Archive for Μαΐου 2015

ιστορίες τραγουδιών (II)

29/05/2015

Το 1938 ο Τσιτσάνης υπηρετούσε στρατιώτης στο Τάγμα Τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη. Επειδή τα πρώτα τραγούδια που είχε ηχογραφήσει είχαν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, οι εταιρείες Οντεόν και Κολούμπια του ζητούσαν συνέχεια καινούρια τραγούδια. Έτσι ο Τσιτσάνης κατέβαινε στην Αθήνα με το τρένο, παίρνοντας 48ωρες άδειες και ηχογραφούσε τα Σαββατοκύριακα.
Διηγείται ο ίδιος: «Τις άδειες αυτές τις παραβίαζα και τις άλλαζα τον αδόξαστο γιατί δε μου έφτανε ο χρόνος για να κάνω τη δουλειά μου στην Αθήνα: να κάνω πρόβες, να μάθω το τραγούδι στον τραγουδιστή, να πάω στο στούντιο να το γραμμοφωνήσω και όλα αυτά έπρεπε να γίνουν σε μια δυο μέρες. Πού να προλάβω; Παραβίαζα τις άδειες και όταν γύριζα στο τάγμα, με περίμεναν τα κρατητήρια, δηλαδή το πειθαρχείο.»
Εκεί, στην ησυχία του πειθαρχείου, στο Ντεπώ της Θεσσαλονίκης, ο Τσιτσάνης δημιούργησε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του όπως η Αρχόντισσα, η Καλαμπακιώτισσα, η Αραπιά και άλλα.
Ειδικά για την Αρχόντισσα διηγείται ο Τσιτσάνης: «Όταν βγήκε η Αρχόντισσα έγινε σεισμός. Την τραγουδούσαν όλες οι κοινωνικές τάξεις, όλη η Ελλάδα. Από το Κολωνάκι μέχρι το τελευταίο άκρο του τόπου μας. Την πέρασαν στις λατέρνες και τις ρομβίες και την έπαιζαν μέρα και νύχτα στις γειτονιές. Πού είχαν ξανακούσει Αρχόντισσα;»

ΠΗΓΕΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΔΟΥΛΗΣ
«Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Η ΖΩΗ ΜΟΥ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

ΣΩΤΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
«Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ


Βασίλης Τσιτσάνης: Αρχόντισσα (1938)
Τραγουδάει ο Στράτος Παγιουμτζής

Το Σμυρνέικο Μινόρε υπήρξε ο διασημότερος μανές των Ελλήνων της Σμύρνης. Δημιουργός και πρώτος διδάξας υπήρξε ο Γιάννης Αλεξίου ή Γιοβανίκας.
Η Αγγελική Παπάζογλου διηγείται για το Μινόρε:
Άσε που εδώ δε μας ζητούσανε μινόρε…
Βλέπεις εμείς στη Σμύρνη λέγαμε τον καημό μας μ’ αυτό… Εδώ ήμαστε λεύτεροι… δεν είχε αξία… Εδώ δεν αρχίζαμε με μινόρε… δεν τελειώναμε με μινόρε… δε μας το παραγγέλνανε συνέχεια όπως στη Σμύρνη που τόχανε καμάρι να το παραγγείλουνε, να το ακούσουνε και να το ξανακούσουνε, όπως στην εκκλησιά που ανάβει ο καθένας το δικό του το κερί στην Παναγιά… με το μινόρε τραγουδούσαμε τον πόνο μας πούμαστε σκλαβωμένοι στην τουρκιά… με το μινόρε δεν το ξεχνούσαμε… θέλαμε όλο να το θυμόμαστε… ν’ ανάβουμε μέσα μας καντήλι… ελπίδα… ζεστασιά…
Στη Σμύρνη λέγαμε τον καημό μας με το τραγούδι, αλλά και τον μεγάλο τον καημό δεν τον ξέραμε… Ξέρεις ποιος είναι ο μεγάλος ο καημός;
Ο μεγάλος ο καημός είναι να σε φλοΐζουνε, να σε τσιτσιρίζουνε, να σε σφάζουνε, να σε καταστρέφουνε, κι όταν ξαναγεννηθείς και σε ρωτήσουνε: «Τι θες να γίνεις;» Εσύ ν’ απαντήσεις: «Πάλι Ρωμιά… πάλι Σμυρνιά… πάλι Αγγελική Παπάζογλου… κι όταν ξαναπεθάνω, ξαναβάλτε μου πικροδάφνη στο στόμα…

από το http://chingoleleta.blogspot.gr


Σμυρνέικο Μινόρε (ΗΠΑ, 1919)
Η πιο γνωστή παραλλαγή του Σμυρνέικου Μινόρε.
Τραγουδάει μοναδικά η Μαρίκα Παπαγκίκα!
Αν μ’ αγαπά κι είν’ όνειρο, ποτέ ας μην ξυπνήσω.

 

1959: Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ξεχασμένος από το ευρύ κοινό, γυρνάει στα ταβερνάκια του Πειραιά παίζοντας τα τραγούδια του ενώ στη συνέχεια βγάζει «πιατάκι» ελπίζοντας στη γενναιοδωρία των θαμώνων. Ένα βράδυ μια παρέα νεαρών δεν του επιτρέπουν να τραγουδήσει και βάζουν ένα τραγούδι στο τζουκ μποξ. Ο Μάρκος αποχωρεί πικραμένος και με αφορμή το περιστατικό συνθέτει το τραγούδι «Απελπίστηκα». Λίγο αργότερα η Κολούμπια κυκλοφορεί αυτό το τραγούδι, μαζί με άλλα παλιά και καινούρια, μετά από προτροπή του Τσιτσάνη. Δημοφιλείς καλλιτέχνες της εποχής όπως ο Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι και η Άντζελα Γκρέκα τραγουδούν τα τραγούδια του Βαμβακάρη, ο οποίος ξαναγίνεται γνωστός και αρχίζει έτσι μια «δεύτερη καριέρα» στο ελληνικό τραγούδι.


Μ. Βαμβακάρης: Απελπίστηκα (1960)
Τραγουδάει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ο Μάρκος Βαμβακάρης θυμάται τα δύσκολα γι’ αυτόν χρόνια της δεκαετίας του 50.

Όμως το έχω παράπονο που ύστερα από τόσα και τόσα, κατάντησα να μην ημπορώ να δουλέψω στην Αθήνα. Δεν με έπαιρνε κανένας τους από αυτούς που εδίδαξα και που τους είχα μαζί μου. Οποιανού έλεγα πάρε με, μου έλεγε γιατί δεν σε παίρνει ο αδελφός σου; Τέλος πάντων υπόφερα πάρα πολλά. Ξεφτέλισες, εφίλησα κατουρημένες ποδιές από αυτούς που άλλη φορά εγώ τους είχα κοντά μου, και τώρα όλοι αυτοί είναι σήμερα εκατομμυριούχοι. Δεν με πειράζει. Ας είχα μυαλά και γω να είχα σήμερα όσα ήθελα.
Σχεδόν από το πενήντα σταματήσανε και οι δίσκοι και άρχισα πάλι το εξήντα.
Κι από τότες το λοιπόν αμέσως με φώναξε η Κολούμπια. Μάρκο, φέρε μας τραγούδια. Και πήγα καμιά δεκαριά τραγούδια τα οποία τα είπε ο Μπιθικώτσης. Ξαναπήγα άλλα δέκα, πάλι ξανά τα είπε αυτός. Ύστερα αρχίνησα και έβγαζα κι εγώ.
ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ
«ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ»
Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ


Μάρκος Βαμβακάρης: Το συμφέρον (1954)
Μαζί με τον Μάρκο τραγουδάει η Μαίρη Τζάνετ.
Πολύ ωραίο τραγούδι! Και πολύ διαφορετικό από τα τραγούδια που έφτιαχνε ο Μάρκος τη δεκαετία του 30.

Advertisements

πρόωρες απώλειες

28/05/2015

Το ρεμπέτικο τραγούδι θρήνησε πολλά θύματα κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Ένα από τα θύματα ήταν ο Γιοβάν Τσαούς (ή Ιωάννης Εϊτζιρίδης). Ο Γιοβάν Τσαούς ήταν αξιόλογος συνθέτης ρεμπέτικων τραγουδιών που όμως άφησε πίσω του περιορισμένο έργο. Γεννήθηκε στην Κασταμονή του Πόντου το 1893 και υπηρέτησε στον Οθωμανικό στρατό ως λοχίας (τσαούς στα τούρκικα). Από εκεί του έμεινε το προσωνύμιο Γιοβάν Τσαούς. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά όπου εργάστηκε ως ράφτης. Δεν ανέβηκε ποτέ σε πάλκο. «Δε θα παίζω εγώ για να χορεύουν οι πουτάνες», έλεγε χαρακτηριστικά. Έπαιζε και έγραφε τραγούδια για το κέφι του. Μόνο οι γείτονες τον άκουγαν να παίζει στο μπαλκόνι του σπιτιού του κατά τα ηλιοβασιλέματα μετά τη δουλειά του. Ήταν αυτοδίδακτος σε εννέα όργανα τα οποία έπαιζε περίφημα. Μετά τη λογοκρισία του Μεταξά σταμάτησε κι αυτός (όπως και ο Βαγγέλης Παπάζογλου) τις ηχογραφήσεις.
Πέθανε το 1942 από δηλητηρίαση αφού κατανάλωσε –μαζί με τη γυναίκα του- χαλασμένο αλεύρι. Ήταν 49 χρονών.

ΠΗΓΕΣ

musicheaven.gr: ΓΙΟΒΑΝ ΤΣΑΟΥΣ

Βικιπαίδεια: Γιοβάν Τσαούς

Η ρεμπέτικη αντίσταση στους Γερμανούς και τα θύματά της

mpouzouksides.blogspot.gr: Γιοβάν Τσαούς

Ρεμπέτικη Ιστορία, ΕΤ3: Αφιέρωμα στον Γιοβάν Τσαούς


Γιοβάν Τσαούς: Πέντε μάγκες στον Περαία (1936)
Από τα ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ!
Πολύ ενδιαφέρον έχουν και τα λόγια.
Τραγουδάει ο ερασιτέχνης Αντώνης Καλυβόπουλος

 

Ο Κώστας Σκαρβέλης θεωρείται από τους κορυφαίους δημιουργούς του ρεμπέτικου τραγουδιού. Καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Στην Ελλάδα ήρθε πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή αφού είχε περάσει αρκετά χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Από το 1930 εργαζόταν ως μαέστρος και καλλιτεχνικός διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας Κολούμπια. Έγραψε πάνω από 200 τραγούδια τα οποία ερμήνευσαν οι μεγαλύτεροι τραγουδιστές του μεσοπολέμου. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σκαρβέλης για να επιβιώσει, άσκησε το επάγγελμα του τσαγκάρη. Δεν άντεξε όμως στις κακουχίες (αυτός ο γλεντζές και καλοφαγάς που είχε το παρατσούκλι Παστουρμάς) και πέθανε από την πείνα το 1942 σε ηλικία 62 ετών. Το πιστοποιητικό θανάτου του έγραφε: «θάνατος εξ οιδήματος εξ υποσιτισμού».

ΠΗΓΕΣ

http://www.sansimera.gr: Κώστας Σκαρβέλης

http://rebetiko.sealabs.net: Κώστας Σκαρβέλης

http://rempetikogeo69.blogspot.gr: Κώστας Σκαρβέλης ή Παστουρμάς


Κώστας Σκαρβέλης: Παραπονιάρα (1936)
Τραγουδάει ο Γιώργος Κάβουρας

 

Ο Αντώνης Διαμαντίδης ή Νταλγκάς γεννήθηκε το 1892 στο προάστειο Αρναούκιοϊ της Πόλης. Από μικρός ξεκίνησε να τραγουδάει επαγγελματικά ως τραγουδιστής. Τα τσακίσματα και οι κυματισμοί στη φωνή του του χάρισαν το ψευδώνυμο Νταλγκάς (νταλγκάς στα τούρκικα σημαίνει κύμα). Μεταξύ 1926 και 1933 ηχογράφησε πάνω από 400 τραγούδια, ρεμπέτικα και παραδοσιακά. Μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, σταμάτησε τις εμφανίσεις σε πάλκα, βυθίστηκε στη μελαγχολία και πέθανε τον Δεκέμβριο του 1944 σε ηλικία 52 ετών.

 ΠΗΓΕΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ Ή ΝΤΑΛΓΚΑΣ

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΜΥΡΝΕΪΚΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ

Κ. Σκαρβέλης: Έμαθα πως παίζεις ζάρια
Τραγουδάει ο Αντώνης Διαμαντίδης ή Νταλγκάς

 

 

Ο Γιώργος Κάβουρας γεννήθηκε το 1907 στο Καστελόριζο, όπου είχε καταφύγει ο Μικρασιάτης πατέρας του για να γλιτώσει από τις διώξεις των Τούρκων. Στα 1918 όλη η οικογένειά του μετακόμισε στον Πειραιά . Στα 1934 ο φίλος του, Στελλάκης Περπινιάδης τον έπεισε να γίνει τραγουδιστής. Διάφοροι συνθέτες εμπιστεύτηκαν στον Κάβουρα τις συνθέσεις τους αλλά αυτός που του έδωσε τα περισσότερα (50) τραγούδια ήταν ο Κώστας Σκαρβέλης.
Τα χρόνια της Κατοχής ήταν χρόνια εξαθλίωσης, πείνας, φόβου και κυνηγητού για τον Γιώργο Κάβουρα αλλά και για την οικογένειά του. Λόγω της καταγωγής του από το Καστελόριζο, οι Ιταλοί τον κυνηγούσαν ως λιποτάκτη.
Ο Γιώργος Κάβουρας πέθανε το 1943, σε ηλικία 36 χρονών, από εγκεφαλικό επεισόδιο που έπαθε την ώρα που τραγουδούσε στο μαγαζί του Περπινιάδη.

http://rempetomania.blogspot.gr: Γιώργος Κάβουρας

http://www.amna.gr: Ήρωες ρεμπέτες της κατοχής

http://rempetikogeo69.blogspot.gr: Γιώργος Κάβουρας


Κώστας Σκαρβέλης: Όταν σε βλέπω να γυρίζεις (1936)
Τραγουδάει ο Γιώργος Κάβουρας.

Μέσα στην Κατοχή πέθαναν επίσης ο Βαγγέλης Παπάζογλου (46 ετών), ο Παναγιώτης Τούντας (56 ετών) και ο Ανέστης Δελιάς (32 ετών από χρήση ηρωίνης).

Τα σημερινά τραγούδια αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο από τον pankonstantopoulos και τον Fountoukos

φωτεινός και αξεπέραστος

27/05/2015

Ο Τσιτσάνης βρήκε ένα τραγούδι χασικλίδικο, μόρτικο, περιφρονημένο το βρήκε στο στόμα των φυλακισμένων και των κακούργων, στα τσογλάνια της αγοράς και τού λιμανιού – και το καθάρισε από κάθε πρόστυχο και χαμηλό, πέταξε την αργκό και τούς ιδιωματισμούς, έκοψε τα πολλά στριφογυρίσματα και τα τούρκικα μοτίβα, πλούτισε τα θέματα του με κοινωνικά στοιχεία και το ‘κανε ν’ αγκαλιάσει τα μεράκια και τα ντέρτια της ελληνικής ψυχής. Τραγούδησε τούς καημούς της φτωχογειτονιάς, τού σπιτιού, της φάμπρικας, της εργατιάς, τού πονεμένου έρωτα, της ταβέρνας, με στίχους και μοτίβα, πού τούς έδωσε μια λεπτή ευγένεια και μια μελαγχολική διάθεση. Σήμερα το τραγούδι τού Τσιτσάνη συγκινεί εξ ίσου πόλεις και χωριά, εργάτες και μορφωμένους, μικρούς και μεγάλους. Ύστερα, βέβαια, ήρθαν κι άλλοι και βάδισαν στα δρόμο εκείνου, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία. Ο Τσιτσάνης όμως θα μείνει ο φωτεινός κι αξεπέραστος δημιουργός της Συννεφιασμένης Κυριακής, πού με την τέχνη του έκανε το ρεμπέτικο πιο ελληνικό και πιο ανθρώπινο.
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
1961

http://www.tsitsanis.gr


Βασίλης Τσιτσάνης: Να γιατί περνώ (1937)
Τραγουδάει η Σοφία Καρίβαλη

Από το 1937 έως τον Οκτώβριο του 1940, ο Τσιτσάνης φωνογράφησε 102 τραγούδια και πέντε οργανικά. Άλλοι ερευνητές ανεβάζουν τον αριθμό των προπολεμικών του κομματιών στα 115. Και να σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή (1938-1940) ο Τσιτσάνης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία.
Μόνο από τον αριθμό των τραγουδιών φαίνεται το μέγεθος της ιδιοφυϊας του Τσιτσάνη. Και βέβαια δεν είναι μόνο ο αριθμός. Ο Τσιτσάνης δημιούργησε έναν καινούριο ήχο ενώ άλλαξε τη δομή του στίχου, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το μέτρο. Επίσης καθιέρωσε το ρεφρέν. Γι’ αυτό θεωρείται πως μέσα στην τριετία 1937-1940 ο 25χρονος Βασίλης Τσιτσάνης δημιούργησε το οικοδόμημα στο οποίο κινείται μέχρι σήμερα η λαϊκή μουσική.
Μετά τον πόλεμο ο Τσιτσάνης συνέχισε την εμπνευσμένη του δημιουργία ηχογραφώντας άλλα 300 τραγούδια την περίοδο 1946-1960, χρονιά κατά την οποία σταματάει η δισκογραφία των 78 στροφών. Από το 1960 και μέχρι τον θάνατό του θα ηχογραφήσει ακόμα 300 τραγούδια στις 45 και 33 στροφές. Αν σε αυτά υπολογίσουμε και το πλήθος των επανεκτελέσεων και διασκευών τότε ο Τσιτσάνης καθίσταται ο πρώτος με διαφορά στην παραγωγή τραγουδιών Έλληνας συνθέτης.

ΠΗΓΕΣ
ΣΩΤΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ: Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΑΔΗΣ
ΟΙ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ


Βασίλης Τσιτσάνης: Σε φίνο ακρογιάλι (1939)
Τραγουδάει ο Στράτος Παγιουμτζής
Το τραγούδι αυτό ο Τσιτσάνης το συνέθεσε όταν ήταν μαθητής Γυμνασίου και το τραγουδούσε με την τάξη του στην εκδρομή. Ο καθηγητής της Γεωγραφίας -που τον είχε ήδη αφήσει μετεξεταστέο- μόλις άκουσε το τραγούδι επέπληξε έντονα τον Τσιτσάνη γιατί η Παραγουάη δεν έχει θάλασσα. «Πέρασα ένα καλοκαίρι κάτω από τη μουριά με το μπουζούκι και τη γεωγραφία», έλεγε αργότερα ο Τσιτσάνης.


Βασίλης Τσιτσάνης: Μ’ έναν πικρό αναστεναγμό (1940)
Η συγκεκριμένη ηχογράφηση έγινε στις 27 Οκτωβρίου 1940
Τραγουδάει ο Στελλάκης Περπινιάδης

 

Το μπουζούκι, λοιπόν, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν σύμβολο φυλακής και παρανομίας, και μόνο η παρουσία του επέφερε κοινωνικό στιγματισμό και καταδίωξη. Αντίθετα το βιολί, επειδή ήταν όργανο της ευρωπαϊκής ορχήστρας, αλλά ακόμα και της κλασικής μουσικής, ήταν σύμβολο των ανώτερων οικονομικών και κοινωνικών τάξεων και γενικά της λεγόμενης «καλής κοινωνίας».
Το περιφρονημένο μπουζούκι, εκτός από σύμβολο παρανομίας, μαγκιάς, ρεμπετιάς, ήταν επίσης σύμβολο της φτωχολογιάς.
Οι κλίμακες του μπουζουκιού αντιπροσώπευαν τα κάτω σκαλοπάτια. Εκείνες του βιολιού τα πάνω σκαλιά της κοινωνικής κλίμακας. Γι’ αυτό και ο πατέρας του Βασίλη Τσιτσάνη του είχε απαγορεύσει ρητώς να πιάνει στα χέρια του το μπουζούκι, επειδή «όποιος έχει στα χέρια του αυτό το όργανο τον περιφρονούν».
Ωστόσο, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο μικρός Βασίλης παραμέρισε το βιολί και κράτησε το μπουζούκι. Βέβαια δεν το παραγκώνισε εντελώς, δεν το πέταξε. Απλώς το έβαλε σε δεύτερη μοίρα. Αυτός ο παραμερισμός του βιολιού και η επικράτηση του νικηφόρου μπουζουκιού φαίνεται καθαρά στην πρώτη εκτέλεση της περίφημης Γερακίνας (1948, με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου), όπου ο Τσιτσάνης περιορίζει τον εαυτό του με μετριοφροσύνη, στο ρόλο του διασκευαστή. Στην αρχή (στις πρώτες εισαγωγές) το βιολί επικρατεί, ενώ το μπουζούκι ακούγεται σαν φτωχός συγγενής και γενικά κρατάει το δεύτερο ρόλο. Όμως στην τελευταία εισαγωγή πριν την τελευταία στροφή, τα πράγματα αντιστρέφονται. Το μπουζούκι κυριαρχεί και εκτοπίζει το βιολί, που δεν ακούγεται πια.

ΝΕΑΡΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
«ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ»
Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

ούτε ο Θεός

26/05/2015

Η Αγγελική Παπάζογλου γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1899. Ο πατέρας της, που είχε την επωνυμία Χιωτάκι, ήταν διάσημος σαντουρίστας στη Σμύρνη.
Η Αγγελική τραγουδούσε σε διάφορα κέντρα της Σμύρνης από την ηλικία των 17 χρονών.
Για την ορχήστρα «Πολιτάκια» της Σμύρνης θυμάται η Αγγέλα Παπάζογλου:
« Εκεί στα Πολιτάκια, στο κέντρο, παίζανε μαζί δύο ορχήστρες. Μια από από κει και μια από δω. Η από δω ήτανε για τα δημοτικά και τα σμυρναίικα. Τα Πολιτάκια ήτανε για ευρωπαϊκά. Επαυε η μία από τη μια, άρχιζε η άλλη απ’ την άλλη…Οπως οι ψαλτάδες στην εκκλησιά…»


Βαγγέλης Παπάζογλου: Ντερβίσαινα (1934)
Τραγουδάει η Αγγελική Παπάζογλου

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή η Αγγελική Παπάζογλου ήρθε με τη μητέρα της στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σε μια παράγκα στον Πειραιά. Αμέσως σκέφτηκαν να υψώσουν την ελληνική σημαία, την οποία έφτιαξαν πρόχειρα από κάτι παλιόρουχα που είχαν. Για τον ιστό της σημαίας διηγείται η Αγγελική Παπάζογλου: «Πήγαμε με τη μαμά μου και ηπήραμε κοντάρι από το νεκροσεντουκάδικο… Το κοντάρι ήτανε κουρσούμι βαρύ. Εγώ απ’ τη μια κι η μαμά μου απ’ την άλλη, ξαπλωτό το πηγαίναμε».
Κι όταν ετοίμασαν τη σημαία… «το υψώσαμε μαζί με τη μαμά μου και καμαρώναμε. Καμαρώναμε γιατί εγώ ήμουνα ορφανό κι η μαμά μου έραβε παντελόνια. Τραγουδούσα κιόλας, κι ήτανε και τα πράματα φτηνά… Έγινε όμορφη η σημαία… Την έπιασα. Δεν ξέρω τι έγινε ξαφνικά… Νόμισα πως κρατώ ηλεκτρισμό… Μ’ έπιασε άλλο πράγμα… ένα ρίγος σαν σεληνιασμός… Νόμιζα πως βρέθηκα στο σπίτι μας στη Σμύρνη και μ’ έπιασε ένα παραπονεμένο δάκρυο… μα τι δάκρυο… απ’ την ψυχή μου… Θαρρείς πως ήτανε ίδια η ώρα που μου σιάξανε την κούνια στο κανόνι του Αβέρωφ και ανέβηκα απάνω και τραγούδησα: Ω λυγερόν και κοφτερόν σπαθί μου. Θαρρείς πως ήτανε ίδια η ώρα που λευτερωθήκαμε και γέμισε η Σμύρνη σημαίες».


Δημήτρης Λορέντζος: Χασαπάκι
Τραγουδάει ακαπέλα η Αγγελική Παπάζογλου

Μετά την εγκατάστασή της στον Πειραιά, η Αγγελική άρχισε να τραγουδάει σε μουσικά κέντρα. Για τους χαμένους Σμυρνιούς συναδέλφους της έλεγε:
«Για σκέψου από τρεις πιάτσες καφενεία οργανοπαίχτες που είχε η Σμύρνη κι ήτανε σα μυρμηγκοφωλιές, σαν τα μελίσσια όλη μέρα, πόσοι γλυτώσανε νομίζεις από τη σφαγή και την καταστροφή; Οποιον και να θυμηθώ, χαμένος είναι, σφαγμένος είναι, όμηρος πέθανε, αιχμάλωτος ‘πόμεινε και δεν τον ξανάδε πια κανείς. Μονάχα από τσι παιχνιδιατόροι γλύτωσε ο ένας στους πενήντα!…Ολοι αυτοί ύστερα μαζευτήκανε στην Κοκκινιά. Ολα τ’ άλλα τα ‘χαμε χάσει, το τραγούδι είχε γλυτώσει μέσα μας. Δεν έπρεπε να το αφήσουμε να πάει χαμένο, να χαθεί κι αυτό…».

Στα 1927 η Αγγελική παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Παπάζογλου.
Λίγο μετά τον γάμο τους η Αγγελική τυφλώθηκε από κάποια πάθηση που είχε στα μάτια. Ο Βαγγέλης, που τραγουδούσε στη Θεσσαλονίκη εκείνο το διάστημα, της έστειλε ένα γράμμα που της έλεγε: «Και μη στενοχωριέσαι για τα μάτια σου. Τι να κάνουμε, έτσι ήταν το τυχερό μας. Και ξεύρεις ότι εγώ έχω δύο μάτια. Και τα έχω και για τους δυο μας. Και μην παραπονιέσαι».
Μετά την τύφλωσή της η Αγγελική αποσύρθηκε από το τραγούδι.
Τα χρόνια ήταν δύσκολα. Ο Βαγγέλης με την Αγγελική ζούσαν σε ένα φτωχόσπιτο. Ένα βράδυ που έβρεχε η στέγη άρχισε να μπάζει νερά από τα κεραμίδια. Η Αγγελική ήταν μόνη της και δεν μπόρεσε να σταματήσει τα νερά. Όταν γύρισε ο Βαγγέλης άνοιξε το φως να δει από πού στάζει και είδε ότι μόνο πάνω από το κρεβάτι δεν έσταζε νερά. Έτσι πήρε την Αγγελική και ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Όμως σε λίγο άρχισε να στάζει και εκεί. Τι να κάνει ο Βαγγέλης, άνοιξε μια ομπρέλα, έβαλε την Αγγελική στην αγκαλιά του και μαζί περίμεναν να ξημερώσει. Ίσως αυτό το περιστατικό είχε στο νου του ο Βαγγέλης Παπάζογλου όταν έγραψε αργότερα το «Βάλε με στην αγκαλιά σου».


Βαγγέλης Παπάζογλου: Βάλε με στην αγκαλιά σου (1935)
Τραγουδάει η Μαρίκα Καναροπούλου

Μετά το 1937 και τη λογοκρισία του Μεταξά ο Βαγγέλης Παπάζογλου σταμάτησε τις φωνογραφήσεις. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα σταμάτησε και τις εμφανίσεις του στα πάλκα. Είπε χαρακτηριστικά: «Τα πουλιά δεν κελαηδούν όταν νυχτώσει. Τώρα ήρθε η ώρα να δείξει ο καθένας μας τι μετράει και τι μπορεί να κάνει». Κι από τότε σταμάτησε να τραγουδάει. Δεν ξανάπαιξε μπροστά σε κοινό. Μάλιστα άλλαξε το επάγγελμά του και έγινε παλιατζής.

Ο Βαγγέλης Παπάζογλου αρρώστησε και πέθανε από φυματίωση στα 1943. Η τυφλή Αγγελική, που είχε πουλήσει όλα τα έπιπλα του σπιτιού της για να ανταπεξέλθει στα έξοδα της αρρώστιας του, πήγε σε μια γειτόνισσά της για να δανειστεί δυο καρέκλες ώστε να τοποθετήσουν επάνω το φέρετρο. Τον θάψανε χωρίς παπά.
«Χωρίς παπά τον θάψαμε. Ο παπάς έλειπε στη μαύρη αγορά. Έκανε εμπόριο για να ζήσει. Δε θάβονταν κανείς με παπά τότε. Τον θάψαμε σε μια λεύκα από κάτω. Πριν, τον φίλησα στο στόμα για τελευταία φορά τον Ευάγγελό μου. Και του είπα: Καλά έκανες που παινευόσουν που ήμουν γυναίκα σου. Την παλικαριά σου όμως δεν την ήξερες. Ούτε ο Θεός δεν παντρεύτηκε αόμματη γυναίκα.
Η Αγγελική Παπάζογλου πέθανε το 1983 στην Κοκκινιά. Οι διηγήσεις της διασώθηκαν από τον γιο της, Γιώργο Παπάζογλου και κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τίτλο «Τα χαΐρια μας εδώ»

ΠΗΓΕΣ

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ: ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (ΕΤ3)

ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΑΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

ΓΕΝΝΗΜΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΑΣ

 ΤΣΙΓΚΩ ΛΕΛΕΤΑ: ΤΑ ΧΑΪΡΙΑ ΜΑΣ ΕΔΩ

ΕΝΩΣΙΣ ΣΜΥΡΝΑΙΩΝ: ΤΑ ΧΑΪΡΙΑ ΜΑΣ ΕΔΩ


Βαγγέλης Παπάζογλου: Να μη λες το μυστικό σου (1938)
Τραγουδάει ο Κώστας Ρούκουνας

λογοκρισία

25/05/2015

Πρώτο θύμα της λογοκρισίας του Μεταξά ήταν στα 1937 το τραγούδι «Βαρβάρα» του Παναγιώτη Τούντα, το οποίο θεωρήθηκε πως σατίριζε την κόρη του δικτάτορα.

Στη συνέχεια η λογοκρισία άρχισε να κυνηγάει και άλλα ρεμπέτικα τραγούδια ή αμανέδες όπως τα ονόμαζαν απαξιωτικά οι πολέμιοί τους. Στις εφημερίδες της εποχής γράφτηκαν ενθουσιώδη σχόλια για την απόφαση απαγόρευσης των αμανέδων.

«Ήτο καιρός! Εις την Τουρκίαν, που υπήρξε και η πατρίς των, οι αμανέδες καταργήθηκαν προ ετών όπως και το φέσι – φερετζές».
ΕΘΝΟΣ, 30-11-1937

«Είχε πολιτογραφηθή από τα έτη της δουλείας ο αμανές. Αλλά ήταν αφόρητη η συνέχισίς του και αδικαιολόγητος. Ήταν ντροπή στον αιώνα του αεροπλάνου και του ραδιοφώνου η ύπαρξις του αμανέ».
ΣΗΜΑΙΑ, 30-11-1937


Βαγγέλης Παπάζογλου: Σαν εγύριζα απ’ την Πύλο (1935)
Τραγουδάει ο Στράτος Παγιουμτζής
Μετά το 1937, και λόγω της λογοκρισίας, ο Παπάζογλου σταμάτησε να ηχογραφεί τραγούδια.

Ο Ζ. Παπαντωνίου χαρακτηρίζει τον αμανέ «ατελεύτητο και απερίγραπτο μηδέν».
ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ, 3-7-1938

«Εκείνοι που έλαβαν αυτό το μέτρο -επιτέλους!- είναι πραγματικά άξιοι εθνικής ευγνωμοσύνης».
Σ. ΣΠΑΝΟΥΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ, 7-10-1938
Η Σοφία Σπανούδη μάλιστα ζητάει να επεκταθεί η απαγόρευση και σε τραγούδια όπως η «Παξιμαδοκλέφτρα» και η «Κακούργα Πεθερά». Εξαιρεί όμως το «Αλάνι» που τραγουδούσε η Ρόζα Εσκενάζι.

Τέλος σε άλλο άρθρο διαβάζουμε για τον «κλαυθμηρίζοντα ήχο του κακής μάλιστα ποιότητος αμανέ» από τον οποίο δεν έχει απαλλαγεί ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9-10-1938

από το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη
«ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ»
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου


Του Πειραιά το αλάνι
Σύνθεση: Μπαρούσης (Λορέντζος) Δημήτρης
Στίχοι: Μάθεσης Νίκος
Τραγουδάει η Ρόζα Εσκενάζι

Για τις επιπτώσεις της λογοκρισίας στο ρεμπέτικο τραγούδι γράφει ο Νίκος Πολίτης στο διαδικτυακό περιοδικό Η ΚΛΙΚΑ:

Ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για το ρεμπέτικο τραγούδι. Το καθεστώς δεν αστειευόταν και πραγματικά, ολόκληρο το σκηνικό της μουσικής ζωής άλλαξε, όπως άλλαξε βεβαίως και σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής. Όλοι οι καταξιωμένοι καλλιτέχνες όφειλαν να υπακούσουν, με αποτέλεσμα τραγούδια που έθιγαν σημαντικά κοινωνικά ή άλλα προβλήματα να εξαφανιστούν, ενώ βεβαίως ακριβώς αυτά τα τραγούδια είναι εκείνα που έδωσαν στο ρεμπέτικο το ύφος που καλά γνωρίζουμε. Από εδώ και πέρα χώρος υπήρχε μόνο για αθώα ερωτικά τραγουδάκια ή τραγούδια της χαράς για κοινωνίες ιδεώδεις, χωρίς προβλήματα. Θεωρητικά βεβαίως, η λογοκρισία, τόσο του στίχου όσο και της μουσικής, επεβλήθη στο σύνολο της δισκογραφικής παραγωγής στην Ελλάδα. Ουσιαστικά όμως, μόνο το ρεμπέτικο τραγούδι επηρέασε. Οι ελάχιστες και σποραδικές περιπτώσεις «μεμπτών» στίχων στην ελαφρά μουσική παραγωγή, κυρίως με αναφορές σε ουσίες, δεν απασχόλησαν το υφυπουργείο, αφού κανένα επίμαχο στιχούργημα δεν υπεβλήθη προς έγκρισιν. Όλοι όμως οι καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού εκλήθησαν στον «κύριο Ψαρούδα», τον πρόεδρο της επιτροπής και «δασκαλεύτηκαν». Κανείς δεν αντέδρασε, με μόνη εξαίρεση τους Βαγγέλη Παπάζογλου που, μέχρι το θάνατό του αρκετά χρόνια αργότερα, δεν καταδέχτηκε να υποβάλλει ούτε ένα τραγούδι «προς έγκρισιν» και τον Γιοβάν Τσαούς. Χαρακτηριστική για όλους τους άλλους είναι η αντίδραση του Μάρκου Βαμβακάρη, όπως καταγράφεται στην «Αυτοβιογραφία» του, που γράφτηκε δεκαετίες αργότερα και λίγο πριν το θάνατό του: «Εσταμάτησα. Έγραφα εκείνα που έπρεπε να γράψω. (…). Ό,τι έλεγε ο Μεταξάς έπρεπε να γίνει».

από άρθρο του ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΗ  με θέμα:

Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΣΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
από το ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ


Μάρκος Βαμβακάρης: Τα ζηλιάρικα σου μάτια (1938)
Μαζί με τον Μάρκο τραγουδάει και ο Στράτος Παγιουμτζής

πρόσφυγες

23/05/2015

Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους απ’ τις πατρίδες τους μια διαφορετική αντίληψη ως προς τη διασκέδαση. Σε γενικές γραμμές ήταν πιο κοσμοπολίτες και πιο κοινωνικοί άνθρωποι.
Η περιγραφή της Κοκκινιάς λίγο μετά την εγκατάσταση εκεί των προσφύγων είναι ενδεικτική της αλλαγής κλίματος που προέκυψε:
«Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν έμοιαζε ούτε στην Αθήνα ούτε στον Πειραιά. Λες και ήταν πανηγύρι. Πολύς κόσμος κυκλοφορούσε χαρούμενος. Ταβέρνες, καφενεία γεμάτα κόσμο. Ορχήστρες ανατολίτικες. Κορίτσια τραγουδούσαν στη σειρά καθισμένες με τους οργανοπαίκτες. Τα πεζοδρόμια μέχρι και το δρόμο γεμάτα τραπεζάκια. Τα ούζα, τα σις κεμπάπ, τα τζατζίκια, οι παστουρμάδες και τα σαγανάκια μοσκοβολούσαν».

Οι πρόσφυγες όταν πήγαιναν να διασκεδάσουν έπαιρναν μαζί τους όλα τα μέλη της οικογένειάς τους. Δεν πήγαιναν μόνο οι άντρες όπως συνήθως συνέβαινε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.
Σιγά σιγά άρχισαν να ανοίγουν δικά τους μαγαζιά και να παίζουν τη δική τους μουσική. Αυτά τα μαγαζιά τα επισκέπτονταν και ντόπιοι που τύχαινε να ζουν στον ίδιο συνοικισμό.
Η επιτυχία της μουσικής των προσφύγων δεν ήταν τυχαία. Οι πρόσφυγες μουσικοί προέρχονταν από ένα αστικό περιβάλλον, ήξεραν να ανταποκρίνονται στη ευρεία ζήτηση των ακροατών τους καθώς η μουσική τους γκάμα διέθετε μια μεγάλη ποικιλία ήχων και ρυθμών.

Διηγείται η Σμυρνιά Αγγέλα Παπάζογλου: «…στη Σμύρνη παίζαμε από ρεμπέτικα μέχρι όλα τα ευρωπαϊκά, όλες τσι οπερέττες. Δημοτικά, κλέφτικα, κρητικά, καλαματιανά, φυσούνια, θρακιώτικα, γιαννιώτικα, κοντσέρτα με καβαλλαρίες, με βαλς, με χορούς του Μπραμς, με σερενάτες… Όλα τα παίζαμε. Κι από όπερες κάτι μέρη… Κι εβραϊκό κι αρμένικο κι αράπικο. Ήμαστε κοσμοπολίτες εμείς… Αγαπούσαμε όλον τον κόσμο και μας αγαπούσανε… Δεν είχε συμφέροντα κανείς στο τραγούδι. Τραγουδούσες, χόρευες, ήσουνα λεύτερος, να κάνεις ό,τι θέλει η καρδιά σου κι η σειρά σου»

ΠΗΓΕΣ

ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ
Εκδόσεις ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ

ΝΕΑΡΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΤΑΞΗ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΙΑ ΤΟΥ 1923 ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ ΤΟΥ 2011


Απόστολος Χατζηχρήστος: Ο Καϊξής (1948)
Τραγουδάει μαζί του και ο Μάρκος Βαμβακάρης

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος γεννήθηκε το 1904 σε ένα προάστειο της Σμύρνης. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή η οικογένειά του διέφυγε στην Ελλάδα. Ο ίδιος όμως συνελήφθη από τον τουρκικό στρατό και έμεινε κρατούμενος για αρκετά χρόνια. Κατάφερε να δραπετεύσει με τη βοήθεια ενός θείου του την ημέρα του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου). Σε ανάμνηση αυτής της απόδρασης ο Χατζηχρήστος κάθε χρόνο του Σταυρού δεν έτρωγε ούτε έπινε τίποτα.


Κώστας Σκαρβέλης: Τι σου λέει η μάνα σου για μένα (1935)
Τραγουδάει ο Κώστας Ρούκουνας
Ο Κώστας Σκαρβέλης γεννήθηκε το 1880 στην Κωνσταντινούπολη και από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική. Μετά την ενηλικίωσή του και για να αποφύγει τη στράτευσή του στον τουρκικό στρατό φυγαδεύτηκε και εγκαταστάθηκε με άλλους συγγενείς του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Αργότερα, μεταξύ 1915 και 1920, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.


Γιάννης Παπαιωάννου: Πριν το χάραμα (1948)
Τραγούδι: Οδυσσέας Μοσχονάς, Στελλάκης Περπινιάδης

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου θυμάται την Μικρασιατική καταστροφή:

Tότες με την καταστροφή της Mικράς Aσίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου ―τη μάνα της μάνας μου― φύγαμε για την Eλλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Eίναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Eίμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Tούρκικα. Xαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Tούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!
Άρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Mόνον οι Mικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Tο καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Aυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός. Kαι το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε.
Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.
Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Oι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ «ΝΤΟΜΠΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΡΑΤΑ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

 

ένας ευγενής Σμυρνιός

22/05/2015

Ο Παναγιώτης Τούντας είναι ο διασημότερος συνθέτης της Σμυρνέικης Σχολής. Ανήκει στην ομάδα των Μικρασιατών μουσικών που μετά την καταστροφή του 1922 διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο τραγούδι στην Ελλάδα. Ο Παναγιώτης Τούντας γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1886 από ευκατάστατους γονείς, που του έδωσαν την δυνατότητα να ασχοληθεί από μικρός με τη μουσική.

Ήταν ένας ταλαντούχος και ανεξάντλητος συνθέτης. Κυριολεκτικά μια μηχανή παραγωγής μουσικής. Είναι πάνω από 300 τα τραγούδια που συνέθεσε, τα οποία ήταν όλων των ειδών. Έγραψε μικρασιάτικα, αμανέδες, ρεμπέτικα -μέχρι και χασικλίδικα-, παραδοσιακά, θαλασσινά, ταγκό, επιθεωρησιακά, δηλαδή τα πάντα.


Παναγιώτης Τούντας: Αμάν Κατερίνα μου (1936)
Τραγουδάει ο Στελλάκης Περπινιάδης
Ερωτικό τραγούδι που εκθειάζει όχι τα κάλλη της κοπέλας αλλά τους κεφτέδες, τη φασουλάδα, τη σκορδαλιά και την ταραμοσαλάτα της!

Από το 1931 και μέχρι το 1940 ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής της COLUMBIA και της HIS MASTER’S VOICE έχοντας την ευθύνη του ρεπερτορίου των εταιρειών.

Όλοι τον αναφέρουν ως έναν αυστηρό και ευγενή Σμυρνιό, πάντα καλοντυμένο με το παπιγιόν του, που εκτός από διευθυντής ήταν και ενορχηστρωτής των τραγουδιών της εταιρείας.

Όταν το 1934 ξεκίνησαν οι ρεμπέτικες κομπανίες, με πρώτη την Ξακουστή Τετράδα του Πειραιώς, ο Τούντας προσαρμόστηκε αμέσως και άρχισε να συνθέτει τραγούδια στο νέο ύφος, το πειραιώτικο, ηχογραφώντας δικά του τραγούδια με μπουζούκια και μπαγλαμάδες.
Επίσης, ως διευθυντής δισκογραφικών εταιρειών βοήθησε άλλους καλλιτέχνες στα πρώτα τους βήματα (π.χ. Εσκενάζι, Αμπατζή, Νταλγκάς, Περπινιάδης κ.ά.)

Π. Τούντας: Περσεφόνη μου γλυκιά (1938)
Τραγουδάει ο Στράτος Παγιουμτζής.

Ο Παναγιώτης Τούντας πέθανε στις 23 Μαϊου του 1942 από ρευματισμούς. Για πάνω από 30 χρόνια, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 κανείς δεν έγραψε τίποτε για τον μεγάλο αυτό δημιουργό.

ΠΗΓΕΣ

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: Π. ΤΟΥΝΤΑΣ

ΠΑΝ. ΚΟΥΝΑΔΗΣ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥΝΤΑΣ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Π. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ: ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, εκπομπή της ΕΤ3

Η ΣΜΥΡΝΕΪΚΗ ΣΧΟΛΗ ΚΑΙ Ο ΠΑΝ. ΤΟΥΝΤΑΣ


Π. Τούντας: Το Μινόρε της ταβέρνας (1939)
Τραγουδούν οι Στράτος Παγιουμτζής και Νώτα Καλέλλη