλίου. Και θα σκέπτομαι ότι και αυτό είναι ένα προνόμιο: Εκατομμύρια ξερριζωμένων ανθρώπων του εκπληκτικού διαστημικού αιώνα μας δεν το έχουν, ούτε αυτό. Το από μακριά.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Οι Τούρκοι και ένας Έλληνας συγγραφέας»
εφημερίδα  «ΤΟ ΒΗΜΑ», 30/3/1971
από το ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

 

Το αηδόνι

Ο Ηλίας Βενέζης θυμάται τον Στράτη Μυριβήλη:

Μια μέρα, στην πρώτη νιότη μας, στη Μυτιλήνη, μου είπε:
-Στο Ακλειδιού ήρθε ένα αηδόνι σπουδαίο. Θα πάμε να ξαγρυπνήσουμε για να τ’ ακούσουμε την αυγή.
Ακλειδιού είναι είναι ένα μαγευτικό μέρος, παράλιο, έξω απ’ τη Μυτιλήνη. Αντίκρυ είναι τα βουνά της Ανατολής, το Δικελή, η Πέργαμος, το Τραπέζι του Δαιμόνου, το Λιος, τα Κιμιντένια. Στο Ακλειδιού ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επαναστάτης του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ξεμοναχιαζόταν και κοίταζε ονειροπόλος την απέναντι Μικρασία την Μεγάλη Ελλάδα των πατέρων μας. Εκεί στο Ακλειδιού, πήγαμε με τον Μυριβήλη και ξενυχτήσαμε, εκείνην την άνοιξη της νιότης μας, περιμένοντας ως την αυγή το ξακουστό αηδόνι. Δεν θυμάμαι πια, ύστερα από τόσα χρόνια που πέρασαν, αν ήρθε το αηδόνι και αν το ακούσαμε.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ,
τ. 1033 (15/7/1970)

Θωρηκτό Αβέρωφ: εντύπωσιν μανδροσκύλου

15/06/2010

Το θωρηκτό Αβέρωφ
(η φωτογραφία είναι από το: phorum.gr)

Ο Σοφοκλής Δούσμανης περιγράφει την πορεία του θωρηκτού Αβέρωφ κατά τη ναυμαχία της Λήμνου (Ιαν. 1913):

Ο «Αβέρωφ» εξακολουθεί μόνος διώκων τα εχθρικά σκάφη, βάλλων πάντοτε δι’ ομοβροντιών πότε εκ της μιας και πότε εκ της άλλης πλευράς… Τοιουτοτρόπως η πλεύσις του «Αβέρωφ» σχηματίζει είδος μαιάνδρου και είναι έξοχον το θέαμα, αλλά και πολύ σπάνιον συνάμα, αν όχι μοναδικόν εις την ναυτικήν Ιστορίαν, να βλέπη τις δηλ. ολόκληρον στόλον, εκ πολλών αποτελούμενων σκαφών, να φεύγη καταδιωκόμενος υφ’ ενός μόνον πλοίου, και τούτου ουχί ανωτέρου (κατωτέρου μάλιστα) κατά την επιθετικήν δύναμιν των αντιπάλων του… Ο «Αβέρωφ» κατά τη διάρκειαν όλης της διώξεως ταύτης μου έκαμνε την εντύπωσιν μανδροσκύλου, γαυγίζοντος διαρκώς και τρέχοντος πότε μεν προς τα εδώ, πότε δε προς τα εκεί, διά να αναγκάση τα πρόβατα του κοπαδιού να εισέλθουν εις την στάνην…

ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΔΟΥΣΜΑΝΗΣ «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΟΥ Γ. ΑΒΕΡΩΦ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΤΟΥ 1912-13»

από την «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»
του ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ
Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ

Περί εμπνεύσεως

13/06/2010

Δύο ιστορίες με θέμα την έμπνευση του καλλιτέχνη περιλαμβάνει η σημερινή ανάρτηση.

Η πρώτη ιστορία είναι απόσπασμα από μια διήγηση της Elizabeth Gilbert για τον Tom Waits και είναι πρόχειρη μετάφραση της ανάρτησης του εξαιρετικού site Kuxumuxu:

Ο Τομ Γουέιτς μια μέρα οδηγούσε σ’ έναν αυτοκινητόδρομο στο Λος Άντζελες, όπως μου είπε, και τότε άλλαξαν όλα γι’ αυτόν. Οδηγάει πολύ γρήγορα, μόνος του και, εντελώς ξαφνικά, ακούει ένα μικρό κομμάτι μελωδίας, που έρχεται στο μυαλό του, όπως έρχεται συχνά η έμπνευση, ακαθόριστη και βασανιστική, και τη θέλει, ξέρεις, είναι υπέροχη, και την επιζητάει, αλλά δεν έχει τρόπο να την αποκτήσει. Δεν έχει μαζί του ένα κομμάτι χαρτί, δεν έχει μολύβι, δεν έχει κασετόφωνο. Έτσι αρχίζει να νιώθει την ανησυχία να μεγαλώνει μέσα του, όπως «θα χάσω τη μελωδία, και μετά αυτό το τραγούδι θα με στοιχειώνει για πάντα. Δεν είμαι τόσο καλός και δεν μπορώ να το κάνω».
Και αντί να πανικοβληθεί ξαφνικά σταμάτησε. Σταμάτησε όλη αυτή τη νοητική διαδικασία και έκανε κάτι εντελώς απροσδόκητο. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και είπε: «Με συγχωρείς, είναι τόσο δύσκολο να δεις ότι οδηγάω; Δείχνω πως μπορώ να γράψω τώρα ένα τραγούδι; Αν θέλεις πραγματικά να υπάρξεις, έλα σε μια πιο κατάλληλη στιγμή, όταν θα μπορώ να σε φροντίσω. Αλλιώς πήγαινε να ενοχλήσεις κάποιον άλλον. Πήγαινε στον Λέοναρντ Κοέν.

από το Kuxumuxu Mythologies

 


Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849)

Η δεύτερη ιστορία, που βρίσκεται στα όρια μεταξύ παράδοσης και πραγματικότητας, διασώζεται από την πέννα του Ηλία Βενέζη:

…Σαν πέθανε η Virginia, συνέχισε σε λίγο η κυρούλα της καλύβας του Fordham, ο Έντγκαρ άρχισε να πίνει πολύ. Ξαναγύρισε στη Βαλτιμόρη. Τότε έγραψε τους περίφημους στίχους των «The Bells». Γράφτηκαν οι στίχοι εδώ, στο Fordham; Γράφτηκαν στη Βαλτιμόρη; Μια νύχτα, λέει η παράδοση, ο Έντγκαρ είχε πάει στη δημόσια βιβλιοθήκη, στη Βαλτιμόρη. Γύριζε αργά στο σπίτι του της οδού Αγίου Παύλου. Χιόνιζε. Άκουσε τα κουδούνια μιας καρότσας. Ήταν μια χαρωπή, χαρωπή, μελωδία! Χύθηκε η μελωδία στην καρδιά του. Έψαξε στην τσέπη του γυρεύοντας μολύβι και χαρτί. Δεν είχε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Οι στίχοι έρχονταν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον – εξαίσιες φράσεις θα χάνονταν. Ο Πόε όρμησε προς το πρώτο σπίτι που ήταν εκεί κοντά, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν το σπίτι του δικαστή Gile. Άνοιξε ο ίδιος ο δικαστής. «Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!» είπε έξαλλος ο νυχτερινός ξένος. Ο δικαστής βλέποντας πως έχει να κάνει μ’ έναν κύριο τον κάλεσε μέσα, τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη του, και αποσύρθηκε ευγενικά αφήνοντας μόνον τον ξένο. Όταν αργότερα μπήκε στη βιβλιοθήκη για να δει τι κάνει ο άγνωστος, αυτός δεν ήταν πια εκεί. Όμως πάνω στο τραπέζι, γραμμένοι σ’ ένα χαρτί, ήταν οι πρώτες τρεις στροφές των «The Bells» που αργότερα ο δικαστής τις κορνίζωσε και τις κρέμασε στο γραφείο του:

Hear the sledges with the bells –
Silver bells!
What a world of merriment their melody foretells!
How they tinkle, tinkle, tinkle,
In the icy air of night!
While the stars that oversprinkle
All the heavens, seem to twinkle
With a crystalline delight;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the tintinnabulation that so musically wells
From the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells –
From the jingling and the tinkling of the bells.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 547, 15/4/1950

Έμεινε πάντα αδέσμευτος

10/06/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιέχει ένα ακόμη απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Έλλης Άλεξίου «Από πολύ κοντά», που αναφέρεται στο Νίκο Καζαντζάκη. 

Θυμόμουν συχνά την περίπτωση του Νίκου του Καζαντζάκη, που με τίποτα δε δεσμεύτηκε σ’ όλη του τη ζωή. Δε σκλαβώθηκε τριάντα χρόνια πάνω στην έδρα, όπως ο Λευτέρης κι εγώ. Ετεροκίνητα ζήσαμε του κουδουνιού. Πεινούσαν κυριολεκτικά, άμα πρωτοπήρε τη Γαλάτεια κοντά του, μα αδιαφόρησε. Τον διόρισε ο Βενιζέλος Γραμματέα στο Υπουργείο της Παιδείας, σωτήρια λύση για την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τότε, μα βρήκε πρόφαση πως έπρεπε να τον κάμουν διευθυντή με το πρώτο και δε δέχτηκε το διορισμό. Υπουργό να τον έκαναν δε θα δεχόταν. Ήταν πλασμένος για να ασχολείται με ό,τι τον έσπρωχνε μπροστά. Έτσι είχε γεννηθεί. Όπου ο καημένος ο πατέρας μου υποχρεώθηκε να τους στέλνει από το υστέρημά του… Θυμούμαι που και τον καφέ ακόμα τους τον στέλναμε από το Ηράκλειο… και στο Ηράκλειο στέλνανε τα ρούχα τους και τους τα πλύναμε… Έζησαν τότε στην αρχή μαύρες μέρες φοβερής ανέχειας και δυστυχίας. Όταν το καλοκαίρι του 1911 αντίκρυσα τη Γαλάτεια στα Πατήσια που ζούσαν, μου φάνηκε το πρόσωπό της σαν κρανίο… Τις μέρες που κάναμε εκεί -είχαμε πάει εγώ κι ο Λευτέρης- γνωρίσαμε κι εμείς πρώτη φορά τι θα πει πείνα… Ύστερα τους πήραμε και κατεβήκαμε όλοι μαζί στην Κρήτη, και γαλήνεψε κάπως η Γαλάτεια από κείνη την ανομολόγητη συμβίωση με έναν άνθρωπο τόσο ασυνεννόητο στην κοινή ζωή. Και με τη Γαλάτεια δίπλα του εξακολουθούσε να ζει με τις έξεις και την ψυχολογία του εργένη. Με την ταχτική που ακολουθούσε ζώντας τόσα χρόνια φοιτητής ή σπουδαστής στο εξωτερικό. Και φυσικά αμίλητος. Μόλις ξυπνούσε, είχε δίπλα του στο τραπέζι το καμινέτο με το τσαγερό. Το άναβε κι έφτιαχνε το τσάι του. Έτρωγε ξαπλωτός στο κρεβάτι και συνέχιζε το διάβασμα ή το γράψιμό του. Δε μιλούσε τα πρωινά σε κανένα για να μη χάνει χρόνο. Αυτό κράτησε σ’ όλη τη ζωή του. Πώς λοιπόν θα ‘μπαινε στο ζυγό της υπαλληλίας, να πηγαινοέρχεται σε περιβάλλοντα που δεν τον ενδιέφεραν, να κάνει γραψίματα άσχετα από το δημιουργικό του στόχο; Δεν υπήρχε δύναμη για το Νίκο, ικανή να τον κάμει να ξεκόψει από τους στόχους του τους δημιουργικούς. Όλος ο κόσμος βέβαια έχει επιθυμίες και φροντίζει να τις ικανοποιεί. Η διαφορά με τον Νίκο έγκειται σέ τούτο: είχε τη δύναμη να ζει έξω από τις καταστάσεις που υπήρχαν γύρω του. Έμεινε πάντα αδέσμευτος προς ό,τι οι άνθρωποι ονομάζουν καθήκοντα στους γονείς, στη γυναίκα σου, καθήκοντα στο διπλανό σου…

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ «ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Τα μαλλιά του Βενιζέλου

07/06/2010

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Έλλης Άλεξίου «Από πολύ κοντά», εκδόσεις Καστανιώτη.

Τέλειωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος κι απάνω στις χαρές μας και στις νίκες μας, αρχίσανε πάλι να τρώγουνται ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο… Κι όπως στα μικρά μας χρόνια είχαμε βενιζελικούς και πριγκιπικούς, τώρα στα μεγάλα μας είχαμε βενιζελικούς και βασιλικούς. Η δεξιά κόλλησε πάλι με τους βασιλιάδες. Αλλά τώρα η εχθρότητα προχώρησε ως το διχασμό. Μοιράσανε την Ελλάδα στα δυο. Και πήρε την «Παλιά Ελλάδα» ο Κωνσταντίνος με πρωτεύουσά του την Αθήνα, και τις «Νέες χώρες» ο Βενιζέλος με πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη. Η Κρήτη, που μόλις είχε ενωθεί με την Ελλάδα, και λογαριαζότανε για «Νέα», έπεσε στην επικράτεια του Βενιζέλου. Αυτό ήταν καλό για μας. Εμείς καμαρώναμε και οι μπατζάκηδες φόρεσαν τα μαύρα.
Το βενιζελικό κράτος του 1917 ονομάστηκε «Εθνική Άμυνα» κι έτσι πέρασε στην Ιστορία. Κείνα τα τρία χρόνια της Εθνικής Άμυνας (τελικά το κράτος της Θεσσαλονίκης επικράτησε. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα και η βασιλική οικογένεια εγκατέλειψε την Ελλάδα), είδε η εκπαίδευση κάποιο φως. Το υπουργείο Παιδείας το ανέλαβε η τριανδρία: Γληνός, Τριανταφυλλίδης, Δελμούζος, εισήχθηκε η Δημοτική στο Δημοτικό και γράφτηκαν βιβλία στη δημοτική γλώσσα, και Ιστορίες με κάπως προοδευτικό περιεχόμενο.
Ένα πρωινό, εφημερίδες και παραρτήματα του Ηρακλείου ανάγγελναν πως ο Βενιζέλος θα επισκεφθεί το Ηράκλειο. -Δεν είχε ακόμη επικρατήσει η Εθνική Άμυνα-. Χτυπούσαν οι καμπάνες. Οι κωνσταντινικοί κλείστηκαν στα σπίτια τους και μεις γιορτάζαμε στους δρόμους. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας στην «Πλαθειά Στράτα», κατεβαίνοντας προς των Χανιών την πόρτα, από τη δεξιά μεριά ήταν ένα κουρείο κι ακούστηκε πως εκεί είναι ο Βενιζέλος και κουρεύεται. Πήγαινε ο κόσμος για να τον δει και πήγα κι εγώ. Είδα απόξω από το κουρείο κόσμο μαζεμένο. Οι πόρτες του κουρείου ήσαν κλειστές, τζαμαρίες, ρώτησα τι περιμένουν και μου λένε: «Περιμένουν να τελειώσει το κούρεμα, για να μπουν να μαζέψουν από χάμω τα μαλλιά του Βενιζέλου για ανάμνηση, σαν κειμήλιο…» Πολύ άσχημη εντύπωση μου έκαμε αυτή η πληροφόρηση. Αηδίασα για τη φτηνή εκδήλωση κολακείας. Ίσως νέοι, είμαστε πιο μονοκόμματοι. Σήμερα όμως που έχω κορνιζωμένα τα ποιήματα της Πολυδούρη μαζί με μια τούφα από τα μαλλάκια της, τα ατενίζω με αγάπη και συγκίνηση και όχι σαν κολακεία.

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ «ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ